ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΣΗ ΑΠΟΝΕΚΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ

της Ελένης Μπέλλου

Αισθάνομαι βαρύ το καθήκον μιας τοποθέτησης, έστω και με το χαρακτηριστικό ότι αυτή έχει αρκετά προσωπικό χαρακτήρα, δηλαδή δεν εκφράζει τη συλλογικά αποκτημένη κομματική άποψη ούτε τη δεσμεύει.

Ως Κόμμα δεν έχουμε ακόμα αναπτύξει σε έκταση και σε βάθος τη μελετητική μας δουλιά, ατομικά και συλλογικά, στο συζητούμενο θέμα, θέμα θεωρητικό, με βαθιές ιδεολογικές πτυχές, με κρίσιμες συνέπειες στην επιλογή και εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Θα ήθελα να διευκρινίσω, ιδιαίτερα προς τους συντρόφους προσκαλεσμένους, ότι η ενασχόληση των θεωρητικών και ιδεολογικών τομέων του Κόμματός μας, του ΚΜΕ και της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ, με τη θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού – κομμουνισμού, γίνεται σε πολύ δυσμενείς συνθήκες, από την άποψη των προϋποθέσεων που απαιτούνται. Ο καταμερισμός για την ανάπτυξη της θεωρητικής και ιδεολογικής δουλιάς εμπλέκεται με τα τρέχοντα πολιτικά καθήκοντα. Δεν υπάρχει δυνατότητα πανεπιστημιακού επιπέδου μελέτης της μαρξιστικής οικονομικής θεωρίας. Δεν είναι μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα το σύνολο των έργων Μαρξ – Ενγκελς, οι εργασίες της Οικονομικής Επιστήμης του Σοσιαλισμού, που έγιναν κατά την περίοδο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης ή κατά τη δεκαετία του 1990.

Η ερευνητική δουλιά για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στερείται υποδομής, πηγών, αρχείων.

Ωστόσο, θεωρούμε αναγκαίο να μελετήσουμε την εμπειρία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, αυτοτελώς και σε συνεργασία με τους κομμουνιστές επιστήμονες που την έζησαν, γιατί δεν θα μπορούσαν να αναπτυχθούν τα κομμουνιστικά χαρακτηριστικά του Κόμματός μας, η ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική του ενότητα αν δεν εξαχθούν τα επιστημονικά συμπεράσματα από τη διαδικασία ανάσχεσης και ανατροπής της διαδικασίας σοσιαλιστικής οικοδόμησης κατά τον 20ό αιώνα.

Σε αυτή την διημερίδα εργασίας του ΚΜΕ επικεντρώνουμε τη συζήτηση στους νόμους που δρουν κατά το μακρόχρονο πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, δηλαδή κατά τη διάρκεια οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας ως κατώτερης βαθμίδας του νέου κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού, του κομμουνισμού.

Προσδιορίζοντας περισσότερο το πεδίο διαλόγου, θα έθετα τα εξής ερωτήματα εργασίας:

α) Πώς εκδηλώνονται οι νόμοι του νέου κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής, σε ποια έκταση και βάθος αναπτύσσονται, θεμελιώνονται, διαπερνούν τη σφαίρα παραγωγής, κατανομής κατά τη διαδικασία του μεταβατικού περάσματος.

β) Ποιο είναι το εύρος των προσοσιαλιστικών οικονομικών επιβιώσεων (επομένως και των νομοτελειών τους) κατά το μεταβατικό πέρασμα. Ποιες οι αντιφάσεις και τα προβλήματα που αντανακλώνται σε κοινωνικό επίπεδο.

γ) Ο ρόλος του υποκειμενικού παράγοντα κατά το μεταβατικό πέρασμα, επικεντρώνοντας στη σχέση μεταξύ της ανάπτυξης της Πολιτικής Οικονομίας του Σοσιαλισμού και της διαμόρφωσης, άσκησης της Οικονομικής Πολιτικής.

δ) Η αντιπαράθεση που αναπτύχθηκε, θεωρητική και πολιτική, κυρίως κατά τη μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο περίοδο.

Από την κατεύθυνση του ερευνητικού πεδίου γίνεται αντιληπτό ότι το Κόμμα μας έχει επιλέξει να κινείται με τις κατευθυντήριες ιδέες της θεωρίας του επιστημονικού σοσιαλισμού – κομμουνισμού και με την επιδίωξη να χρησιμοποιεί στην έρευνα την επιστημονική διαλεκτικο-υλιστική μεθοδολογία. Ως αποτέλεσμα μιας ορισμένης χρήσης της σε συλλογικό κομματικό επίπεδο προέκυψαν τα Υλικά της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης στις 15-16 Ιούλη 1995, που διοργάνωσε η ΚΕ.

Στην Εισήγηση της ΚΕ προς τη Συνδιάσκεψη επιβεβαιώνεται η μη αμφισβήτηση του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917, ως εκκίνησης διαδικασίας περάσματος στο σοσιαλισμό παρά την ύπαρξη ισχυρών στοιχείων προκαπιταλιστικής καθυστέρησης που συνυπήρχαν με την καπιταλιστική ανάπτυξη της Ρωσίας. Επιβεβαιώνεται η εκτίμηση για τη μεγάλη ανάπτυξη που έφερε στις παραγωγικές δυνάμεις, στα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα, με επίδραση και σε εκείνα στις καπιταλιστικές κοινωνίες, η προσφορά στην πάλη ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Επικεντρώναμε την προσοχή μας στην αναγκαιότητα διερεύνησης των αντικειμενικών και υποκειμενικών αιτιών της καπιταλιστικής παλινδρόμησης στη βάση της θεώρησης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης ως επαναστατικού μεταβατικού περάσματος από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό. Εκτιμούσαμε ότι υπήρξαν και προβλήματα υποκειμενικού χαρακτήρα στον τομέα της οικονομίας που αφορούσαν θέματα διεύθυνσης, διαχείρισης, σχεδιασμού. Εκτιμούσαμε ότι σε όλη την πορεία της οικοδόμησης αναπτύχθηκαν διαφορετικές απόψεις στις γραμμές των κομμουνιστικών κομμάτων για ζητήματα οικονομίας, ότι έγιναν διαφορετικές επιλογές σε ορισμένες χώρες. Διαπιστώναμε ότι λόγω της συνθετότητας των προβλημάτων και της έλλειψης ικανοποιητικών στοιχείων, δεν μπορούσαμε να έχουμε ολοκληρωμένη γνώμη, έστω και σε μια πρώτη μορφή, και ότι θα συνεχίζαμε τη διερεύνηση σε συνεργασία με άλλα κόμματα και μαρξιστές επιστήμονες.

Εκτοτε, είχαμε μια ορισμένη πρόοδο στη διερεύνηση που καταγράφηκε κυρίως με δημοσιεύσεις στο θεωρητικό περιοδικό της ΚΕ, με παρεμβάσεις σε ημερίδες, συμπόσια που διοργάνωσαν άλλα κόμματα ή Ερευνητικά Κέντρα (και στη Ρωσία), με την ελληνική έκδοση ορισμένης αρθρογραφίας και βιβλιογραφίας μαρξιστών επιστημόνων, την έκδοση του έργου του Β. Ι. Λένιν «Παρατηρήσεις στο βιβλίο του Μπουχάριν, Η Οικονομία της μεταβατικής περιόδου», καθώς και την επανέκδοση του έργου του Ι. Β. Στάλιν «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», 1952.

Φιλοδοξούμε ότι μέσω των εργασιών αυτής της διημερίδας θα συγκεντρωθεί υλικό για μια νέα ώθηση διερεύνησης που μπορεί να καταγραφεί μελλοντικά σε θεωρητικά και πολιτικά συμπεράσματα για το Κόμμα μας.

Μπαίνοντας στο θέμα, διευκρινίζω ότι η προσέγγιση μου είναι περισσότερο ιστορική παρά θεωρητική, για την οποία άλλωστε δεν είμαι έτοιμη. Επικεντρώνομαι κυρίως στην μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο περίοδο, περίπου από την εκπλήρωση του τέταρτου πεντάχρονου πλάνου στην ΕΣΣΔ και αρκετά πριν την περίοδο της «περεστρόικα». Η επιλογή αυτής της περιόδου γίνεται για τους εξής λόγους:

α) Οι επιτυχίες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην προηγούμενη περίοδο, από την άποψη της εμφανούς επίδρασής τους τόσο στην ταχύτατη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων όσο και στο επίπεδο της κοινωνικής ευημερίας, δεν αποτέλεσαν γενικά αντικείμενο αμφισβήτησης. Η μεταπολεμική ανόρθωση υπήρξε ταχύτατη, και χωρίς εξωτερική βοήθεια, παρά τις τεράστιες καταστροφές.

β) Κατά την προηγούμενη περίοδο, οι κατευθύνσεις της οικονομικής πολιτικής ήταν σε γενική γραμμή περισσότερο εναρμονισμένες με την αρχή κοινωνικοποίησης των βασικών και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και διεύθυνσης της βασικής παραγωγής – κατανομής μέσω του κεντρικού σχεδιασμού (ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1930), αναγνωρίζοντάς την ως θεμελιακή σχέση της σοσιαλιστικής παραγωγής.

Βεβαίως οι φάσεις και η διαπάλη κατά την πορεία της συνεταιριστικοποίησης της αγροτικής παραγωγής μπορούν να προκαλέσουν το ιδιαίτερο ερευνητικό ενδιαφέρον. Ωστόσο θεωρώ ότι εντάσσονται στη διερεύνηση του θέματος του εύρους των προσοσιαλιστικών οικονομικών επιβιώσεων και των επιπτώσεων που επιφέρουν στην έκταση και το βάθος της διαμόρφωσης των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής.

γ) Ετσι και αλλιώς ορισμένες πολιτικές επιλογές κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ, όπως το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, οι μεταρρυθμίσεις επί πρωθυπουργίας Κοσύγκιν, η περεστρόικα έχουν χαρακτηρισθεί ως στροφές, ανεξαρτήτως του ιδεολογικού πρόσημου που τους προσέδιδε όχι μόνο η ιδεολογική διαπάλη μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα αλλά και η οικονομική και πολιτική καπιταλιστική προσέγγιση.

δ) Κατά την περίοδο αυτή εκφράζεται πιο γενικευμένα τόσο η θεωρητική συζήτηση για τις νομοτέλειες που διέπουν τη σοσιαλιστική παραγωγή – κατανομή (συζήτηση που ξεκίνησε πριν από τον πόλεμο) όσο και η αντανάκλαση αυτής της συζήτησης σε πολιτικό επίπεδο, στις αρχές και κατευθύνσεις για τη διαμόρφωση του Κεντρικού Σχεδιασμού και του Συστήματος Διεύθυνσης της σοσιαλιστικής παραγωγής – κατανομής.

Ειδικότερα η διαπάλη επικεντρώνεται στο θέμα της ύπαρξης ή όχι του νόμου της αξίας και του ρόλου του σε σχέση με τη σοσιαλιστική παραγωγή – κατανομή.

Από το τέλος της δεκαετίας του 1930, και με αφορμή τη συγγραφή Εγχειριδίου της Πολιτικής Οικονομίας στην ΕΣΣΔ, στη θεωρητική σκέψη αρχίζει να κυριαρχεί η άποψη για τη συμβατότητα του νόμου της αξίας με τους νόμους της σοσιαλιστικής παραγωγής και ότι αυτή η λειτουργία πρέπει συνειδητά να αξιοποιείται στην εκτίμηση του αποτελέσματος της σοσιαλιστικής επιχείρησης και στο σχεδιασμό.

Σε θεωρητικό επίπεδο η συζήτηση γενικεύεται στις αρχές της δεκαετίας του 1950, με την πραγματοποίηση της θεωρητικής συζήτησης το Νοέμβρη του 1951. Η κυριαρχούσα θεωρητική προσέγγιση καταγράφεται στο έργο του Στάλιν, «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ».

Αυτή η προσέγγιση, σε ελεύθερη απόδοση, υποστηρίζει ότι:

Η σοσιαλιστική παραγωγή (αυτή που στηρίζεται στην κοινωνική – κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής) δεν είναι εμπορευματική. Ο νόμος της αξίας δεν παίζει ρυθμιστικό ρόλο στη σοσιαλιστική παραγωγή, αφού τόσο η εργατική δύναμη όσο και τα μέσα παραγωγής δεν εισέρχονται πλέον ως εμπορεύματα στην παραγωγική διαδικασία. Ο εμπορευματικός – χρηματικός χαρακτήρας διατηρείται στην αγροτική παραγωγή και ανταλλαγή της με την παραγωγή της κοινωνικοποιημένης (κρατικής) βιομηχανικής παραγωγής μέσω του κοινωνικού (κρατικού) ιδιοκτήτη της (βιομηχανικής παραγωγής). Διατηρείται επίσης στο εξωτερικό εμπόριο (με κρατικό μονοπώλιο). Διατηρείται και για ένα μέρος της κατανομής, αυτό που αφορά το τμήμα της ατομικής κατανάλωσης που δεν στηρίζεται στο σύστημα διανομής αλλά στις εμπορευματικές χρηματικές σχέσεις. Απ� αυτήν την άποψη, ο νόμος της αξίας υφίσταται και για τη σοσιαλιστική παραγωγή. Γι� αυτό χαρακτηρίζει την τέτια ύπαρξη της εμπορευματικής παραγωγής ως «ειδικής φύσης», με την έννοια ότι δεν παίρνει καπιταλιστικό χαρακτήρα, εφ� όσον δεν υπάρχει ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και η εργασία δεν είναι εμπόρευμα.

Για τις αντιθέσεις, εφ� όσον η ανάπτυξη των σχέσεων παραγωγής καθυστερεί και θα καθυστερεί από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, υποστηρίζει ότι δεν μπορούν να οδηγήσουν σε σύγκρουση εφ� όσον υπάρχει σωστή Οικονομική Πολιτική.

Η άποψη που συμπυκνώνεται στο έργο του Στάλιν κάνει πολεμική προς δυο κατευθύνσεις: α) Προς τους οικονομολόγους που υποστηρίζουν ότι η σοσιαλιστική οικονομία είναι καθαρά εμπορευματική, και ότι ο νόμος της αξίας υφίσταται και στην -όπως τη χαρακτήριζαν- δεύτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας και ρυθμίζει τις αναλογίες μεταξύ των διαφόρων κλάδων παραγωγής και την αντίστοιχη κατανομή της εργασίας ανάμεσα σ� αυτούς. β) Στους οικονομολόγους που αρνούνται την ύπαρξη του νόμου της αξίας στη σοσιαλιστική παραγωγή. Μια κατηγορία εξ αυτών στήριζαν την άρνησή τους, προβάλλοντας κυρίως τον κεντρικό σχεδιασμό ως νόμο της σοσιαλιστικής παραγωγής – κατανομής. Αλλη κατηγορία αρνιόταν κυρίως την ύπαρξη νόμων στη σοσιαλιστική οικονομία, την αναγκαιότητα ανάπτυξης οικονομικής θεωρίας του σοσιαλισμού – κομμουνισμού.

Γενικότερα η θεωρητική και πολιτική προσέγγιση του Στάλιν με σαφήνεια τάσσεται υπέρ της ανάγκης ενίσχυσης του κοινωνικού (κρατικού) χαρακτήρα της ιδιοκτησίας με προοδευτική αναγωγή σ� αυτόν του κολχόζνικου-συνεταιριστικού και επομένως να βγουν τα πλεονάσματα της κολχόζνικης παραγωγής από το σύστημα της εμπορευματικής κυκλοφορίας και να συμπεριληφθούν στο σύστημα της ανταλλαγής προϊόντων ανάμεσα στην κρατική βιομηχανία και στα κολχόζ. Τάσσεται υπέρ του προοδευτικού περιορισμού της εμπορευματο-χρηματικής μορφής στην κυκλοφορία αγαθών ατομικής κατανάλωσης, που θα πραγματοποιείτο με μείωση των τιμών και ενίσχυση του κοινωνικού διανεμητικού χαρακτήρα. Τάσσεται υπέρ της αναλογικής προπόρευσης της Ομάδας I (μέσων παραγωγής) σε σχέση με την Ομάδα ΙΙ (μέσων κατανάλωσης) και της διαρκούς ανάπτυξης της παραγωγικότητας της εργασίας.

Ωστόσο, υποστηρίζει ότι ο νόμος της αξίας έχει ορισμένη επίδραση και στη σοσιαλιστική παραγωγή, την οποία πρέπει να υπολογίζουν στη διεύθυνση της παραγωγής. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι: «Ο νόμος της αξίας στο σοσιαλισμό δεν περιορίζεται στη σφαίρα της εμπορευματικής κυκλοφορίας. Επεκτείνεται επίσης στην παραγωγή. Είναι αλήθεια ότι ο νόμος της αξίας δεν παίζει ρυθμιστικό ρόλο στη σοσιαλιστική μας παραγωγή, παρόλα αυτά επιδρά πάνω στην παραγωγή κι αυτό δεν μπορεί να μην το πάρει κανείς υπόψή του στη διεύθυνση της παραγωγής. Το γεγονός είναι ότι τα καταναλωτικά προϊόντα που είναι απαραίτητα για να αναπληρώσουν την εργατική δύναμη που ξοδεύεται στη διάρκεια της παραγωγής, παράγονται στη χώρα μας και πραγματοποιούνται σαν εμπορεύματα, που υπόκεινται στην ενέργεια του νόμου της αξίας. Κι εδώ ακριβώς γίνεται φανερή η επίδραση του νόμου της αξίας πάνω στην παραγωγή. Σε σχέση μ� αυτό στις επιχειρήσεις έχουν πρακτική σημασία ζητήματα τέτοια, όπως είναι το ζήτημα του οικονομικού προϋπολογισμού και της αποδοτικότητας, το ζήτημα του κόστους της παραγωγής, το ζήτημα των τιμών κτλ. Για το λόγο αυτό οι επιχειρήσεις μας δεν μπορούν να ενεργούν και δεν πρέπει να ενεργούν δίχως να παίρνουν υπ� όψη τους το νόμο της αξίας».

Και ειδικότερα για την αποδοτικότητα αναφέρει:

«Μερικοί σύντροφοι βγάζουν από αυτό το συμπέρασμα ότι νόμος της ισόμετρης ανάπτυξης της λαϊκής οικονομίας και η σχεδιοποίηση της λαϊκής οικονομίας εκμηδενίζουν την αρχή της αποδοτικότητας της παραγωγής. Αυτό είναι εντελώς λάθος. Τα πράγματα συμβαίνουν ακριβώς αντίθετα. Αν πάρουμε την αποδοτικότητα όχι από την άποψη των μεμονωμένων επιχειρήσεων είτε κλάδων της παραγωγής και όχι στην περίοδο μιας χρονιάς, αλλά από την άποψη ολόκληρης της λαϊκής οικονομίας και σε περίοδο, ας πούμε, 10-15 χρόνων, που θα ήταν η μοναδικά σωστή αντιμετώπιση του ζητήματος, τότε η προσωρινή και ασταθής αποδοτικότητα των μεμονωμένων επιχειρήσεων ή κλάδων παραγωγής δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να συγκριθεί με εκείνη την ανώτερη μορφή σταθερής και μόνιμης αποδοτικότητας, που μας δίνουν οι ενέργειες του νόμου της ισόμετρης ανάπτυξης της λαϊκής οικονομίας και η σχεδιοποίηση της λαϊκής οικονομίας, που μας εξασφαλίζουν αδιάκοπη άνοδο της λαϊκής οικονομίας με γρήγορους ρυθμούς, ενώ μας απαλλάσσουν από τις περιοδικές οικονομικές κρίσεις που καταστρέφουν τη λαϊκή οικονομία και προκαλούν στην κοινωνία κολοσσιαίες υλικές ζημιές.

Με δυο λόγια: δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ότι στις τωρινές σοσιαλιστικές μας συνθήκες παραγωγής ο νόμος της αξίας δεν μπορεί να είναι «ρυθμιστής αναλογιών» στην κατανομή εργασίας ανάμεσα στους διάφορους κλάδους παραγωγής».

Ο Ι. Βιαζμίν στο άρθρο του «Ο Ι. Β. Στάλιν για την εμπορευματική παραγωγή και το νόμο της αξίας στο σοσιαλισμό», άρθρο στήριξης του προαναφερθέντος έργου του Στάλιν, αναπτύσσοντας τις διαφορές μεταξύ της καπιταλιστικής εμπορευματικής και της εμπορευματικής παραγωγής στο σοσιαλισμό αναφέρει:

«Στο σοσιαλισμό η εμπορευματική παραγωγή έχει να κάνει με εμπορεύματα που παράγονται στις σοσιαλιστικές επιχειρήσεις. Στον τόπο μας δεν υπάρχουν καπιταλιστές ούτε στη σφαίρα της παραγωγής, ούτε στη σφαίρα της κυκλοφορίας εμπορευμάτων. Και το ειδικό βάρος του μικρού ατομικού νοικοκυριού των αγροτών και των βιοτεχνών είναι ασήμαντο. Στη σοσιαλιστική κοινωνία το εμπόρευμα εκφράζει άλλες παραγωγικές σχέσεις, απ� ό,τι στις προηγούμενες κοινωνίες, όταν η εμπορευματική παραγωγή στηριζόταν στην ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Και στο σοσιαλισμό το εμπόρευμα, όπως και κάθε εμπόρευμα, έχει διπλό χαρακτήρα, έχει αξία χρήσης. Αλλά στη σοσιαλιστική οικονομία δεν υπάρχουν ανταγωνιστικές αντιθέσεις, συνεπώς και το εμπόρευμα στη σοσιαλιστική κοινωνία δεν περιέχει μέσα του ανταγωνιστικές θέσεις» … «Η δράση του νόμου της σχεδιασμένης ανάπτυξης της λαϊκής οικονομίας οδηγεί στο γεγονός ότι στον τόπο μας δεν υπάρχει το «ελεύθερο» παιχνίδι των τιμών, μια και η παραγωγή και η κυκλοφορία των εμπορευμάτων σε μας ρυθμίζεται, οι τιμές στα εμπορεύματα της οργανωμένης αγοράς καθιερώνονται από το κράτος. Η στοιχειακή παρέκκλιση των τιμών των εμπορευμάτων από την αξία τους, η στοιχειακή διακύμανση των τιμών έχει ως ένα βαθμό σχέση με τα εμπορεύματα της ανοργάνωτης αγοράς. Αλλά στο σοσιαλισμό και οι τιμές των εμπορευμάτων στην ανοργάνωτη αγορά, βρίσκονται κάτω από τη ρυθμιστική επίδραση του κράτους.

Το σοβιετικό κράτος καθορίζει με σχέδιο τις τιμές στα εμπορεύματα, υπολογίζοντας τις απαιτήσεις του νόμου της αξίας. Αυτό σημαίνει ότι η τιμή ενός τόννου ψημένου ψωμιού πρέπει να είναι μεγαλύτερη από την τιμή ενός τόννου σιταριού, λόγω των συμπληρωματικών εξόδων για το άλεσμα και το ψήσιμο».

Ακόμη, αναφέρεται σε απόσπασμα από το έργο του Στάλιν:

«Τα προϊόντα κατανάλωσης, που είναι απαραίτητα για την κάλυψη της δαπάνης της εργατικής δύναμης στο προτσές της παραγωγής, παράγονται στη χώρα μας και πραγματοποιούνται σαν εμπορεύματα, που υπόκεινται στη δράση του νόμου της αξίας στην παραγωγή. Σε σχέση μ� αυτό, έχουν επίκαιρη σημασία στις επιχειρήσεις μας προβλήματα, όπως η αρχή της οικονομικής αυτοσυντήρησης των επιχειρήσεων και προσοδοφορίας τους, το ζήτημα του κόστους παραγωγής, το ζήτημα των τιμών κλπ. Γι� αυτό οι επιχειρήσεις μας δεν μπορούν και δεν πρέπει να μην παίρνουν υπόψη τους το νόμο της αξίας».

Οπως αναδεικνύει σχετική βιβλιογραφική αναφορά του Α. Εριόμιν, η θεωρητική προσέγγιση του Στάλιν είναι προϊόν της ιστορικής εποχής του, όταν μόλις ετίθεντο τα πρακτικά προβλήματα της οικονομικής πολιτικής και τα ερωτήματα για την ανάπτυξη της οικονομικής επιστήμης του σοσιαλισμού. Η διαμόρφωσή της ήταν προϊόν έντονης θεωρητικής εσωκομματικής αντιπαράθεσης (πλέον της δεκαετίας), στην οποία πήραν μέρος και μη μαρξιστές οικονομολόγοι, η οποία απασχόλησε προσωπικά τον Στάλιν.

Η διαπάλη οξύνθηκε μετά τον θάνατο του Στάλιν. Το θεωρητικό ρεύμα που υποστήριζε το γενικευμένο ρυθμιστικό ρόλο του νόμου της αξίας στο σοσιαλιστικό – κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής κερδίζει σταθερά έδαφος και επιρροή στη διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής.

Στο επίπεδο της οικονομικής πολιτικής κατά την εκτίμηση της υλοποίησης του 4ου πεντάχρονου πλάνου (αφορούσε την περίοδο 1946-1950 και εκπληρώθηκε ένα χρόνο νωρίτερα) διαπιστώνεται η εκδήλωση ορισμένων δυσαναλογιών στην παραγωγή και προβλήματα στο σύστημα διεύθυνσης.

Παρά τις επιτυχίες της μεταπολεμικής ανόρθωσης, τις επιτυχίες στην εκπλήρωση του 4ου πεντάχρονου πλάνου οι καθυστερήσεις (κυρίως του όγκου της συνολικής βιομηχανικής παραγωγής η οποία ξεπέρασε κατά 73% το προπολεμικό επίπεδο, αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας κατά 37% συγκριτικά με εκείνη του 1940) η ηγεσία του ΚΚΣΕ επισημαίνει τους αργούς ρυθμούς στην εισαγωγή νέων επιτευγμάτων της επιστήμης και της τεχνολογίας σε σειρά κλάδων της βιομηχανίας και της αγροτικής παραγωγής, την ύπαρξη εργοστασίων με πεπαλαιωμένο τεχνολογικό εξοπλισμό και χαμηλή παραγωγικότητα, την παραγωγή εργαλειομηχανών και μηχανημάτων ξεπερασμένης τεχνολογίας. Επισημαίνονται φαινόμενα επανάπαυσης, ρουτίνας, αδράνειας στη διεύθυνση επιχειρήσεων, που αδιαφορεί για το καθήκον της πάλης για τεχνική πρόοδο, ως διαρκούς κίνησης για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Η καθυστέρηση στην ανόρθωση της αγροτικής παραγωγής, η χαμηλή στρεμματική απόδοση των καλλιεργειών σιτηρών, η χαμηλή παραγωγικότητα της κτηνοτροφικής παραγωγής, η συνολική παραγωγή της οποίας δεν είχε φθάσει στο προπολεμικό επίπεδο, είχε ως αποτέλεσμα την αισθητή έλλειψη κρέατος, γάλακτος, βουτύρου, λαχανικών και φρούτων, που επηρεάζουν το γενικό στόχο για άνοδο του επιπέδου της κοινωνικής ευημερίας.

Σε αυτό το έδαφος των προβλημάτων διογκώνονται μετά το 20ό Συνέδριο θεωρητικές και πολιτικές προσεγγίσεις για την αποκατάσταση των οικονομικών δυσαναλογιών και τη διόρθωση των αδυναμιών στη διαμόρφωση και υλοποίηση του κεντρικού σχεδιασμού και του συστήματος διεύθυνσης των επιχειρήσεων στη βάση του νόμου της αξίας. Σταδιακά υιοθετούνται όλο και περισσότερο πολιτικές ενίσχυσης του κινήτρου της κερδοφορίας σε επίπεδο επιχείρησης, απομάκρυνσης της διεύθυνσης της σοσιαλιστικής επιχείρησης από τα κεντρικά όργανα σχεδιασμού, ενισχύονται τα ατομικά κίνητρα προς τη διεύθυνση της επιχείρησης, οι δυνατότητες οριζόντιων εμπορευματοχρηματικών συναλλαγών μεταξύ των επιχειρήσεων.

Η κίνηση αυτή εξελίσσεται σταδιακά. Αν συγκρίνουμε επίσημες εκτιμήσεις για τα προβλήματα της αγροτικής παραγωγής πριν το 19ο Συνέδριο (1952) και μετά από αυτό, μετά την εκλογή νέου ΓΓ στο ΚΚΣΕ(1953, και Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου 1958), διαπιστώνουμε σημαντικές διαφορές κατεύθυνσης:

Στην απόφαση της κυβέρνησης και της ΚΕ του ΠΚΚ (μπ) «Για τα μέτρα σχετικά με την εξάλειψη των παραβιάσεων του Καταστατικού του γεωργικού συνεταιρισμού στα κολχόζ» του φθινοπώρου 1946 και στις αποφάσεις της Ολομέλειας της ΚΕ του Κόμματος το Φλεβάρη 1947 γίνεται κριτική σε φαινόμενα που αναπτύσσονταν στη ζωή των κολχόζ, που μπορούμε σήμερα να τα χαρακτηρίσουμε καταχρηστική ιδιοποίηση της κοινής χρήσης γης και των κολχόζνικων αγαθών και πάρθηκαν ορισμένα μέτρα να επιστραφούν και να περιορισθεί ο διοικητικός μηχανισμός στα κολχόζ.

Υπήρχε επίσης η εκτίμηση ότι υπήρχαν στις αρχές του 1950 πολλά μικρά κολχόζ με 10-30 νοικοκυριά, με μικρές εκτάσεις γης, όπου δεν χρησιμοποιούνταν καλά τα τεχνικά μέσα και τα διοικητικά-διαχειριστικά έξοδα ήταν πολύ μεγάλα. Δόθηκε κατεύθυνση να διαμορφωθεί, με την πρωτοβουλία των κομμουνιστών, ένα πλατύ κίνημα των κολχόζνικων για τη συνένωση των μικρών κολχόζ σε μεγάλα.

Προς το τέλος του 1947 αντικαταστάθηκε η διανομή προϊόντων κατά μερίδες με το πλατύ κρατικό και συνεταιριστικό εμπόριο. Εγινε νομισματική μεταρρύθμιση και μεταξύ 1947-1950 μειώθηκαν τρεις φορές οι τιμές των εμπορευμάτων πλατιάς κατανάλωσης και αυξήθηκαν τα έσοδα εργατών, υπαλλήλων και αγροτών.

Το Σεπτέμβριο του 1953 η Ολομέλεια του ΚΚΣΕ εξετάζοντας την πορεία της αγροτικής παραγωγής διαπιστώνει σημαντικές καθυστερήσεις, τις αιτίες των οποίων αποδίδει στις αδυναμίες της καθοδήγησης. Θεώρησε ότι δεν υπήρχε η απαιτούμενη προσοχή στο υλικό ενδιαφέρον των κολχόζ και των κολχόζνικων για την αύξηση της παραγωγής. Οι τιμές συγκέντρωσης και αγοράς πολλών αγροτικών προϊόντων κρίθηκαν χαμηλές, ώστε δεν λειτουργούσαν ως κίνητρο παραγωγής τους. Η Ολομέλεια με τις αποφάσεις της αύξησε τις τιμές και ελάττωσε τις ποσότητες της υποχρεωτικής παράδοσης σειράς βασικών γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων.

Τα μέτρα της κινούνται στην κατεύθυνση ενίσχυσης του εμπορευματικού χαρακτήρα της παραγωγής – κατανομής.

Μετά το 20ο Συνέδριο, το 1957, η διαπάλη οξύνεται εσωκομματικά, κυρίως στο επίπεδο του Προεδρείου της ΚΕ, με αποτέλεσμα καθαιρέσεις και αλλαγές τον Ιούνιο. Μετά τη σταθεροποίηση της κατάστασης σε επίπεδο ηγεσίας του κόμματος γίνονται ορισμένες σημαντικές αλλαγές στην Οικονομική πολιτική. Καταργούνται τα κλαδικά υπουργεία που διεύθυναν τη βιομηχανική παραγωγή σε όλη την ΕΣΣΔ και κατά δημοκρατία και διαμορφώνονται τα Οργανα Περιφερειακής Διοίκησης «Σοβναρχόζ». Το Φλεβάρη του 1958, η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΣΕ αποφάσισε την πώληση των τεχνικών μέσων των ΜΤΣ (Μηχανοτρακτερικοί Σταθμοί) στα κολχόζ, πολιτική η οποία δίνει ιδιοκτησία μηχανικών μέσων παραγωγής στα κολχόζ. Ταυτόχρονα αλλάζει και το σύστημα συγκέντρωσης, δίνοντας δυνατότητα διαφοροποίησης των τιμών μεταξύ των ζωνών της χώρας. Γενικότερα, ορισμένοι στόχοι του 6ου Κεντρικού Σχεδίου τίθενται υπό αναθεώρηση και διαμορφώνεται το 7ο Σχέδιο (1959-1965).

Οπως και αν αιτιολογήθηκε η λήψη των παραπάνω αλλαγών στην κατεύθυνση κατακερματισμού της κοινωνικής ιδιοκτησίας μέσων παραγωγής και ενίσχυσης του εμπορευματικού, ατομικού ή κολχόζνικου, χαρακτήρα της αγροτικής παραγωγής δεν συμβιβάζεται με την εκτίμηση του Εκτακτου 21ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ (1959) ότι: Ο σοσιαλισμός στην ΕΣΣΔ νίκησε ολοκληρωτικά, οριστικά, η Σοβιετική Ενωση με τη δημιουργική δουλιά του λαού και ύστερα από τους βαθιούς μετασχηματισμούς σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής μπήκε στην περίοδο της πλατιάς οικοδόμησης της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Σχολιάζοντας θα έλεγα ότι η αποδυνάμωση σχεδίου σοσιαλιστικής σύνδεσης συνεταιρισμού (κολχόζ) – κράτους, σε κατεύθυνση ενίσχυσης των στοιχείων της εμπορευματικής παραγωγής τελικά δεν συνέβαλε στην άμβλυνση των προβλημάτων της αγροτικής παραγωγής. Αντιθέτως οξύνθηκαν ή αναδείχθηκαν νέα προβλήματα, όπως η έλλειψη ζωοτροφών, η υποχώρηση της τεχνολογικής ανανέωσης των κολχόζ.

Τελικά, στα μέσα της δεκαετίας του 1960 ως αιτίες των προβλημάτων προσδιορίστηκαν τα λάθη υποκειμενικού χαρακτήρα της καθοδήγησης του αγροτικού τομέα της οικονομίας (Ολομέλεια της ΚΕ το Μάρτη του 1965, με εισήγηση του Λ. Μπρέζνιεφ στο θέμα: «Τα επείγοντα μέτρα για την παραπέρα ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας της ΕΣΣΔ»).

Στις μεταρρυθμίσεις περιλαμβάνονταν η μείωση της ποσότητας παράδοσης από τα κολχόζ στο κράτος, η δυνατότητα πώλησης ποσότητας υπεράνω της υποχρεωτικής ποσότητας σε υψηλότερες τιμές, καταργήθηκαν οι περιορισμοί στις συναλλαγές των νοικοκυριών των κολχόζνικων, ο φόρος για ατομική κατοχή ζώων. Διαγράφηκαν χρέη κολχόζ από δάνεια της Κρατικής Τράπεζας, παρατάθηκαν οι προθεσμίες εξόφλησης οφειλών από χρηματικές προκαταβολές, επιτράπηκε η πώληση ζωοτροφών απευθείας σε ιδιοκτήτες ζώων.

Η διόρθωση της πολιτικής κινήθηκε σε κατεύθυνση περαιτέρω τόνωσης των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων, στη βάση προσαρμογής της οικονομικής πολιτικής, του κεντρικού σχεδιασμού στη θεωρητική προσέγγιση ότι ο νόμος της αξίας λειτουργεί αντικειμενικά στο σοσιαλισμό και πρέπει να υπολογίζεται η κατανομή με βάση αυτόν.

Ανάλογη πολιτική ακολουθείται και στη βιομηχανία, διαπιστώνοντας επιβράδυνση και της βιομηχανικής παραγωγής (μείωση των ρυθμών αύξησης της ετήσιας παραγωγικότητας της εργασίας και της ετήσιας παραγωγής, κατά τα πρώτα έτη της δεκαετίας του 1960 και μετά τις αλλαγές στο συγκεντρωτικό σύστημα καθοδήγησης των κλάδων της βιομηχανίας). Πρόκειται για τις γνωστές ως μεταρρυθμίσεις Κοσύγκιν (Ολομέλεια Σεπτέμβρη 1965 με θέμα: «Για τη βελτίωση της διεύθυνσης της βιομηχανίας, την τελειοποίηση του σχεδιασμού και της δυνάμωμα της οικονομικής παρότρυνσης της βιομηχανικής παραγωγής»).

Βασικό στοιχείο των μεταρρυθμίσεων είναι η υιοθέτηση του κέρδους της επιχείρησης ως βασικό κίνητρο για την εισαγωγή νέας τεχνολογίας, αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και του πραγματικού όγκου παραγωγής, για την ανάπτυξη της ευθύνης της διεύθυνσης. Η αναμόρφωση του συστήματος διεύθυνσης στην κατεύθυνση της λεγόμενης αρχής της ιδιοσυντήρησης, η οποία προωθείται και στη διεύθυνση των κρατικών σοβχόζ.

Στη βιομηχανία άρχισε «πειραματικά» το 1962 με τη λειτουργία δυο επιχειρήσεων παραγωγής ενδυμάτων, σύμφωνα με το προτεινόμενο από τον καθηγητή Λήμπερμαν σύστημα διεύθυνσης (γνωστό ως Σύστημα Χαρκόβου). Οι μεταρρυθμίσεις προωθήθηκαν στο χρονικό διάστημα μεταξύ 23ου και 24ου Συνεδρίου.

Στο 24ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1971), στις κατευθύνσεις για τη διαμόρφωση του 9ου πεντάχρονου Σχεδίου (1971-1975) δίνεται αναλογική προτεραιότητα ανάπτυξης στην Ομάδα ΙΙ έναντι της Ομάδας Ι.

Και μετά το 24ο Συνέδριο με πολιτικές αποφάσεις ενισχύεται η αποσύνδεση των επιχειρήσεων από τον Κεντρικό Σχεδιασμό. Π.χ. η ιδιοσυντήρηση παίρνει τη μορφή της εργολαβίας στις οικοδομές (1973).

Οι οικονομολόγοι υποστηρικτές του συστήματος ιδιοσυντήρησης των επιχειρήσεων θεωρούσαν ως βασικά μειονεκτήματα του συγκεντρωτικού συστήματος, ιδιαίτερα για τις σύγχρονες συνθήκες, την έλλειψη ευελιξίας, τα ανεπαρκή κίνητρα για την τεχνική πρόοδο, την επέκταση της γραφειοκρατίας, την υπερβολική χρησιμοποίηση των οικονομικών πόρων.

Ως αιτία ανέδειξαν τη «σχηματική άρνηση του εμπορευματικού χαρακτήρα της παραγωγής στο σοσιαλισμό, την υποτίμηση της ανάπτυξης της γεωργίας, την υπερεκτίμηση της δυνατότητας υποκειμενικής επέμβασης στη διεύθυνση της οικονομίας».

Υποστήριξαν ότι δεν είναι δυνατόν να προσδιορίζεται η ποιότητα, η απορρόφηση, η τεχνολογία, οι τιμές ΟΛΩΝ των εμπορευμάτων από τα κεντρικά όργανα, αλλά χρειαζόταν και η χρησιμοποίηση των μηχανισμών της αγοράς για την εξυπηρέτηση των στόχων της σχεδιασμένης οικονομίας.

Ο Λήμπερμαν υποστηρίζει ότι ο υπολογισμός των προσθέτων αμοιβών (πριμ) των διευθυντών ανάλογα με την υπερκάλυψη του πλάνου, εισήγαγε μια αντίφαση ανάμεσα στα συμφέροντα των διευθυντών και τα συμφέροντα της συνολικής σοβιετικής κοινωνίας.

Και αυτό γιατί οι διευθυντές απέκρυπταν την αληθινή παραγωγική ικανότητα των επιχειρήσεων, δημιουργούσαν αποθέματα πρώτων υλών και προϊόντων, αδιαφορούσαν για τη διακοπή της παραγωγής «αχρήστων προϊόντων», εμπόδιζαν την εφαρμογή νέας τεχνολογίας για να μη μεταβληθούν οι «νόρμες», τα κοινωνικά όρια της παραγωγής, με βάση τα οποία μετριόταν η κάλυψη του πλάνου. Ετσι π.χ. κατασκεύαζαν χονδρό χαρτί αντί για λεπτό, γιατί οι νόρμες μετριόνταν με το βάρος.

Σύμφωνα με το Νέο Σύστημα οι πρόσθετες αμοιβές των διευθυντών εξαρτιόνταν από την εκτέλεση του σχεδίου (από τις πωλήσεις), και θα ήταν συνάρτηση κερδών.

Το Κεντρικό Σχέδιο θα καθόριζε το συνολικό ύψος της συνολικής παραγωγής και των επενδύσεων.

Σε επιχειρησιακό επίπεδο θα καθορίζονταν: η τιμή κόστους, η παραγωγικότητα του απασχολούμενου προσωπικού, ο καταμερισμός των επενδύσεων, οι συμφωνίες με τις καταναλωτικές μονάδες και τις εμπορικές οργανώσεις, δηλαδή θα υπολογιζόταν ο νόμος της αξίας, η ζήτηση θα έκρινε την ποσότητα.

Τουλάχιστον επί τρεις δεκαετίες (τέλος της δεκαετίας του �30 – τέλος της δεκαετίας του �60) διεξάγεται έντονη ιδεολογική και πολιτική διαπάλη στο ΚΚΣΕ για τις αιτίες των προβλημάτων κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, τις αιτίες των αντιθέσεων, των σχετικών καθυστερήσεων ή φαινομένων στην οικονομία της ΕΣΣΔ. Η συζήτηση τροφοδοτείται και από προβλήματα κρατών της Ευρώπης που εντάχθηκαν στο σοσιαλιστικό σύστημα, με ιδιαίτερο το λεγόμενο φαινόμενο «φράγμα των πρώτων υλών» (υπερκαλύπτονταν τα πλάνα στις μεταποιητικές βιομηχανίες ενώ δεν καλύπτονταν στις βιομηχανίες πρώτων υλών, με αποτέλεσμα σοβαρές επιπτώσεις στο εξωτερικό εμπόριο).

Από ρώσους οικονομολόγους (Liberman, Nemtchinow, Trapeznikow) προβάλλεται η άποψη ότι ο κεντρικός σχεδιασμός δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της εντατικής ανάπτυξης, γι� αυτό χρειάζεται τη βοήθεια παράπλευρων βοηθητικών μηχανισμών. Υποστηρίζουν ότι τα προβλήματα προσαρμογής του όγκου της παραγωγής στις ανάγκες της κατανάλωσης μπορούν να αντιμετωπιστούν με κριτήρια τη ζήτηση και τις τιμές που διαμορφώνονται στη βάση της ζήτησης.

Θεωρήθηκε ως πρόβλημα ο τρόπος προσαρμογής της παραγωγής στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων -υλικών και ανθρωπίνων- που στο παρελθόν προκάλεσε δυσαρμονίες, που αποδόθηκαν στην έλλειψη ανταπόκρισης του παραγωγικού σχεδίου στις ανάγκες.

Η αναζήτηση της λύσης των οικονομικών προβλημάτων κατευθύνθηκε προς την ενίσχυση της λειτουργίας της αγοράς (μηχανισμού του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής), που θα επέτρεπε και ένα είδος άμιλλας (ανταγωνισμού) μεταξύ των επιχειρήσεων, και θα είχε θετικό αντίκτυπο στη βελτίωση του τεχνικού επιπέδου και του κόστους παραγωγής.

Θεωρήθηκε ότι η ρύθμιση ορισμένων μεγεθών της οικονομίας, π.χ. των μισθών, της ποσότητας χρήματος, με τη βοήθεια και ενός μηχανισμού της αγοράς δεν αποτελεί μερική εγκατάλειψη των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Σταδιακά κερδίζει έδαφος το θεωρητικό σχήμα της «σοσιαλιστικής εμπορευματικής παραγωγής» ή «σοσιαλισμός με αγορά», η θεωρητική άποψη ότι ο νόμος της αξίας είναι νόμος του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής που λειτουργεί και κατά την αναπτυγμένη σοσιαλιστική οικοδόμηση, συμβατός με τη διαμόρφωση υλικών προϋποθέσεων για το πέρασμα στον κομμουνισμό.

Στην οικονομική πολιτική κερδίζει έδαφος η σταδιακή υποχώρηση του κεντρικού σχεδιασμού, η αποδυνάμωση του κοινωνικού χαρακτήρα της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Η «αυτονόμηση» της επιχείρησης σε συνδυασμό με τη δυνατότητα ιδιοποίησης μέρους του παραγομένου προϊόντος (κέρδος) μέσω οριζόντιων εμπορευματοχρηματικών συναλλαγών μεταξύ των επιχειρήσεων, τόσο στη βιομηχανία όσο και στην αγροτική παραγωγή, η ενίσχυση της αυτοτέλειας των διευθυντών στη λήψη των αποφάσεων και η ενίσχυση των ατομικών τους αποδοχών, αποτελούν το έδαφος για την ενίσχυση κοινωνικού στρώματος (δυνάμει τάξης) με δυνατότητα ατομικής ιδιοποίησης αποτελεσμάτων της ξένης εργασίας και διεκδίκησης της νομιμότητας των σχέσεων ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Οι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής – κατανομής αποδυναμώνονται, ενισχύονται οι εμπορευματικές. Κατά τη δεκαετία του 1980, με το 27ο Συνέδριο (1986) και την ψήφιση νόμου το 1987, αντανακλάται σε πολιτικό επίπεδο (μέσα από το ίδιο το ΚΚΣΕ) η καθεστωτική νομιμοποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων (κατ� ευφημισμόν πολυμορφία των σχέσεων ιδιοκτησίας).

Διευκρινίζοντας τον προσωπικό χαρακτήρα της παραπάνω προσέγγισης, και συνοψίζοντας ως προς τις μεταρρυθμίσεις του �65, σημειώνω ότι:

1. Οι μεταρρυθμίσεις χαρακτηρίστηκαν από την αστική οικονομική σκέψη ως επιστροφή στον καπιταλισμό (δημοσιεύματα Economist, Financial Times).

2. Είχαν τη στήριξη των δυτικών αστών οικονομολόγων της κεϋνσιανής σχολής και της σοσιαλδημοκρατίας, οι οποίες χαρακτήρισαν τις «μεταρρυθμίσεις» ως βελτίωση του σχεδιασμού με καταπολέμηση της γραφειοκρατίας.

3. Τα μέτρα της οικονομικής πολιτικής που επικράτησε ήταν μέτρα ενίσχυσης των σχέσεων των προσοσιαλιστικών οικονομικών επιβιώσεων σε βάρος των προς θεμελίωση σοσιαλιστικών σχέσεων.

Το «επιχειρηματικό» κέρδος δεν είναι ούτε δείκτης αφηρημένης κοινωνικής αποδοτικότητας ούτε αυτόματο εργαλείο ή μέσο για την εξισορρόπηση των αναλογιών της παραγωγής, γι� αυτό και οι αυξομειώσεις του μέσου ποσοστού κέρδους στην καπιταλιστική παραγωγή έρχονται ως νομοτελειακό αποτέλεσμα και συνδέονται με τις φάσεις του κύκλου της κρίσης. Είναι κατηγορία της καπιταλιστικής οικονομίας και όχι μιας «αγοράς» που μπορεί να προσδιορίζεται καπιταλιστική ή σοσιαλιστική ανάλογα με τις κυρίαρχες σχέσεις ιδιοκτησία – παραγωγής.

Η κίνηση της παραγωγής στον καπιταλισμό, επομένως και η προσέλκυση ζωντανής και ξοδεμένης εργατικής δύναμης, γίνεται με κίνητρο το μεγαλύτερο δυνατό (μεγιστοποίηση) κέρδος. Ο νόμος της αξίας και προκειμένου για την εμπορευματοποίηση της εργατικής δύναμης ο νόμος της υπεραξίας είναι θεμελιώδεις για την καπιταλιστική παραγωγή. Η ίδια εργατική δύναμη καθώς και όλες οι άλλες εισροές (πρώτες ύλες, ενδιάμεσα προϊόντα, μηχανήματα κλπ.) έχουν εμπορευματικό χαρακτήρα. Οι επιβιώσεις της απλής εμπορευματικής παραγωγής υποτάσσονται στην καπιταλιστική εμπορευματική παραγωγή.

Ο σοσιαλισμός είναι οργάνωση της κοινωνίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον και επομένως το κέρδος δεν μπορεί να είναι κίνητρο της σοσιαλιστικής παραγωγής.

Η ιστορική πείρα επιβεβαίωσε ότι απέναντι στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής ορθώνεται ο νέος κομμουνιστικός μέσα από μακρόχρονη διαδικασία που μόλις ξεκινά με την επαναστατική εργατική εξουσία.

Ενόσω οι αναζητήσεις μας επικεντρώνονται στο μεταβατικό πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, δηλαδή πριν να υπάρχει πλήρης ανάπτυξη του νέου κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά με κυρίαρχες τις σοσιαλιστικές σχέσεις, επισημαίνω ότι:

Πρώτον: Η κοινωνική ιδιοκτησία στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής και η κεντρικά σχεδιασμένη συνεύρεσή τους με την εργατική δύναμη στην κοινωνικά οργανωμένη παραγωγική διαδικασία είναι προϋπόθεση για τη θεμελίωση του νέου σοσιαλιστικού – κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής. Η κατανομή εργατικής δύναμης, πρώτων υλών, μηχανημάτων, χρηματικών πόρων κλπ. γίνεται με βάση τον Κεντρικό Σχεδιασμό, οπότε καταργείται ο εμπορευματικός χαρακτήρας τους. Διέπονται από τις σοσιαλιστικές σχέσεις ιδιοκτησίας – κατανομής.

Η δυνατότητα κυριαρχίας του νέου τρόπου παραγωγής μπαίνει σε κίνηση πραγματοποίησης με επαναστατική πολιτική πράξη. Αυτό δεν σημαίνει εξ αρχής αυτόματη και πλήρη εξάλειψη προγενέστερων οικονομικών επιβιώσεων (απλής εμπορευματικής ή και μικρής καπιταλιστικής). Δεν πρόκειται όμως για «ισότιμη» συνύπαρξη τους. Γι� αυτό και δεν συμπίπτει η σοσιαλιστική οικοδόμηση με την οικονομία (καπιταλιστική) συνύπαρξης μεγάλης καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και παραγωγής μαζί με κρατική (καπιταλιστική) ιδιοκτησία και παραγωγή (στη βάση της οποίας ασκήθηκε η κεϋνσιανή αστική οικονομική πολιτική στο οικονομικό έδαφος του καπιταλισμού).

Η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και της γης -με την κρατική μορφή της κοινωνικής ιδιοκτησίας- είναι που κατοχυρώνει και την κατάργηση της εργατικής δύναμης ως εμπόρευμα.

Στη βάση του κεντρικού σχεδιασμού κατανέμεται και η εργατική δύναμη και επομένως υλοποιείται το δικαίωμα του καθενός στην εργασία, επομένως και το προσωπικό όφελος από την άνοδο της κοινωνικής ευημερίας.

Η ύπαρξη περιορισμένης έκτασης εμπορευματικής παραγωγής στηρίζεται στην ύπαρξη περιορισμένης ατομικής ιδιοκτησίας μέσων παραγωγής και χρήσης γης, η οποία, παραμένει συγκριτικά χαμηλότερης παραγωγικότητας. Κατά τη γνώμη μου, η επιβίωσή της τείνει προς την τάση ιδιοποίησης του αποτελέσματος ξένης εργασίας ή προς τη συνεταιριστική (ή και πλήρως κοινωνικοποιημένη) συγκέντρωσή της.

Ως προς το χαρακτήρα των σχέσεων ανταλλαγής της συνεταιριστικής αγροτικής παραγωγής με τη σοσιαλιστική βιομηχανική, νομίζω ότι δεν μπορούμε να τον προσεγγίζουμε κυρίως ως απλή εμπορευματική παραγωγή – ανταλλαγή, αφού υπεισέρχεται η χρήση κοινωνικοποιημένων μέσων παραγωγής, ηλεκτρικής ενέργειας κλπ., μέσω της κεντρικά κατευθυνόμενης κατανομής τους.

Θα σημείωνα δε, ότι τις σχέσεις ανταλλαγής μεταξύ προϊόντων της αγροτικής παραγωγής και της βιομηχανίας, ούτε ο καπιταλισμός τις «άφησε» στην αυθόρμητη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς. Γι� αυτό και υπάρχουν ακόμη και στις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες πολύπλοκα συστήματα κεντρικά καθορισμένων τιμών, ποσοστώσεων και επιδοτήσεων.

Η σοσιαλιστική οικοδόμηση είχε αναδείξει την κατεύθυνση επίλυσης: Τη συνένωση των αγροτών – παραγωγών στη μεγάλης έκτασης κοινή χρήση γης, για την παραγωγή κοινωνικού (όχι μόνο συνεταιριστικού) προϊόντος, με κοινωνικοποιημένη σύγχρονη μηχανοποίηση και άλλα μέσα της επιστημονικοτεχνικής προόδου για την ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας, τη μεγαλύτερη διαφύλαξη του προϊόντος από τις απρόβλεπτες καιρικές μεταβολές, την κάθετη συνένωση της αγροτικής πρώτης ύλης με τη βιομηχανική επεξεργασία.

Δεύτερον: Στις συνθήκες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, και με βάση τη σοβιετική εμπειρία, το μεγαλύτερο μέρος της προετοιμασίας της εργατικής δύναμης για να γίνει ικανή για κοινωνική εργασία το αναλαμβάνει το κράτος, θεωρώντας το «ανάγκη» όλων των μελών της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Αντιθέτως, στην καπιταλιστική οικονομία, η προετοιμασία της εργατικής δύναμης είναι ευθύνη ατομική, η απόκτησή της μπαίνει στην εμπορευματική διαδικασία (π.χ. αγοράζεται η εκπαιδευτική διαδικασία, ο βασικός πυρήνας της ή αναγκαία συμπληρώματά του).

Το ίδιο συμβαίνει και με το μεγαλύτερο μέρος αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης.

Γι� αυτό όχι μόνο υπήρχε καθολικό δημόσιο δωρεάν σύστημα εκπαίδευσης και υγείας, αλλά και άλλες πολλαπλές λειτουργίες αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης με πολιτικές απομάκρυνσης από το «ο καθένας ανάλογα με την εργασία του» και τείνοντας στη βάση του νόμου «ο καθένας ανάλογα με τις ανάγκες του». (Τέτια παραδείγματα είναι η πολιτική «τιμών» μέσων μαζικής μεταφοράς, καταναλωτικών προϊόντων παιδικής χρήσης, βιβλίου, κατανάλωσης οικιακής ενέργειας, λαϊκής στέγης και άλλα).

Ωστόσο, χαρακτηριστικό του μεταβατικού περάσματος είναι η σχετική ανεπάρκεια προϊόντων ατομικής κατανάλωσης, με αποτέλεσμα ένα μέρος της να κατανέμεται σύμφωνα με την εργασία του καθένα. Αυτό όμως συνεπάγεται ορισμένη διαφοροποίηση στην καταναλωτική δυνατότητα των εργαζομένων.

Στην οικονομική θεωρία του σοσιαλισμού τέθηκε το ερώτημα εργασίας: Ποιος είναι ο χαρακτήρας των σχέσεων κατανομής με χρηματική μορφή σε ένα σημαντικό τμήμα της ατομικής κατανάλωσης και βεβαίως και σε ένα τμήμα της αμοιβής εργασίας. Από ποιο νόμο διέπεται;

Από ένα ορισμένο ρεύμα της μαρξιστικής διανόησης και πολιτικής συμπεριλαμβανομένου και του Στάλιν, χαρακτηρίσθηκαν ως εμπορευματοχρηματικές σχέσεις σε αυτή τη σφαίρα κυκλοφορίας που διέπεται από τη λειτουργία του νόμου της αξίας, χωρίς να γίνονται καθοριστικές, ρυθμιστικές της σοσιαλιστικής παραγωγής – κατανομής.

Προσωπικά, στην ανάλυση και γενίκευση αυτής της θεωρητικής προσέγγισης βλέπω κενά και αντιφάσεις. Οι ίδιοι οι υποστηρικτές της αναγνωρίζουν ότι η λειτουργία του νόμου της αξίας δεν εναρμονίζεται με τους θεμελιακούς νόμους λειτουργίας της σοσιαλιστικής παραγωγής, γι� αυτό μιλάνε για αντίθεση (αλλά μη ανταγωνιστική) στο εμπόρευμα. Δέχονται ότι η σοσιαλιστική παραγωγή δεν είναι εμπορευματική, αλλά επιχειρούν να εξηγήσουν ορισμένα από τα φαινόμενα των δυσαναλογιών (αντιθέσεων) με τη θεωρία της παραβίασης του νόμου της αξίας σε επιχειρησιακό επίπεδο. Νομίζω ότι εκείνο που κυρίως ήθελαν να αναδείξουν ήταν η αναγκαιότητα συνεχούς ανόδου της παραγωγικότητας της εργασίας, η αναγκαιότητα να υπερέχουν τα αποτελέσματα της από τις συνολικές δαπάνες.

Στο θέμα αυτό, νομίζω ότι ο καθηγητής Ελμέεφ αναπτύσσει την άξια προσοχής θεωρητική προσέγγιση για το νόμο της αξίας χρήσης ως σχέση μεταξύ της εργασίας και του αποτελέσματός της (προϊόν) κατά το μεταβατικό πέρασμα όπου η σοσιαλιστική παραγωγή δεν είναι εμπορευματική. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση μέτρο της αξίας χρήσης είναι ο απελευθερωμένος χρόνος και όχι ο δαπανημένος, και αποτελεί το ρυθμιστικό παράγοντα για τις ενδοπαραγωγικές και τις αναλογίες μεταξύ διευρυμένης αναπαραγωγής και κατανάλωσης.

Ο Εριόμιν αναφέρει ότι «η απαραίτητη εργασία για μια διερμήνευση σε βάθος των χρηματικών μορφών σαν «μεταμορφωμένες ή ανορθολογικές» (δηλαδή μη σχετιζόμενες με το νόμο της αξίας) δεν ακούμπησε σχεδόν καθόλου την επίσημη πολιτική οικονομία, ακόμα και 40 χρόνια μετά το Στάλιν».

Στο ίδιο θέμα αναφέρεται και ο σ. Ποπώφ, αναφέροντας ότι μόνο στη μορφή εμφανίζονται ως εμπορευματοχρηματικές σχέσεις, ενώ στην ουσία είναι άμεσα κοινωνικές.

Αν το καταλαβαίνω σωστά, στην ουσία δεν αντικρίζονται μεμονωμένοι παραγωγοί μέσω του εμπορεύματος στην αγορά.

Ομως, από την αντίληψη και πρακτική της σοσιαλιστικής οικοδόμησης μένει ακόμη αναπάντητο το εξής θεωρητικό ερώτημα εργασίας:

Ποια είναι η σχέση (νόμος) με την οποία αντικρίζεται η εργασία της σοσιαλιστικής παραγωγής με το κοινωνικό προϊόν;

Από την απάντηση αυτού του ερωτήματος προκύπτουν τα μέσα για την εναρμόνιση της πολιτικής μισθών (στον καθένα ανάλογα με την εργασία του) και τιμών για τα καταναλωτικά προϊόντα. Επίσης προκύπτουν τα μέσα για την αντικειμενική αποτίμηση των κατανεμημένων δαπανών και των αποτελεσμάτων της παραγωγής, υπολογισμός απαραίτητος για την κεντρική κατανομή εργασίας, υλών, μηχανημάτων, έρευνας κλπ.

Πως υπολογίζεται η συνεισφορά της κάθε σοσιαλιστικά οργανωμένης επιχείρησης στο κοινωνικό προϊόν.

Τα υπαρκτά οικονομικά προβλήματα που προέκυψαν ως αντιθέσεις στη βάση της ταχύτερης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων σε σχέση με τις σχέσεις παραγωγής – κατανομής, κατά τη γνώμη μου, πολιτικά αντιμετωπίσθηκαν λαθεμένα.

Η πορεία της ανάπτυξης του σοσιαλιστικού – κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής είναι πορεία επέκτασης των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής και κατανομής με εξάλειψη των προσοσιαλιστικών οικονομικών επιβιώσεων, με την ανάπτυξη του όγκου και της παραγωγικότητας της σχεδιασμένης παραγωγής, της σοσιαλιστικής συνείδησης για την εργασία και την ουσιαστική συμμετοχή της στην από τα κάτω προς τα πάνω πληροφόρηση, διόρθωση και υλοποίηση του κεντρικού σχεδιασμού, στην ολοένα διευρυνόμενη κατανομή «σύμφωνα με τις ανάγκες».

Επομένως η πορεία της σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής οικοδόμησης είναι διαδικασία εξάλειψης των παραγόντων που γεννούν τη λειτουργία του νόμου της αξίας και επομένως των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων.

Προσωπικά συμμερίζομαι την άποψη ότι είναι πρωτίστως γνωσιολογική η ρίζα του προβλήματος της αρχικής θεωρητικής διολίσθησης.

Ωστόσο, δεν θεωρώ νομοτελειακή την ταχύτατη ανάπτυξη και επικράτηση αυτών των ιδεολογικών και πολιτικών απόψεων, την πλήρη υιοθέτηση κατηγοριών της καπιταλιστικής οικονομίας για τη λύση αντιθέσεων στο έδαφος του μακρόχρονου περάσματος από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό. Νομίζω ότι χρειάζεται να αναζητήσουμε το σύνολο των παραγόντων, που συνέβαλλαν σ� αυτήν την εξέλιξη. Θεωρώ ότι σ� αυτούς περιλαμβάνονται:

Η υποχώρηση του επιπέδου πολιτικής μαρξιστικής μόρφωσης των ηγετών κομμουνιστών λόγω και των ιδιαίτερων συνθηκών του πολέμου, των μεγάλων απωλειών και της απότομης νέας ποσοτικής αύξησης των κομμουνιστών είχε ως αποτέλεσμα την μη έγκαιρη ανάπτυξη της Πολιτικής Οικονομίας του Σοσιαλισμού.

Η σχετική εξάρτηση που είχε η κομμουνιστική εξουσία στην ΕΣΣΔ, από τη γέννησή της, από διευθυντικό και επιστημονικό δυναμικό με δεσμούς ανάπτυξης και επιρροής από τον πολιτισμό της καπιταλιστικής Δύσης.

Η ιστορική κληρονομιά της ΕΣΣΔ, από την άποψη της έκτασης της προκαπιταλιστικής καθυστέρησης και της ανισόμετρης καπιταλιστικής ανάπτυξής της.

Οι θυσίες στο επίπεδο κατανάλωσης που κόστισε η μεταπολεμική ανόρθωση, σε συνθήκες ανταγωνισμού με την καπιταλιστική ανασυγκρότηση της Δυτικής Ευρώπης που στηρίχθηκε σημαντικά στις δυνατότητες και την ανάγκη των ΗΠΑ για εξαγωγή κεφαλαίων.

Προβλήματα και αντιθέσεις κατά την πορεία ενσωμάτωσης στο σοσιαλιστικό σύστημα των κρατών της Κεντρ. Ευρώπης. Σε ορισμένες απ� αυτές έπαιζαν ρόλο και οι ιστορικές διακρατικές σχέσεις, π.χ. Ρουμανία ήταν στο γερμανικό άξονα, «πλήρωσε» τις πολεμικές αποζημιώσεις μέσω της παραγωγής ρουμανοσοβιετικών επιχειρήσεων,

Ο φόβος ενός νέου πολέμου, εξ αιτίας των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων στη Κορέα, κλπ., του «ψυχρού πολέμου», του δόγματος Hellstein της Δυτικής Γερμανίας (μη αναγνώριση της Αν. Γερμανίας, αλλά θεώρησή της ως «ζώνη σοβιετικής κατοχής»).

Η διαφοροποιημένη πολιτική παρέμβαση του διεθνούς ιμπεριαλισμού προς τις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης με πιο ευέλικτες εμπορικές συναλλαγές με κράτη της Κεντρ. και Αν. Ευρώπης.

Ζητήματα στρατηγικής και της διάσπασης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Στο μεταπολεμικό πεδίο της Ευρώπης και διεθνώς η αντίθεση μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού έχει στοιχεία αμφίδρομης επιρροής στις επιλογές της οικονομικής πολιτικής.

Στην ευρωπαϊκή καπιταλιστική διαχείριση μεταπολεμικά κέρδισε έδαφος η κεϋνσιανή διαχείριση (σε πολλές περιπτώσεις με βασικό φορέα τα κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας), η οποία άσκησε οπορτουνιστική πίεση στο σοσιαλιστικό κόσμο.

Η κεϋνσιανή διαχείριση ανέδειξε τον καπιταλιστικό κρατικό προγραμματισμό, ως μέσο αντικατάστασης του ασυντόνιστου και συμπτωματικού παρεμβατισμού του κράτους για τον έλεγχο των συνεπειών της κρίσης.

Το καπιταλιστικό σύστημα «δανείζεται» από τη σοσιαλιστική αναγκαιότητα ένα προγραμματισμό προσαρμοσμένο στις ανάγκες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Δανείζεται επίσης και μια ορισμένη κοινωνική πολιτική (ένα από τα πιο προωθημένα είναι το μεταπολεμικό Σύστημα Εθνικής Υγείας στην Αγγλία).

Σε αυτές τις συνθήκες προσαρμόζεται η ιδεολογική επίθεση ενός τμήματος των αστών οικονομολόγων απέναντι στον «κρατικό χαρακτήρα» της οικονομίας του υπαρκτού σοσιαλισμού. Οι νέες συνθήκες στις οποίες διεξάγεται η θεωρητική και πολιτική πάλη ανάμεσα στα δυο συστήματα μακροπρόθεσμα εξελίσσεται σε βάρος του σοσιαλισμού.

Ο ανταγωνισμός των δυο συστημάτων εξωθεί το σοσιαλιστικό σύστημα ίσως σε ένα ορισμένο υποκειμενισμό στις δυνατότητες και τους στόχους της σοσιαλιστικής ανάπτυξης. Η στρατηγική επιλογή στήριξης ορισμένων πρώην αποικιών στο μη καπιταλιστικό δρόμο οικονομικής ανάπτυξης νομίζω ότι λειτουργεί και ως παράγων που επιτείνει την εκτατική (σε βάρος της εντατικής) αντίληψη ανάπτυξης στον κεντρικό σχεδιασμό.

Σε αυτές τις ιστορικές συνθήκες, η εξουσία υιοθετεί πολιτικές με ενσωματωμένα στοιχεία ενίσχυσης της καπιταλιστικής οικονομίας (αγοράς) και τουλάχιστον σε ορισμένη περίοδο θεωρώντας τα ως στοιχεία στερέωσης του σοσιαλισμού. Ως διαδικασία είναι διαβρωτική του επαναστατικού χαρακτήρα της εξουσίας και του περάσματος από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό.

Τις αδυναμίες τεχνοοικονομικού επιπέδου (σε σχέση με την εφαρμογή μαθηματικών, πληροφορικής) στον κεντρικό σχεδιασμό (με την έννοια της ακριβούς γνώσης δεδομένων, συλλογής πληροφοριών, ορθής εκτίμησης δυνατοτήτων, κατά κλάδους, περιφέρειες κλπ.), δεν θα τις θεωρούσα καθοριστικές με δεδομένη την εμπειρία και τις επιτυχίες σε πολύ μεγάλες επιστημονικο-τεχνικές κατακτήσεις και εφαρμογές.

Στα προβλήματα σχεδιασμού, τη διεύρυνση της παραγωγής καταναλωτικών προϊόντων και κυρίως την ποιοτική τους εξέλιξη δεν θα τη θεωρούσα ως αποτέλεσμα εκτατικής ανάπτυξης των αντίστοιχων κλάδων της βιομηχανίας, αλλά κυρίως ως ανάπτυξη της παραγωγικότητάς τους, ως ανάγκη εισαγωγής νέας τεχνολογίας στην παραγωγή τους (αναμόρφωση του σχεδίου με κριτήρια την τεχνολογική πρόοδο, την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας κλπ.). Είναι γνωστά ορισμένα προβλήματα π.χ. στον κλάδο κατασκευής υποδημάτων. Από κάθε άποψη η μαζική παραγωγή των νέας τεχνολογίας μηχανημάτων προηγείται και καταγράφεται ως αποτέλεσμα στην κατανάλωση.

Ως προς τα προβλήματα που εμφάνισε το σύστημα διεύθυνσης, αν και δεν έχουμε σημαντικές πηγές των προτάσεων σε επίπεδο οικονομικής πολιτικής από τους σοβιετικούς οικονομολόγους που αντιπάλεψαν τις μεταρρυθμίσεις, από εκείνο το μέρος της θεωρητικής συζήτησης που έχω υπόψη μου, οδηγούμαι στη σκέψη ότι δεν ήταν κυρίως πρόβλημα τεχνικό – διοικητικό ή και ηθικό το κίνητρο και η απόδοσή του. Ο στόχος και η εκτίμηση του παραγομένου αποτελέσματος είχε να κάνει με τη θεωρητική αναγνώριση της ανάγκης για αυξανόμενα αποτελέσματα (προϊόντα, αξίες χρήσης) σε σχέση με τις δαπάνες (εισροές εργασίας, μηχανημάτων, υλών, χρηματικών κονδυλίων κλπ.). Επιπροσθέτως θεωρώ σημαντική την αξιολόγηση της χρήσης τεχνολογίας σε σχέση με την παραγωγικότητα της εργασίας και με δείκτες ποιότητας παραγωγής με βάση το μακροπρόθεσμο κοινωνικό όφελος, όπως: ισορροπία του περιβάλλοντος, υγεία.

Ορισμένοι προβληματισμοί για την άσκηση οικονομικής πολιτικής:

Στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής, τα υλικά κίνητρα να μην αποκόπτουν την παραγωγική μονάδα από το σύνολο και να μην αποκόπτουν το ατομικό από το συλλογικό όφελος.

Να εκδηλώνονται στην αρχή «ο καθένας ανάλογα με την εργασία του» ανά παραγωγική κολλεκτίβα περισσότερο παρά ανά άτομο (στην κατανάλωση νέων προϊόντων, σε ταξίδια εσωτερικού-εξωτερικού, βελτίωση των συνθηκών στέγασης κλπ.).

Ανά άτομο εκφράζεται στην προσαύξηση της ατομικής αμοιβής, με αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη δυνατότητα κατανάλωσης εμπορευμάτων.

Ανά παραγωγική κολλεκτίβα είναι πιο πρόσφορο, χωρίς να ενισχύει την χρηματική κυκλοφορία.

Μέρος της προσαυξημένης ατομικής αμοιβής να κατευθύνεται σε νέες ευκαιρίες πρόσβασης σε ανώτερη επαγγελματική ειδίκευση και εκπαίδευση. Τέτια εμπειρία έχουν τόσο στις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης όσο και τα ΚΚ στις σοσιαλιστικές χώρες.

Το διευθυντικό – διοικητικό δυναμικό, σε όλη την κλίμακα, να μην έχει ξεχωριστά υλικά προνόμια σε σχέση με τους άμεσους παραγωγούς.

Τα ηθικά κίνητρα να έχουν κέντρο την καλλιέργεια κομμουνιστικής συνείδησης για την αναγκαιότητα της εργασίας, της εργασίας ως τρόπο ζωής. Απαραίτητη προϋπόθεση γι� αυτό η διαμόρφωση συνθηκών συμμετοχής στις αποφάσεις, στον έλεγχο της πορείας τους, στον έλεγχο της διεύθυνσης. Η έκτακτη εθελοντική μη αμειβόμενη εργασία (τα γνωστά σε μας «κόκκινα μεροκάματα») να μην παγιώνεται με τρόπο ώστε να λειτουργεί σε αντίθεση με την τάση ανάπτυξης του μη εργάσιμου χρόνου και της πολύπλευρης ανάπτυξης του ανθρώπου της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Θέμα ιδιαίτερης έρευνας και εξαγωγής συμπερασμάτων πρέπει να είναι η συγκριτική μελέτη των μορφών οργάνωσης της εργατικής συμμετοχής, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους, σε διάφορες περιόδους της Σοβιετικής Εξουσίας. Να εξετασθούν συγκριτικά μεταξύ των εργατικών επιτροπών επί Λένιν, του Σταχανοφικού κινήματος και των «Αυτοδιαχειριστικών Συμβουλίων» επί Γκορμπατσόφ (να αναζητηθούν αναλόγως επί Μπρέζνιεφ) σε σχέση με τον Κεντρικό Σχεδιασμό και την πραγματοποίηση του κοινωνικού χαρακτήρα της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.

Η ήττα του πρώτου εγχειρήματος περάσματος από τον καπιταλισμό στο κομμουνισμό κατά τον 20ο αιώνα πιστεύω ότι αποτελεί θεμελιακό παράγοντα της βαθιάς κρίσης του κομμουνιστικού κινήματος παγκοσμίως. Εχει κλονίσει την πίστη και τις αντοχές μεγάλου μέρους κομμουνιστών σε κάθε χώρα και στη δική μας. Εχει θολώσει το σοσιαλιστικό όραμα έστω και για κάποια πρωτοπόρα τμήματα της εργατικής τάξης.

Η μακρόχρονη σχετικά «ειρηνική» περίοδος και καθεστωτική ανοχή απέναντι στο κομμουνιστικό κίνημα, η μεγαλύτερη εμβέλεια της αστικής ιδεολογικής επιρροής καθιστούν πολύ δύσκολη την προσέγγιση της μαρξιστικής γνώσης και επομένως την ερμηνεία της ήττας.

Συνοψίζοντας θα έλεγα ότι:

Η ιστορία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ είναι η ιστορία της πάλης για την οικοδόμηση του νέου τρόπου παραγωγής σε κοινωνικο-οικονομικό έδαφος ισχυρών προκαπιταλιστικών επιβιώσεων, και επομένως μακροχρόνιας συγκριτικής καθυστέρησης στον όγκο παραγωγής και στην παραγωγικότητα της εργασίας. Σε μεγάλο τμήμα της Σοβιετικής Ενωσης, όπως και της Κίνας, η εκβιομηχάνιση έγινε σε συνθήκες μη κυριαρχίας των καπιταλιστικών σχέσεων.

Η πρώτη ιστορικά σοσιαλιστική οικοδόμηση έδωσε τη μάχη με τη φτώχεια και την προκαπιταλιστική καθυστέρηση με τρόπο διαφορετικό από τον καπιταλισμό. Η συσσώρευση γινόταν εξασφαλίζοντας τουλάχιστον ένα ελάχιστο επίπεδο ισότιμης πρόσβασης στην εργασία, στη στέγαση, στη σίτιση, στην παιδεία, υγεία, πρόνοια κλπ. στη βάση της σχεδιασμένης οικονομίας που λειτουργεί με κίνητρο το γενικό κοινωνικό όφελος. Η εκβιομηχάνιση και η μεγάλη κεφαλαιακή συσσώρευση στον καπιταλισμό ήταν αποτέλεσμα της μέχρι και καταστροφής αλλοτρίωση. Στις ΗΠΑ, βασικό κέντρο του καπιταλισμού που αντιπαρατάχθηκε στο βασικό κέντρο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης μεταπολεμικά, η καπιταλιστική ανάπτυξη ήρθε σε ευνοϊκότερες ιστορικές, γεωγραφικές κλιματολογικές συνθήκες, με αποτέλεσμα να εισρεύσει εκεί κεφάλαιο και εργατικό δυναμικό από τρεις ηπείρους. Καπιταλιστικές κοινωνίες με πολύ βαθιά ανισομετρία στην καπιταλιστική τους ανάπτυξη (π.χ. Ινδία) δεν έχουν ακόμη λύσει το πρόβλημα της πείνας. Ακόμη εντονότερο είναι το πρόβλημα για τις κοινωνίες της Αφρικής. Αποτελεί ιστορική ιδιαιτερότητα η επίδραση των δυσμενών κλιματολογικών συνθηκών για την παραγωγικότητα της εργασίας και την εργασία και μάλιστα σε ιστορική εποχή του καπιταλισμού που δεν είχαν πλήρως αναπτυχθεί οι τεχνολογίες που αντισταθμίζουν τις αντιξοότητες της φύσης. Στη σοσιαλιστική οικοδόμηση ενσωματώθηκε η ισχυρή παράδοση του αγροτικού κοινοτισμού, του οποίου στοιχεία επιβίωναν και ενσωματώνονταν στα προσοσιαλιστικά συστήματα. Η επιβίωση έχει τα αίτια της, είναι αποτέλεσμα των σκληρών φυσικών κλιματολογικών συνθηκών, που καθιστούν την «ατομική» επιβίωση και παραγωγικότητα πολύ χαμηλή. Αυτή η κληρονομιά της μικρής εμπορευματικής αγροτικής παραγωγής ήταν παράγων καθυστέρησης της σοσιαλιστικής ανάπτυξης.

Τα ιστορικά βήματα της πορείας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ, ακόμη και στην Κίνα, δεν μπορούν να αποτιμηθούν με τα κριτήρια της μελλοντικής σοσιαλιστικής οικοδόμησης που θα ξεκινήσει από πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες.

Η μελέτη των αντιθέσεων, των υποκειμενικών λαθών της όλης ιστορικής κίνησης είναι διαδικασία ανάπτυξης της θεωρίας του σοσιαλισμού – κομμουνισμού, από την οποία θα προκύψει ιδεολογική και πολιτική αναζωογόνηση του κομμουνιστικού κινήματος για νέα έφοδο.

Advertisements

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΕΝΤΑΓΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΕΕ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

 

της Ελένης Μπέλλου

Εν όψει των ευρωεκλογών, εντείνεται η συζήτηση και ο προβληματισμός γύρω από τα ερωτήματα:

Ωφελήθηκε η ελληνική οικονομία από την ένταξή της στην ΕΕ και στη ζώνη του Ευρώ;
Ποια είναι ακριβώς η θέση της ελληνικής οικονομίας μέσα στην ΕΕ;
Η ένταξη της ελληνικής οικονομίας αποτελεί μονόδρομο τόσο για το κεφάλαιο όσο και για τους εργαζόμενους;
Υπάρχει δυνατότητα να ακολουθηθεί ένας φιλολαϊκός δρόμος εντός των ευρωενωσιακών τειχών;

Προκειμένου ν’ απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, είναι αναγκαίο να διερευνήσουμε τις εξελίξεις και τάσεις που διαμορφώνονται κατά τα τελευταία 5-10 έτη για τα βασικά οικονομικά μεγέθη και να τα ερμηνεύσουμε από τη σκοπιά των ταξικών συμφερόντων.

ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΕ

Οι μακροοικονομικοί δείκτες των δυο τελευταίων ετών δείχνουν την ελληνική οικονομία σε διαφορετική φάση του οικονομικού κύκλου (ακριβέστερα του κύκλου της κρίσης για κάθε καπιταλιστική οικονομία) σε σχέση με το σύνολο της ΕΕ των 15 κρατών-μελών της και ειδικότερα του σκληρού οικονομικού πυρήνα της.
Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες κυβερνητικές εκτιμήσεις (1) η αύξηση του ΑΕΠ στην Ελλάδα το 2003 ήταν 4,2% συγκριτικά με το 2002, ενώ στην ευρωζώνη, κατά τις εκτιμήσεις της Eurostat, ήταν 0,4% και στην ΕΕ-15 0,7%. Δηλαδή η ελληνική οικονομία εξακολούθησε να βρίσκεται στην ανοδική φάση του κύκλου ενώ η οικονομία της ευρωζώνης τυπικά σε στασιμότητα και πραγματικά σε συρρίκνωση. Αρνητικοί ρυθμοί μεταβολής του ΑΕΠ χαρακτήρισαν τις οικονομίες της Ολλανδίας (-0,8%), της Πορτογαλίας (-1%), της Γερμανίας (-0,1%), μηδενικοί ρυθμοί τις οικονομίες της Ιρλανδίας και της Ιταλίας.

Από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της κρίσης στην ευρωζώνη είναι η κατά 0,8% μείωση των ιδιωτικών επενδύσεων κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2003, η πολύ μικρή αύξηση της κατανάλωσης των νοικοκυριών κατά 0,7%. Αντιθέτως η μικρή αύξηση των δημοσίων δαπανών στην ευρωζώνη κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2003 κατά 2,3%, είναι αυτή που συγκράτησε και την τυπική εκδήλωση της συρρίκνωσης του Ακαθάριστου Προϊόντος σ’ αυτήν.
Οσον αφορά την αυξητική μεταβολή του ΑΕΠ στην Ελλάδα, ο ρυθμός της ήταν από τους μεγαλύτερους παγκοσμίως και υπερδιπλάσιος του μέσου ρυθμού αύξησης (2,0% κατά το 2003) για τις οικονομίες του ΟΟΣΑ.

Σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα ανακοινωθέντα στοιχεία της προηγούμενης κυβέρνησης, (2) το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα έφθασε τα 18.000 δολάρια ΗΠΑ (με σχέση 1 ευρώ προς 1,3 δολάρια), η συνολική αύξηση του ΑΕΠ ήταν 40% την περίοδο 1993-2003 και 18% κατά την τετραετία 2000-2003.
Μια διαχρονικότερη εξέλιξη του κατά κεφαλήν ΑΕΠ μετρούμενη σε μονάδες ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης (PPS, ΕΕ-15=100), δίνει το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας να εξελίσσεται από 64,8% του κατά κεφαλήν ΑΕΠ της ΕΕ-15 (με 99,3% του κατά κεφαλήν ΑΕΠ της ΕΕ-12) το 1996, σε 73,5% (και 98% της ΕΕ-12) το 2003.3
Αλλά και η διαχρονικότερη μέτρηση της μεταβολής του όγκου του ΑΕΠ σε σταθερές τιμές του 1995 δίνει για την Ελλάδα σταθερά μεγαλύτερο ρυθμό εκείνου της ΕΕ-12 για όλα τα έτη της χρονικής περιόδου 1996-2003.

Τη συγκριτική βελτίωση της ελληνικής οικονομίας μέσα στην ευρωζώνη, την αποκαλούμενη ως «πορεία σύγκλισης», κατά την περίοδο 1995-2003, δείχνει και η εξέλιξη της παραγωγικότητας (ΑΕΠ σε μονάδες ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης, PPS/αριθμό εργαζομένων): Με βάση σύγκρισης (100) τον μέσο όρο της παραγωγικότητας στην ΕΕ-15, το 1996 στην Ελλάδα ήταν 78,2 (στην ΕΕ-12: 102,7) ενώ το 2003 στην Ελλάδα ήταν 86 (στην ΕΕ-12: 101,2). 4
Ο ρυθμός μεταβολής της παραγωγικότητας στην Ελλάδα κατά 3,3% το 2003 σε σχέση με το 2002 καταγράφεται μεταξύ των 6 μεγαλύτερων παγκοσμίως και πολύ μεγαλύτερος εκείνου της ΕΕ-15 (1,2%).
Στη βάση των παραπάνω οικονομικών εξελίξεων, η προηγούμενη κυβέρνηση, του ΠΑΣΟΚ, υπερασπίσθηκε την μακρο-οικονομική πολιτική της. Είναι δε βέβαιον ότι το ΠΑΣΟΚ θα αξιοποιήσει αυτά τα στοιχεία για να υπερασπισθεί εν όψει των ευρωβουλευτικών εκλογών δυο βασικές του θέσεις: α) Την ωφέλεια της ελληνικής οικονομίας από τη στρατηγικής σημασίας επιλογή ένταξης της Ελλάδας στην ευρωζώνη. β) Την αποτελεσματικότητα της μακροοικονομικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ.

Βεβαίως τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και η ΝΔ όταν υπερασπίζονται την αποτελεσματικότητα της μίας ή άλλης διαχειριστικής πολιτικής εντός των ευρωκοινοτικών τειχών, θεωρώντας την ένταξη ως εθνικής σημασίας επιλογή, συνειδητά αποφεύγουν να διαχωρίσουν σε ταξική βάση τα οφέλη και τις αρνητικές συνέπειες. Η αλήθεια είναι ότι η ένταξη στην ΟΝΕ συνέβαλε εξαιρετικά στη μεγέθυνση και ισχυροποίηση του πιο δυναμικού τμήματος του ελληνικού κεφαλαίου.
Το 2003 αποδείχτηκε χρυσοφόρο. Σύμφωνα με την ανάλυση της Magna Trust ΑΧΕΠΕΥ των στοιχείων των ισολογισμών των εισηγμένων εταιρειών, η αύξηση της κερδοφορίας σε ενοποιημένο επίπεδο ήταν 35,8%, με προ φόρων κέρδη 7 δισ. ευρώ, ενώ ο κύκλος εργασιών τους αυξήθηκε κατά 10,6% (ξεπερνώντας τα 58 δισ. ευρώ). Το μεγαλύτερο ποσοστό αύξησης της κερδοφορίας εμφανίσθηκε στις Τράπεζες (51% σε σύγκριση με το 2002). 5 Ακόμη και κορυφαία τραπεζικά στελέχη δεν έκρυβαν την έκπληξή τους για το ύψος της κερδοφορίας!

Πάνω από το 65% των κερδών είναι συγκεντρωμένο στην εξής εικοσάδα κολοσσών: ΔΕΗ, ΕΛ.ΠΕ, ΟΤΕ, Cosmote, Εθνική, Εμπορική, ΤΙΤΑΝ, Vodafon, 3Ε – Coca Cola, Τεχνική Ολυμπιακή, Ελληνική Τεχνοδομική, Ακτωρ, Motoroil, Intralot, Alphabank, Eurobank, Αγροτική, Πειραιώς, Ηρακλής, ΟΠΑΠ.
Με άλλα λόγια το μεγάλο όφελος συγκεντρώθηκε στο πιο μεγάλο κεφάλαιο, το οποίο άλλωστε μεγεθύνθηκε μέσω των κυβερνητικών και κοινοτικών πολιτικών, τις ενισχύσεις των ΚΠΣ, τις χρηματοδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, συνολικότερα του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, τις ευνοϊκές φοροαπαλλαγές και άλλα κίνητρα για εξαγορές και συγχωνεύσεις, για εισροές και εκροές άμεσων ξένων επενδύσεων.

Τα προεκλογικά προγράμματα της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, θέλοντας το καθένα να λειτουργήσει ως το τραγούδι της Κίρκης για τους μικροεπιχειρηματίες και αυταπασχολούμενους, υπόσχονταν επέκταση των ευνοϊκών ρυθμίσεων, των κινήτρων για εξαγορές και συγχωνεύσεις και σ’ αυτά τα μεγέθη του κεφαλαίου. Βεβαίως θα ήταν πολύ αφελές να πιστέψει ο μεγαλύτερος αριθμός των μικροεπιχειρηματιών ότι θα τα βγάλει πέρα με την ένταση του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, ότι θα κατακτήσει μια ζηλευτή θέση στα μερίδια της εγχώριας αγοράς και στα κέρδη.

Η νέα κυβέρνηση της ΝΔ, όπως και το ΠΑΣΟΚ ως αξιωματική αντιπολίτευση, θα υπηρετήσουν με συνέπεια κάθε πολιτική συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, έντασης του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Από αυτή θα βγαίνουν καταστραμμένοι μικροεπιχειρηματίες, θα γεννιούνται νέοι και μόνο ένα πιο περιορισμένο τμήμα αυτοαπασχολούμενων και μικροεπιχειρηματιών θα κατορθώνει να επιβιώνει στις συνθήκες της ευρωενωσιακής αγοράς, των διμερών συμφωνιών της με άλλες περιφερειακές ενώσεις, των πολυμερών συμφωνιών της μέσω του ΠΟΕ, που σε κάθε περίπτωση εξασφαλίζουν τα συμφέροντα του μεγάλου βιομηχανικού κεφαλαίου.

Η συγκεντροποίηση της παραγωγής και του κεφαλαίου είναι νομοτέλεια της καπιταλιστικής εξέλιξης, την οποία δεν παρακολουθεί αδιάφορα η εξουσία, αλλά παρεμβαίνει στο ρυθμό επιτάχυνσής της με την εκάστοτε ασκούμενη πολιτική.
Η συγκεντροποίηση της παραγωγής και του κεφαλαίου στην Ελλάδα βρίσκεται σε σταθερή πορεία, όπως δείχνουν συγκρίσιμα στοιχεία των εξελίξεων στην Μεταποίηση (για επιχειρήσεις με προσωπικό άνω των 10 απασχολουμένων) για την χρονική περίοδο 1994-2000. Σ’ αυτό το διάστημα ο αριθμός των μονάδων στη Μεταποίηση μειώθηκε κατά 15,6%, η προστιθέμενη αξία αυξήθηκε κατά 61,2%, οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 71,93%, ενώ η απασχόληση μειώθηκε κατά 10,5%. 6

Οι μισθωτοί (με μισθό ή ημερομίσθιο) είναι η μόνη κατηγορία ως ποσοστό του συνόλου των απασχολουμένων που εμφάνισε σταθερή αύξηση (το μεγαλύτερο μέρος απορροφήθηκε από τον τριτογενή τομέα) κατά την πενταετία 1998-2002. Αυξήθηκαν κατά 123.700 άτομα ή 5,5% συγκριτικά με τους μισθωτούς το 1998 και έφθασαν το 2002 τα 2.356.600 άτομα ή 59,8% των απασχολουμένων 7 (3.939.600 άτομα το 2002, μειωμένο κατά 12.900 άτομα ή 0,33% σε σύγκριση με τους απασχολούμενους το 1998).
Σημαντική μείωση είχε ο αριθμός των βοηθών στην οικογενειακή επιχείρηση κατά 113.900 άτομα ή κατά 26,45% το 2002/1998, φθάνοντας τα 316.800 άτομα και 8% των απασχολουμένων (από 430.700 και 10,9% αντιστοίχως το 1998).
Οι αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό μειώθηκαν κατά 31.200 άτομα ή 3,1% το 2002/1998, φθάνοντας τα 967.900 άτομα ή 24,57% του συνόλου των απασχολουμένων (από 999.100 άτομα και 25,28% το 1998).

Μικρή απόλυτη άνοδο παρουσίασαν οι αυτοαπασχολούμενοι με προσωπικό κατά 8.500 άτομα ή 2,93% το 2002/1998, φθάνοντας τα 298.200 άτομα ή το 7,57% του συνόλου των απασχολουμένων (από 289.700 και 7,33% το 1998).
Ακόμη, είναι αξιοσημείωτο ότι κατά το 2002 το 56% των αυτοαπασχολουμένων με προσωπικό συγκεντρώνεται στον τριτογενή τομέα (όπου εμφανίζεται ο μικρότερος βαθμός συγκέντρωσης του κεφαλαίου), το 28% στον δευτερογενή τομέα και μόνο το 16% στον πρωτογενή.
Η κατανομή των αυτοαπασχολουμένων χωρίς προσωπικό, το 2002, είναι η εξής: 48% στον τριτογενή τομέα, 13% στο δευτερογενή και 39% στον πρωτογενή τομέα.

Απασχολούμενοι ηλικίας 15 ετών και άνω, κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας και θέση στο επάγγελμα για τα έτη 1998 και 2002 (8)
(σε χιλιάδες και ποσοστό επί των απασχολουμένων)

  Πρωτογενής Τομέας σε χιλ. Δευτερογενής Τομέας σε χιλ. Τριτογενής Τομέας σε χιλ. Σύνολο
        σε χιλ. %
Αυτοαπασχολούμενοι με προσωπικό 40,4 92,1 157,3 289,7 7,33
Αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό 384,3 133,3 481,6 999,1 25,28
Μισθωτοί (με μισθό ή ημερομίσθιο) 29,6 640,0 1563,3 2232,9 54,3
Βοηθοί στην οικογενειακή επιχείρηση 250,3 48,8 131,7 430,7 10,9
ΣΥΝΟΛΟ 704,5 914,2 2333,9 3952,6 100
2002 Μεταβολή 2002/1998
  σε χιλ %
Αυτοαπασχολούμενοι με προσωπικό 46,7 83,6 168,0 298,2 7,57 +8,5 +2,93
Αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό 376,3 125,8 465,8 967,9 24,57 -31,2 -3,1
Μισθωτοί (με μισθό ή ημερομίσθιο) 28,5 642,4 1685,7 2356,6 59,8 +123,7 5,5
Βοηθοί στην οικογενειακή επιχείρηση 181,1 33,4 102,3 316,8 8,0 -113,9 -26,45
ΣΥΝΟΛΟ 632,6 885,2 2421,8 3939,5 100 -12,9 -0,33

Πηγή στοιχείων: Ερευνες Εργατικού Δυναμικού: 1998-2002, ΕΣΥΕ.
Τα στοιχεία του Πίνακα δεν επαληθεύονται πλήρως στις αθροίσεις των συνόλων λόγω στρογγυλοποίησής τους.

Μελέτες και έρευνες για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που χρησιμοποιούν ως κριτήριο κατάταξης το ύψος του κύκλου εργασιών, επιβεβαιώνουν ότι οι ΑΕ και οι ΕΠΕ δείχνουν ισχυρή τάση βιωσιμότητας σε αντίθεση με τις προσωπικές. Ερευνα της ICAP για την πενταετία 1997-2001 δίνει ότι ιδρύθηκαν 23.820 ΑΕ και ΕΠΕ και έκλεισαν 1.592 απ’ αυτές, δηλαδή το ποσοστό «θνησιμότητας» ήταν 6,7%. Αντιθέτως για τις νέες μικρομεσαίες επιχειρήσεις (με κύκλο εργασιών μέχρι 50 εκατ. ευρώ), έρευνα της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής Ελλάδας (ΟΚΕ) δίνει ποσοστό θνησιμότητας 50% στα 5-7 χρόνια από την ίδρυσή τους. Η ίδια έρευνα δίνει την εξής διαμόρφωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων: το 99,35% αυτών (δηλαδή 998.791 σε σύνολο 1.055.335 επιχειρήσεων) έχουν κύκλο εργασιών μέχρι 2 εκατ. ευρώ, το 0,55% έχουν κύκλο εργασιών 2,1-10 εκατ. ευρώ, και το υπόλοιπο 0,1% 10,1-50 εκατ. ευρώ. Στις επιχειρήσεις με κύκλο εργασιών μέχρι 2 εκατ. ευρώ, το 42,3% είναι συγκεντρωμένο στις Μεταφορές, το 27,8% στο Χονδρικό-Λιανικό Εμπόριο και μόλις το 9,6% στον Τουρισμό, το 8,1% στη Μεταποίηση, το 8% στις Κατασκευές και το 4,2% στις υπηρεσίες.

Κατάταξη μονάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων
με βάση τον κύκλο εργασιών (9) (σε ευρώ) και ως ποσοστό του αριθμού μονάδων

Κλάδος ως 2 εκατ. ευρώ % της κατηγορίας μονάδων από 2 ως 10 εκατ. ευρώ % της κατηγορίας μονάδων από 10 ως 50 εκατ. ευρώ % της κατηγορίας μονάδων Σύνολο % επί συνόλου μονάδων
Μεταποίηση 81426 8,1 1218 21,9 276 27,9 82920 8,3
Χονδρικό-λιανικό εμπόριο 277397 27,8 3129 56,3 486 49,1 281012 27,9
Ξενοδοχεία-Εστιατόρια 95961 9,6 210 3,8 22 2,2 96193 9,6
Μεταφορές 422373 42,3 372 6,7 78 7,9 422823 42,0
Παροχή υπηρεσιών 41803 4,2 153 2,8 33 3,3 41989 4,2
Κατασκευές 79831 8,0 473 8,5 94 9,5 80398 8,0
Σύνολο 998791 100,0 5555 100,0 989 100,0 1005335 100

Επομένως, και με το κριτήριο του κύκλου εργασιών και του μέσου χρόνου βιωσιμότητας επιβεβαιώνεται η συγκέντρωση, ο χαμηλότερος βαθμός της οποίας συναντάται στις Μεταφορές και στο Εμπόριο.

Το ΚΚΕ βλέπει το αντικειμενικό και προοδευτικό στοιχείο στην τάση να επεκτείνεται και να βαθαίνει η κοινωνικοποίηση της εργασίας, η κοινωνική παραγωγή. Ταυτοχρόνως βλέπει και την έκταση, το βάθος των ταξικών αντιθέσεων που επιφέρει όλη αυτή η διαδικασία, τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα για τους μισθωτούς εργαζόμενους, τους φτωχούς αγρότες, τους καταχρεωμένους και αναγκαστικά υπεραπασχολημένους βιοτέχνες και μικροεπαγγελματίες. Η Ελλάδα έχει τη μεγαλύτερη αυτοαπασχόληση στην ΕΕ, ως ποσοστό του συνολικού εργατικού δυναμικού. Το β΄ τρίμηνο του 2002 ήταν 20,1%, ενώ ο μέσος όρος στην ΕΕ-15 ήταν 7,59% (πάνω από τον μέσο όρο η Πορτογαλία με 15,02%, η Ισπανία με 11,68%, η Ιταλία με 10,07% και η Ιρλανδία με 9,89%). 10 Το ΚΚΕ προβλέπει την κατεύθυνση των μελλοντικών εξελίξεων της καπιταλιστικής ανάπτυξης, που δεν είναι άλλη από τη μετατροπή ενός σημαντικού τμήματος αυτοαπασχολούμενων και φτωχών αγροτών σε μισθωτούς εργαζόμενους ή άνεργους ή αναγκαστικά πρόωρα ημισυνταξιοδοτούμενους. Αυτήν την προοπτική δίνει το γεγονός ότι η Ελλάδα κατέχει τα πρωτεία στην ΕΕ-15 σε ποσοστό αυτοαπασχολούμενων.

Απ’ αυτήν την κοινωνική οπτική, των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων, το ΚΚΕ κρίνει την οικονομική εξέλιξη της Ελλάδας μέσα στην ΟΝΕ. Παράλληλα το ΚΚΕ αναδεικνύει τις δυνατότητες που γεννούν οι εξελίξεις, την προοπτική και τους άξονες μιας ριζικά διαφορετικής οικονομίας και πολιτικής με κίνητρο την ικανοποίηση των σύγχρονων εργατικών και λαϊκών αναγκών.

ΠΟΙΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΠΛΗΡΩΣΑΝ ΤΟ ΑΝΤΙΤΙΜΟ ΤΗΣ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ ΤΟΥ ΙΣΧΥΡΟΤΕΡΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΣΤΗΝ ΟΝΕ

Αν στα παραπάνω στοιχεία που αφορούν τις εξελίξεις στην Μεταποίηση προσθέσουμε και την εξέλιξη των αμοιβών, με ονομαστική αύξηση κατά 40,5% για τη χρονική περίοδο 1994-2000, θα διαπιστώσουμε ότι οι αμοιβές αντιπροσώπευαν το 40,4% της προστιθέμενης αξίας στη Μεταποίηση το 1994 ενώ μόλις το 35,2% το 2000. Αλλά και ως ποσοστό της αξίας των πωλήσεων εμφανίζει την ίδια τάση. Το 1994 οι αμοιβές των απασχολουμένων αντιπροσώπευαν το 17,25% των πωλήσεων ενώ το 2000 αντιπροσώπευαν το 14,1% των πωλήσεων.

Επομένως υπήρξε συγκριτική επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούν και άλλα στοιχεία.

Την πραγματική κατάσταση στην εξέλιξη των κατώτατων αποδοχών εργατοϋπαλλήλων (ως μέσο όρο αμειβομένων με κατώτατες αποδοχές / εργατών ή υπαλλήλων, αγάμων ή εγγάμων, με ή χωρίς προϋπηρεσία) και του κατώτατου ημερομισθίου άγαμου εργάτη χωρίς προϋπηρεσία (με βάση την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση) αποτυπώνουν ως τάση και τα στοιχεία που η δίνει η Τράπεζα της Ελλάδας:

Με βάση σύγκρισης το 1995=100, οι κατώτατες αποδοχές εργατοϋπαλλήλων έφθασαν το 2003 στο 108,5, κάτω από το επίπεδο του 1984 (120,2) και του 1985 (118,7).
Το κατώτατο ημερομίσθιο άγαμου εργάτη χωρίς προϋπηρεσία το 2003 έφθασε στο 107,8, κάτω από το επίπεδο του 1989 (112,0), του 1990 (109,0) (11), του 1982 (120,4), του 1983 (115,6), του 1984 (122,8), του 1985 (121,5), του 1986 (109,0).
Οι απώλειες στις κατώτατες αποδοχές εξαφανίζονται όταν χρησιμοποιούνται δείκτες αναφερόμενοι σε μέσες αποδοχές για το σύνολο της οικονομίας (που περιλαμβάνει και τον ιδιωτικό τραπεζικό και το δημόσιο τομέα της οικονομίας, όπου συναντώνται όχι μόνο γενικά μεγαλύτερες μέσες αποδοχές αλλά και αποδοχές υψηλά αμοιβομένων που μπαίνουν στη διαμόρφωση της μέσης αποδοχής).

Οι αμοιβές των εργαζομένων δημοσίου και ιδιωτικού τομέα ως ποσοστό του ΑΕΠ αποτελούσαν το 35,7% το 1990, ενώ το 2002 το 33,5%. Αντιθέτως τα κέρδη κλπ. εισοδήματα εκτός μισθών αποτελούσαν το 54,9 του ΑΕΠ το 1990, ενώ το 2002 το 55,8%. 12
Την ίδια χρονική περίοδο επιδεινώθηκαν οι εργασιακές σχέσεις, η σταθερότητα στην απασχόληση.
Σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιευμένα στοιχεία του ΙΚΑ 13 αντληθέντα από τις Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις που υποβλήθηκαν τον Απρίλιο του 2003 και αφορούσαν την απασχόληση και την ασφάλιση, από τους 1.762.165 εργαζομένους σε 240.509 κοινές επιχειρήσεις και σε 50.736 οικοδομικο-τεχνικές, το 84,6% δούλευαν με πλήρη απασχόληση, ενώ το 15,4% με μερική.

Αλλος δείκτης για τη μερική απασχόληση, αυτός που την υπολογίζει ως ποσοστό της συνολικής απασχόλησης για άτομα άνω των 15 ετών, κατά το α΄ τρίμηνο 2002, τη δίνει 4,5% στην Ελλάδα, σημαντικά χαμηλότερη από το μέσο όρο 18,2% στην ΕΕ.14
Μεταξύ των δυο δεικτών δεν υπάρχει τόσο μεγάλη αντίφαση, αφού στην Ελλάδα η αυτοαπασχόληση είναι η μεγαλύτερη της ΕΕ-15, και αυτό το ποσοστό της μερικής απασχόλησης μετράται στο σύνολο των απασχολουμένων, το οποίο περιλαμβάνει και τους αυτοαπασχολούμενους. Επιπλέον, η μερική απασχόληση είναι περιορισμένη στο δημόσιο τομέα.
Με βάση τα στοιχεία της ΕΣΥΕ, καταγράφονται 178.400 άτομα με μερική απασχόληση το 2002 (ενώ το 1998 είχαν καταγραφεί 223.100 άτομα) ποσοστό 4,5% του συνόλου των απασχολουμένων αλλά 7,6% επί των μισθωτών και 6,7% στο σύνολο μισθωτών και βοηθών σε οικογενειακή επιχείρηση.15

Και άλλοι δείκτες, συγκριτικοί και ως προς το μέσο όρο της ΕΕ, αποδεικνύουν ότι η περίφημη «ανάπτυξη» της ελληνικής οικονομίας στην ευρωζώνη, ορισμένη ισχυροποίηση της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας στα χρόνια ένταξης στην ΟΝΕ, δεν αφορούσε τις λαϊκές δυνάμεις. Αντιθέτως, αυτή επήλθε από τις μεγαλύτερες δυνατότητες εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας και αφαίμαξης του υπερπροϊόντος του μικροπαραγωγού που προσέφερε το ευρωενωσιακό εποικοδόμημα με την ενιαία νομισματική πολιτική του, την ΚΑΠ, την πολιτική των αναδιαρθρώσεων και πάνω απ’ όλα με την προώθηση ενιαίων μηχανισμών καταστολής αλλά και ιδεολογικής χειραγώγησης.

Το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα είναι πολύ μεγαλύτερο από το μέσο κοινοτικό παρ’ όλο που η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε ανοδική φάση ενώ αυτή του σκληρού κοινοτικού πυρήνα σε ύφεση. Το ίδιο ισχύει και για τη μακροχρόνια ανεργία και εκείνη των νέων.
Το ωριαίο κόστος εργασίας (ευρώ ανά εργαζόμενο, ανά ώρα εργασίας, το 2000) στην Ελλάδα (11,73 ευρώ) ήταν το μισό του μέσου κοινοτικού για την ΕΕ-15 (23,05 ευρώ) και το δεύτερο μικρότερο, μετά από εκείνο της Πορτογαλίας (7,17 ευρώ).16
Ο χρόνος εργασίας (ως μέσος αριθμός ωρών εργασίας ανά εβδομάδα στο κύριο επάγγελμα για το σύνολο της απασχόλησης) στην Ελλάδα κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2002, ήταν 43,2 ώρες, το υψηλότερο στην ΕΕ και κατά 5,8 ώρες υψηλότερος του μέσου όρου στην ΕΕ.17

Η Ελλάδα παρουσιάζει μεγάλη παρατεταμένη φτώχεια (κάτω από το όριο της φτώχειας για τρία συνεχόμενα έτη -στοιχεία 1999) 13% του πληθυσμού με 9% ως μέσο όρο στην ΕΕ-15 (εκτίμηση Eurostat).18
Το ένα πέμπτο (20%) του πληθυσμού στην Ελλάδα βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας (2000) 19 και μετά «τις κοινωνικές αναδιανομές» (αντίστοιχα στην ΕΕ-15: 15%).
Η ίδια επιδείνωση εμφανίζεται στην ποιότητα ζωής των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων, μια επιδείνωση που δεν μπορεί να καταγραφεί σε αστικούς κοινωνικούς δείκτες όπως αυτός του διαθέσιμου εισοδήματος. Γιατί το μέσο διαθέσιμο εισόδημα δεν μπορεί να καταγράψει και να συγκρίνει την εξέλιξη ζωτικής σημασίας δαπανών, όπως αυτές που αφορούν την υγεία.

Σύμφωνα με στοιχεία έρευνας 20, οι ιδιωτικές δαπάνες υγείας εξαπλασιάσθηκαν στη χρονική περίοδο 1990-2003 (από 1 δισ. ευρώ το 1990 σε 5,8 δισ. ευρώ το 2003). Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των δαπανών προς τον ιδιωτικό τομέα υγείας τροφοδοτήθηκε από τις ελλείψεις, ανεπάρκειες και άμεσες διασυνδέσεις από τον κατ’ όνομα δημόσιο (ΕΣΥ).
Αλλη διεθνής έρευνα 21 δίνει ότι οι δημόσιες δαπάνες υγείας ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ελλάδα (4,7%) το 2000 είναι οι χαμηλότερες μεταξύ της ΕΕ-15, των ΗΠΑ και του Καναδά. Ταυτοχρόνως, η Ελλάδα διαθέτει μεγαλύτερο ποσοστό παιδικής θνησιμότητας.
Οι κατά κεφαλήν συνολικές δαπάνες υγείας, σε ισοδύναμες μονάδες αγοραστικής δύναμης (2001), στην Ελλάδα είναι οι χαμηλότερες της ΕΕ-15. Αλλά και οι δημόσιες δαπάνες εκπαίδευσης ως ποσοστό του ΑΕΠ (3,7% το 2002) είναι το χαμηλότερο της ΕΕ-15 (5,2% το 2000). 22

Ερευνα για την ποιότητα ζωής 23 (μόλυνση περιβάλλοντος, κριτήρια υγειονομικών, μεταφορικών, εκπαιδευτικών υποδομών, πρασίνου κλπ.) σε 215 πόλεις παγκοσμίως, φέρνει την Αθήνα στην 120η θέση, πολύ πιο κάτω από όλες τις πρωτεύουσες τις ΕΕ και άλλες πόλεις της. Και βεβαίως, τις συνέπειες τις πληρώνει η πλειοψηφία των εργατοϋπαλλήλων, των ανέργων, των συνταξιούχων και των αυτοαπασχολούμενων και όχι η κεφαλαιοκρατία και όσα καλοπληρωμένα μεσαία στρώματα επιβιώνουν γύρω απ’ αυτήν.

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΕ

Η θέση της ελληνικής οικονομίας – ακριβέστερα της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας- στην ΕΕ-12 παρουσιάζεται βελτιωμένη σε σχέση με εκείνη πριν μια δεκαετία. Η βελτίωση καταγράφεται κυρίως σε σχέση με την Πορτογαλία. Στη διευρυμένη ΕΕ των 25 κρατών-μελών, η ελληνική οικονομία βρίσκεται πίσω από εκείνη της Κύπρου ως προς τον κύριο συγκρίσιμο δείκτη, του κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ισοδύναμες μονάδες μέτρησης (οι οποίες εξομαλύνουν τα διαφορετικά επίπεδα τιμών).

Η πιο εμφανής ώθηση της ελληνικής οικονομίας καταγράφεται μετά το 2000, χρονική περίοδο κατά την οποία εκδηλώθηκε η οικονομική κρίση στις περισσότερες οικονομίες της ΕΕ, οι οποίες επηρεάσθηκαν και από την κρίση στις ΗΠΑ.
Η ελληνική οικονομία διατηρούσε ακόμη αρκετά χαμηλότερο βαθμό ενσωμάτωσης στην ΕΕ ώστε να επηρεασθεί άμεσα από την κρίση στο σκληρό οικονομικό πυρήνα της. Αντιθέτως είχε μεγαλύτερο βαθμό διασύνδεσης με την βαλκανική αγορά, η οποία βρισκόταν σε φάση καπιταλιστικής σταθεροποίησης και αναζωογόνησης.

Οι βαλκανικές οικονομικές και πολιτικές συνθήκες προσφέρονταν για μια περίοδο άνθησης των ελληνικών επενδύσεων.
Την ίδια περίοδο, οι επενδύσεις μέσω του Γ΄ ΚΠΣ και των Ολυμπιακών έργων έδιναν τη δυνατότητα μιας σχετικά σταθερής αύξησης των δημοσίων και ιδιωτικών επενδύσεων.
Η έλλειψη συγχρονισμού στον κύκλο της οικονομικής κρίσης μεταξύ της ελληνικής οικονομίας και εκείνης του σκληρού πυρήνα της ΕΕ δεν ανατρέπει τη νομοτέλεια εκδήλωσης της κρίσης και στην Ελλάδα.

Πότε ακριβώς θα εκδηλωθεί η κρίση και σε ποιο βάθος δε μπορεί να είναι μεσοπρόθεσμα προβλέψιμο. Μπορεί να προβλεφθεί βραχυπρόθεσμα, συνεκτιμώντας τις εξελίξεις στην ιδιωτική κατανάλωση, το βαθμό της δανειακής εξάρτησης των λαϊκών νοικοκυριών (από στεγαστικά, καταναλωτικά και άλλα δάνεια), τη δανειακή εξάρτηση των επιχειρήσεων σε συνδυασμό με την εξέλιξη στην ποσοστιαία μεταβολή της κερδοφορίας τους, την εξέλιξη των ισοζυγίων στις διεθνείς συναλλαγές και του δημοσίου χρέους, του επιπέδου τιμών, και οπωσδήποτε τη γενικότερη οικονομική συγκυρία σε αγορές που έχουν δεχθεί μεγάλες άμεσες επενδύσεις από ελληνικές επιχειρήσεις.

Η έγκαιρη και αξιόπιστη δημοσιοποίηση όλων των ανάλογων δεδομένων συχνά υπόκειται όχι μόνο σε προβλήματα μεθοδολογίας αλλά και στην πολιτική σκοπιμότητα των αρμοδίων φορέων.
Επομένως, εκ μέρους του αρμόδιου τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ θα ήταν δύσκολη η πρόβλεψη εκδήλωσης της κρίσης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του εξάμηνου. Με βάση τα σημερινά δεδομένα, δε διαφαίνεται εκδήλωση της κρίσης μέσα στο επόμενο εξάμηνο, παρά τη μείωση της παραγωγής στη Μεταποίηση.

Ανεξαρτήτως του πότε θα εκδηλωθεί η κρίση στην ελληνική οικονομία, εξακολουθούν να υφίστανται προβλήματα ενδεικτικά της προοπτικής μιας βαθύτερης κρίσης. Εάν η εκδήλωση της κρίσης στην ελληνική οικονομία συμπέσει με φάση αναζωογόνησης για την οικονομία της ευρωζώνης, είναι φανερό ότι όχι μόνο θα ανακοπεί αλλά και θα ανατραπεί η σημερινή πορεία προσέγγισης του μέσου κοινοτικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ.

Η διαχρονική εξέλιξη της παραγωγής στη Μεταποίηση, του μεριδίου της Βιομηχανίας στο σύνολο του ΑΕΠ, η διαχρονική εξέλιξη του εμπορικού ισοζυγίου, του δημόσιου χρέους και μάλιστα συγκριτικά προς τα ανάλογα μεγέθη, κατά μέσον όρο, της ευρωζώνης, υποδηλώνει την ύπαρξη βραδυφλεγών εκρηκτικών στην ελληνική οικονομία, και βεβαίως τη χαμηλή θέση της στην ανισόμετρη ευρωενωσιακή ιμπεριαλιστική πυραμίδα.

Η ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

Τη χρονική περίοδο Ιανουαρίου – Οκτωβρίου 2003 σημειώθηκε συρρίκνωση της παραγωγής στη Μεταποίηση κατά 0,3% σε σχέση με την αντίστοιχη χρονική περίοδο του 2002 (το 2002 υπήρξε μικρή αύξηση κατά 0,5% σε σχέση με το 2001, ενώ το 2001/2000 αύξηση κατά 2,4%). Σε δεκατρείς (13) από τους εικοσιδύο (22) κλάδους της Μεταποίησης σημειώθηκε μείωση της παραγωγής (μεταξύ αυτών και οι δυναμικοί, μετά το 1995, κλάδοι των Τροφίμων και ποτών, των προϊόντων από ελαστική και πλαστική ύλη, των βασικών μετάλλων, των μηχανημάτων και εξοπλισμού, των συσκευών ραδιοφωνίας-τηλεόρασης-επικοινωνιών, των μεταφορικών μέσων). Επτα (7) κλάδοι της Μεταποίησης (καπνός, είδη ενδυμασίας, Δέρμα-είδη υπόδησης, Ξύλο και φελλός, χαρτί και προϊόντα από χαρτί, λοιποί εξοπλισμοί μεταφορών) παραμένουν σταθερά κάτω από το επίπεδο της παραγωγής του 1995. 24

Συρρικνώθηκε η παραγωγή κεφαλαιακών προϊόντων κατά 3,4% (για δεύτερη συνεχή χρονιά), διαρκών καταναλωτικών (μείωση κατά 2,3%), μείωση ενδιάμεσων κατά 0,6% και μείωση μη διαρκών καταναλωτικών προϊόντων κατά 0,1%.
Η αύξηση που παρουσίασε ο συνολικός δείκτης της Βιομηχανίας κατά 1,7% (Ιανουάριος-Οκτώβριος 2003/2002) οφείλεται αποκλειστικώς και μόνο στην αύξηση κατά 8,1% του Ηλεκτρισμού – Φυσικού αερίου (ενώ η παραγωγή στα Ορυχεία συρρικνώθηκε κατά 5,7%).25

Αλλά και η διαχρονική σύγκριση των ρυθμών μεταβολής του όγκου της μεταποιητικής παραγωγής, κάθε άλλο παρά καταγράφουν μια ιδιαίτερα δυναμική πορεία της ελληνικής οικονομίας μέσα στην ΕΕ. Για τη χρονική περίοδο 1996-2002, ο μέσος όρος μεταβολής της βιομηχανικής παραγωγής στην Ελλάδα ήταν 2,3% έναντι 1,7% στην ΕΕ (με 2,4% στην Ισπανία, 2,5% στην Πορτογαλία, 13,4% στην Ιρλανδία).26
Συγκρινόμενη η «δυναμική» περίοδος 1996-2002, με άλλες προηγούμενες μεταπολεμικές περιόδους εμφανίζει πολύ μικρότερη δυναμικότητα, με εξαίρεση τη χρονική περίοδο 1989-1995.

Ρυθμοί μεταβολής % του δείκτη όγκου της μεταποιητικής παραγωγής (27)

Ετος

%

Περίοδος

%

1996

-0,4

1961-66

7,3

1997

2,3

1967-74

9,8

1998

8,1

1975-81

4,5

1999

-0,9

1982-88

3,8

2000

5,1

1989-95

0,7

2001

1,7

1996-02

2,4

2002

0,7

   

Μ.Ο

2,4

   

Μεγάλο μέρος της αυξητικής μεταβολής του ΑΕΠ κατά το 2003 οφειλόταν στη μεγάλη αυξητική μεταβολή του τομέα των Κατασκευών, που έφτασε να αντιπροσωπεύει το 9% του ΑΕΠ το 2003, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης του εγχώριου κατασκευαστικού προϊόντος 13,7% για την χρονική περίοδο 1997-2003. 28
Αντιθέτως, η συμμετοχή της Μεταποίησης στο ΑΕΠ είναι η χαμηλότερη που υπάρχει μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Και γενικότερα η συμμετοχή της Βιομηχανίας (Μεταλλεία, Μεταποίηση, Ηλεκτρισμός) είναι συγκριτικά η χαμηλότερη (14% το 2001, υποχωρώντας από το 20% του 1990) 29, όχι μόνο στην ευρωζώνη (μέσος όρος 22,3% το 2001) αλλά και στο σύνολο των υπό ένταξη κρατών (μέσος όρος 26,2%, με τη χαμηλότερη συμμετοχή της Βιομηχανίας στο ΑΕΠ 12,9% στην Κύπρο). 30

Η υποχώρηση του μεριδίου συμμετοχής του προϊόντος της Μεταποίησης και γενικότερα της Βιομηχανίας στο ΑΕΠ της Ελλάδας, σε συνδυασμό με τις εκροές κεφαλαίων, και την αύξηση της εισαγωγικής διείσδυσης κατά την περίοδο ένταξης στην ΟΝΕ αποτελούν στοιχεία ενισχυτικά του ενδεχόμενου να επιδεινωθεί η θέση της ελληνικής οικονομίας στην ανισόμετρη αλυσίδα της ΕΕ.

ΟΙ ΡΟΕΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ

Οι ελληνικές εξαγωγές εμπορευμάτων προς την ΕΕ είχαν παρουσιάσει πτωτική πορεία ως ποσοστό της συνολικής αξίας τους κατά την τριετία 1999-2001, παρ’ όλο που κατείχαν την πρώτη θέση. Η τάση αυτή ανατράπηκε στα έτη 2002-2003. Οι εξαγωγές στην ΕΕ-15 αποτελούσαν το 46,7% της συνολικής αξίας των εξαγωγών στο 9μηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2003. Το 37,7% της συνολικής αξίας ήταν εξαγωγές στη ζώνη του ευρώ, το 16,2% στις Βαλκανικές χώρες, το 15% στις χώρες του ΟΟΣΑ (εκτός ΕΕ και ΗΠΑ), το 8,5% στις χώρες υπό ένταξη στην ΕΕ, το 7,3% στις ΗΠΑ, το 5,3% στις χώρες της Β. Αφρικής και Μ. Ανατολής, το 3,2% στην Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών, το 1,5% στην Κίνα και Ν. Α. Ασία και το υπόλοιπο 3,6% σε άλλες χώρες.

Η ΕΕ-15 κατέχει την πρώτη θέση στις ελληνικές εισαγωγές με ποσοστό 54,7% επί του συνόλου της αξίας των εισαγωγών για το 9μηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2003. Για τη ζώνη του ευρώ αντιστοιχεί το 48,5% της συνολικής αξίας, με τάση ανάκαμψης σε σχέση με την μείωση του μεριδίου στη χρονική περίοδο 2000-2002. Το μερίδιο των Βαλκανικών χωρών και των υπό ένταξη χωρών είναι μικρό (2,7% και 1,7% αντιστοίχως) ενώ σημαντικά είναι τα μερίδια των χωρών της Β. Αφρικής και Μ. Ανατολής (7,8%), της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών (7,7%) και της Κίνας και της Ν. Α. Ασίας (4,7%) στις ελληνικές εισαγωγές. Το δεύτερο μεγαλύτερο μερίδιο αφορά τις χώρες του ΟΟΣΑ – εκτός ΕΕ και ΗΠΑ (17,7%), ενώ το μερίδιο των ΗΠΑ είναι 4,4% και το υπόλοιπο 3% σε άλλες χώρες. 31

Σύμφωνα με έρευνα του Κέντρου Εξαγωγικών Ερευνών και Μελετών (ΚΚΕΜ) για λογαριασμό του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων, για τα έτη 1990 και 2000, η Γερμανία και η Ιταλία εξακολούθησαν να κατέχουν την 1η και τη 2η θέση αντιστοίχως (με ποσοστά επί του συνόλου της αξίας των ελληνικών εξαγωγών 21,9% το 1990 και 12,6% το 2000 η Γερμανία και 16,7% το 1990 και 9,4% το 2000 η Ιταλία). Υποχώρησαν σημαντικά το μερίδιο και η θέση κρατών-μελών της ΕΕ, όπως η Γαλλία και η Ολλανδία, ενώ ανέβηκε σημαντικά το μερίδιο και η θέση της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας και της Τουρκίας στις ελληνικές εξαγωγές το 2000 σε σύγκριση με το 1990. 32 Ωστόσο στην πορεία σημειώθηκε μείωση των εξαγωγών προς την Τουρκία.

Αν και υπήρξε αυξητική πορεία των ελληνικών εξαγωγών αυτή ήταν πολύ χαμηλότερη της πορείας αύξησης των ελληνικών εισαγωγών και της αύξησης των παγκόσμιων εξαγωγών. Ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εξαγωγέων υπολογίζει τη μέση ετήσια αύξηση των ελληνικών εξαγωγών κατά 3% στη δεκαετία του 1990, τη μισή της αντίστοιχης αύξησης των παγκόσμιων εξαγωγών, με συνέπεια να μειώνεται το μερίδιο τους στη διεθνή αγορά. 33

Η ελληνική οικονομία έχει τις χαμηλότερες εξαγωγές ως ποσοστό επί του ΑΕΠ (8% το 2002, ενώ 10% το 2000 και το 1990 και 13% το 1980) και χαμηλή και φθίνουσα σχέση ως ποσοστό επί των εισαγωγών (36% το 2002, ενώ 39% το 2000, 42% το 1990 και 49% το 1980) στην ΕΕ-15. 34 Το ελληνικό εμπορικό ισοζύγιο είναι σταθερά αρνητικό και διευρύνεται, ακόμη και για τα αγροτικά προϊόντα, που κατέχουν τη 2η θέση, μετά τα βιομηχανικά προϊόντα, στην κλαδική διάθρωση των ελληνικών εξαγωγών.

Θετικό είναι το εμπορικό ισοζύγιο με τα βαλκανικά κράτη (εκτός της Τουρκίας). Το εμπορικό ισοζύγιο με την Τουρκία είναι ελλειμματικό και διευρύνθηκε κατά το 2003, λόγω διπλάσιας αύξηση των τουρκικών εισαγωγών στην Ελλάδα από τις ελληνικές εξαγωγές στην Τουρκία.
Ελλειμματικό είναι το εμπορικό ισοζύγιο της Ελλάδας με αρκετές από τις υπό ένταξη χώρες, π.χ την Πολωνία, την Τσεχία, την Ουγγαρία (με βάση στοιχεία του 2000).

Γενικότερα η κλαδική σύνθεση της ελληνικής εισαγωγικής δαπάνης το 2003 (21,2% σε μηχανές και συσκευές, 21,9% σε εμπορεύματα μεταποίησης εκτός μεταλλουργίας, 15% σε μεταφορικά μέσα, 15,8% σε χημικά-πλαστικά, 14,4% σε αγροτικά) σε συνδυασμό με την κλαδική σύνθεση των εξαγωγικών εισπράξεων (22% από αγροτικά προϊόντα, 20,1% από εμπορεύματα μεταποίησης εκτός μεταλλουργίας) 35 αντανακλά τη διαρθρωτική υστέρηση της ελληνικής παραγωγής σε σύγκριση ακόμη και με κάποιες από τις υπό ένταξη οικονομίες.

ΟΙ ΡΟΕΣ ΤΩΝ ΑΜΕΣΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ

Εξετάζοντας τα Αποθέματα 36 Εισροών Ξένων Αμεσων Επενδύσεων (σε τρέχουσες τιμές), ως ποσοστό της διεθνούς αγοράς, ως ποσοστό της ΕΕ αγοράς και ως ποσοστό του ΑΕΠ, για τα έτη 1980, 1990, 2000, διαπιστώνουμε ότι αυτά παρουσιάζουν διαχρονική αύξηση στην Ελλάδα ως ποσοστό του ΑΕΠ, αλλά μείωση ως ποσοστό της διεθνούς αγοράς και ως ποσοστό της ευρωενωσιακής αγοράς.

Αποθέματα Εισροών Ξένων Αμεσων Επενδύσεων (37) (τρέχουσες τιμές)

 

1980

1990

2000

 

Δισ. δολ.

% Διεθ

νούς αγο

ράς

% της ΕΕ αγο

ράς

% του ΑΕΠ

Δισ. δολ.

% Διεθ

νούς αγο

ράς

% της ΕΕ αγο

ράς

% του ΑΕΠ

Δισ. δολ.

% Διεθνούς αγο

ράς

% της ΕΕ αγο

ράς

% του ΑΕΠ

ΕΕ

185,7

30,2

 

5,3

739,6

39,2

 

11,0

2376,2

37,6

 

30,1

Ελλάδα

4,5

0,7

2,42

11,3

14,0

0,7

1,89

16,9

23,1

0,4

0,97

20,4

Σύνολο

615,8

   

6,0

1889,0

   

9,2

6314,3

   

20,2

Κατά τη χρονική περίοδο 1991-1995, οι εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων στην Ελλάδα ως ετήσιος μέσος όρος φθάνουν τα 1.058 εκατ. ευρώ και αποτελούν το 1,2% του αντίστοιχου ετήσιου μέσου όρου στην ΕΕ-15, ύψους 87.584 εκατ. δολ.
Στη χρονική περίοδο 1997-2002, οι εισροές ΑΞΕ στην Ελλάδα ως ετήσιος μέσος όρος πέφτει στα 728 εκατ. δολ. (μείωση κατά 31,2% συγκριτικά με την προηγούμενη περίοδο) και αποτελεί το 0,19% του αντίστοιχου ετήσιου μέσου όρου στην ΕΕ, ύψους 383.511,5 εκατ. δολ. (αύξηση κατά 337,9% συγκριτικά με την προηγούμενη περίοδο).

Συμπέρασμα, οι εισροές ΑΞΕ στην Ελλάδα δεν ακολουθούν τη γενική αυξητική τάση της περιόδου 1997-2002 σε σύγκριση με την περίοδο 1991-1995. Αντιθέτως εμφανίζουν πτωτική τάση ως μέση ετήσια ροή, με αποτέλεσμα να μικραίνει το ποσοστό τους στη συνολική ροή ΑΞΕ στην ΕΕ-15, κατέχοντας την τελευταία θέση. Στην ΕΕ-25 η θέση της Ελλάδας, ως ποσοστό συμμετοχής στις συνολικές εισροές ΑΞΕ προς την ΕΕ, υποχωρεί κάτω από εκείνες της Πολωνίας, της Τσεχίας, της Ουγγαρίας και της Σλοβακίας. 38

Οσον αφορά στις εκροές ΑΞΕ από την Ελλάδα για τη χρονική περίοδο 1997-2002, ως ετήσιος μέσος όρος φθάνουν τα 720,17 εκατ. δολ. (4.321 εκατ. δολ. συνολικά) και αντιπροσωπεύουν το 0,13% του αντίστοιχου ετήσιου μέσου όρου εκροών ΑΞΕ από την ΕΕ-15, ύψους 536.054,3 εκατ. δολ. (συνολικά 3.216.326 εκατ. δολ.). Στην προηγούμενη περίοδο 1991-1995, οι καθαρές εκροές ΑΞΕ ως μέσος ετήσιος όρος είναι μηδενικές. 39

Το ποσοστό συμμετοχής τόσο των εισροών όσο και των εκροών στις εισροές και στις εκροές ΑΞΕ της ΕΕ αντιστοίχως είναι κατά πολύ μικρότερο του ποσοστού συμμετοχής του ελληνικού πληθυσμού στο συνολικό πληθυσμό της ΕΕ-15 (2,9%), με αποτέλεσμα τη χαμηλότερη κατά κεφαλήν εισροή και εκροή άμεσα επενδυτικού κεφαλαίου για την Ελλάδα σε σύγκριση με τα άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ. Παρ’ όλα αυτά ανοδική ήταν η τάση εκροής άμεσα επενδυτικών κεφαλαίων από την Ελλάδα σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο.

Ροές Αμεσων Επενδύσεων Ελλάδας (40) (σε εκατ. ευρώ)

 

2000

2001

2002

Εισροές

1.202,8

1.776,1

53,4

Εκροές

2.319,0

688,5

696,3

Ισοζύγιο εισροών-εκροών

-1.116,2

1.087,6

-643,0

Ως προς τη διάρθρωση των ελληνικών άμεσων επενδύσεων στο εξωτερικό παρατηρούμε ότι το 2002 αυξάνουν απόλυτα και ως ποσοστό επί του συνόλου οι ελληνικές άμεσες επενδύσεις στην ΕΕ (368 εκατ. ευρώ και 52,9% επί του συνόλου των 696 εκατ. ευρώ έναντι 293 εκατ. ευρώ και 34,6% επί του συνόλου 689 εκατ. ευρώ το 2001). Επίσης αυξάνονται απόλυτα και ως ποσοστό επί του συνόλου οι ελληνικές άμεσες επενδύσεις στη Μέση Ανατολή και Μεσόγειο (164 εκατ. ευρώ και 23,6% έναντι 102 εκατ. ευρώ και 14,8% το 2001). Μειώνονται απόλυτα και ως ποσοστό οι ελληνικές άμεσες επενδύσεις στις Βαλκανικές χώρες (85 εκατ. ευρώ και 12,2% επί του συνόλου έναντι 113 εκατ. ευρώ και 16,3% το 2001).41
Από την ΕΕ προέρχεται σχεδόν το σύνολο (92,4%) των άμεσων ξένων επενδύσεων στην Ελλάδα το 2001.42

Κατά την τελευταία τετραετία 2000-2003, μόνο στο 2001 και το 2003 εμφανίσθηκε καθαρή εισροή (θετικό ισοζύγιο εισροών-εκροών) άμεσα επενδυτικού κεφαλαίου στην Ελλάδα, ενώ το 2000 και το 2002 υπήρξε καθαρή εκροή. Τις χρονιές της καθαρής εισροής υπήρξε κάποια σχετικά μεγάλη εξαγορά μεριδίου ελληνικής επιχείρησης και τις χρονιές της καθαρής εκροής αντιστρόφως υπήρξε σχετικά μεγάλη επένδυση ελληνικής επιχείρησης στο εξωτερικό ή και απόσυρση κεφαλαίου. Τα δεδομένα, καθαρής εισροής ή καθαρής εκροής άμεσης επένδυσης αλλάζουν από 6μηνο σε 6μηνο. Για παράδειγμα, με βάση τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας, της ενδιάμεσης έκθεσης για τη Νομισματική πολιτική του 2003, οι άμεσες επενδύσεις εμφάνιζαν καθαρή εκροή ύψους 579,7 εκατ. ευρώ το επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2003. 43

ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Από τις άλλες κατηγορίες επενδύσεων κεφαλαίου ανοδικά θετικό ισοζύγιο εισροών-εκροών, δηλαδή ανοδικά καθαρή εισροή εμφανίζουν οι επενδύσεις χαρτοφυλακίου (για ομόλογα και μετοχές): 9.464,8 εκατ. ευρώ το 2001, 10.937,8 εκατ. ευρώ το 2002 και 12.334,0 εκατ. ευρώ (εκτίμηση) το 2003.44

Μεγάλη αύξηση εμφάνισαν οι εισροές για την αγορά ελληνικών ομολόγων από κατοίκους εξωτερικού (18,8 δισ. ευρώ το 2003 έναντι 11,9 δισ. ευρώ το 2002, δηλαδή αύξηση κατά 58%). Ομως, ακόμη μεγαλύτερη ήταν η κατά 388% αύξηση των εκροών για αγορά ξένων ομολόγων από κατοίκους Ελλάδας (8,3 δισ. ευρώ το 2003 έναντι 1,7 δισ. ευρώ το 2002), σαν αποτέλεσμα της απελευθέρωσης στην κίνηση των κεφαλαίων στο πλαίσιο του ενιαίου νομισματικού συστήματος και του ενιαίου νομίσματος.45
Οι λοιπές επενδύσεις (περιλαμβάνονται και τα δάνεια της γενικής κυβέρνησης), εμφανίζουν καθαρή εκροή στα έτη 2001 και 2003, ύψους 9.794,6 εκατ. ευρώ και 7.623,9 εκατ. ευρώ αντιστοίχως και καθαρή εισροή ύψους 1.998,6 εκατ. ευρώ το 2002. 46
Το ισοζύγιο μεταβιβάσεων (χρηματοοικονομικές συναλλαγές της γενικής κυβέρνησης με την ΕΕ, κίνηση μεταναστευτικών εμβασμάτων κλπ.) είναι διαχρονικά θετικό.

ΠΩΣ ΒΟΗΘΗΣΕ Η ΕΕ ΤΗ ΣΧΕΤΙΚΗ ΙΣΧΥΡΟΠΟΙΗΣΗ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΚΡΑΤΙΑΣ

Με τη συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ ενισχύθηκαν όλες οι κρατικές λειτουργίες στην Ελλάδα. Βοηθήθηκε η ελληνική κεφαλαιοκρατία να προσαρμόσει τους πάσης φύσης μηχανισμούς εξουσίας της στις νέες ανάγκες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής.

Οι νέες ανάγκες ήταν κοινές για τις καπιταλιστικά αναπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες. Δεν αφορούσαν περιορισμένα κάποια εθνοκρατική διαχειριστική συγκυρία. Ηταν γέννημα ενός νέου επιπέδου στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής, στη συγκέντρωση του κεφαλαίου, στην ανάγκη του να ανατρέψει συσχετισμούς και μερίδια συμμετοχής στη διεθνή καπιταλιστική αγορά. Εκφραζε μια νέα ανταγωνιστική σχέση μεταξύ των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών καπιταλιστικών οικονομιών, αλλά κυρίως μεταξύ αυτών και των οικονομιών των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας. Εκδήλωνε μια νέα τάση για κατάκτηση μεριδίων στην ανατολικο-ευρωπαϊκή αγορά και κυρίως στη μεγάλη ασιατική αγορά που διαμορφωνόταν μετά την καπιταλιστικοποίηση των οικονομιών που για κάποιες δεκαετίες οικοδομούσαν το νέο σοσιαλιστικό-κομμουνιστικό σύστημα.

Οι νέες ανάγκες του δυτικοευρωπαϊκού κεφαλαίου εμποδιζόντουσαν από σχέσεις διαχείρισης του συστήματος που είχαν παγιωθεί στις διαφορετικές συνθήκες της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης μετά το β΄ παγκόσμιο πόλεμο, της ανάγκης χειραγώγησης και ενσωμάτωσης του εργατικού κινήματος που είχε φθάσει μέχρι τα πρόθυρα της εξουσίας, της ανάγκης ανταγωνισμού με τα επιτεύγματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην Ανατ. Ευρώπη και στην Ασία.

Οι νέες ανάγκες αφορούσαν ένα σύνολο σχέσεων, ακριβώς για να διασωθεί ο πυρήνας της κεφαλαιακής σχέσης: η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Απαιτούσαν αλλαγές πρώτ’ απ’ όλα στις αναλογίες μεταξύ ιδιωτικής και κρατικής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, στις μορφές του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία. Απαιτούσαν τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης και της διασύνδεσής της με το διευρυμένο και τεχνολογικά εκσυγχρονισμένο πολυδαίδαλο πιστωτικό και νομισματικό σύστημα (κεντρικές και εμπορικές τράπεζες, χρηματιστήρια και χρηματιστικές εταιρείες).
Πάνω απ’ όλα, ο ανταγωνισμός του ευρωπαϊκού κεφαλαίου έναντι του αμερικάνικου και του ιαπωνικού, και όχι μόνο, απαιτούσε να αγοράζεται φθηνότερα η εργατική δύναμη από το κεφάλαιο. Αλλωστε, το άνοιγμα νέων αγορών, με εκατομμύρια νέου εργατικού δυναμικού, όχι απλά φθηνότερου αλλά και εξειδικευμένου, έδινε αυτή τη νέα δυνατότητα.

Το εποικοδόμημα της ΕΕ (συνθήκες, όργανα, οικονομικοί μηχανισμοί -νομισματικό σύστημα, eurostat, κλπ. – κατασταλτικοί μηχανισμοί – europol, ευρωστρατός, Σένγκεν, eurojust, κλπ.) είναι η πλέον οργανωμένη έκφραση της ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής συμμαχίας απέναντι στην ευρωπαϊκή εργατική τάξη. Ολο αυτό το εποικοδόμημα στοχεύει στην ενίσχυση της καπιταλιστικής εξουσίας σε κάθε κράτος-μέλος της ΕΕ. Σε αυτό ακριβώς βοηθήθηκε και η ελληνική κεφαλαιοκρατία, από τη συμμετοχή της στην ΕΕ.
Επιπλέον, οι προσαρμογές της ελληνικής οικονομίας στην ευρωπαϊκή αγορά βοηθήθηκαν από τον κοινοτικό προϋπολογισμό, τον κοινοτικό σχεδιασμό. Σε μεγάλο βαθμό αφορούσαν τις καθυστερημένες υποδομές μεταφορών.

Στην Ελλάδα υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην ανάπτυξη των υποδομών χερσαίων μεταφορών (οδικών και σιδηροδρομικών) συγκριτικά με τα ευρωπαϊκά κράτη. Αντιθέτως υπήρξε συγκριτικά μεγάλη ανάπτυξη των ποντοπόρων μεταφορών. Τίποτε δεν ήταν τυχαίο. Οι ιστορικά διαμορφωμένες οικονομικές και εμπορικές σχέσεις της με τα βαλκανικά κράτη, την ανατολικο-ευρωπαϊκή και παραευξείνια ζώνη ανακόπηκαν από το συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των δυνάμεων του καπιταλισμού και των δυνάμεων του σοσιαλισμού που προέκυψε μετά το β΄ παγκόσμιο πόλεμο.

Η ελληνική αγορά, πληθυσμιακά περιορισμένη και βρισκόμενη στο ανατολικό άκρο της καπιταλιστικής Ευρώπης, δεν προσφερόταν ως κρίκος σύνδεσης με άλλη καπιταλιστική αγορά. Ακόμη και από την άποψη της στρατηγικής-στρατιωτικής επιλογής, το ενδιαφέρον, κυρίως του αγγλο-αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, εστιαζόταν στη νησιωτική Ελλάδα (Κρήτη, Αιγαίο).
Ετσι, παρά τα ισχυρά κίνητρα της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας για έγκαιρη σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ 47 για δεκαετίες παρέμεινε χαμηλός ο βαθμός διασύνδεσης της ελληνικής οικονομίας με τη Δυτική Ευρώπη, όχι μόνο λόγω της αναστολής των διαδικασιών λόγω της στρατιωτικής δικτατορίας.

Οι προϋποθέσεις σύνδεσης της Δυτικής Ευρώπης με τη Βαλκανική χερσόνησο διαμορφώθηκαν με την καπιταλιστικοποίηση των βαλκανικών κρατών, των νοτιοδυτικών τμημάτων της πρώην ΕΣΣΔ. Εξαλείφθηκαν τα οικονομικο-πολιτικά εμπόδια στην ανάπτυξη καπιταλιστικών σχέσεων μεταξύ της Ελλάδας και των νέων καπιταλιστικών κρατών της Ανατολικής Ευρώπης. Η καπιταλιστικοποίηση έφερε πολύ μεγάλες καταστροφές, με αποτέλεσμα τα νέα κράτη να είναι οικονομικά και πολιτικά αδύναμα. Σε αυτόν το νέο συσχετισμό αναβαθμίστηκε η θέση της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας στην περιοχή. Διαμορφώθηκαν νέες δυνατότητες για την εξαγωγή άμεσα επενδυτικού κεφαλαίου από την Ελλάδα, για εξαγορές ή συμμετοχή του ελληνικού κεφαλαίου σε τράπεζες, εταιρείες τηλεπικοινωνιών, ενέργειας, κλάδων της μεταποίησης (τρόφιμα-ποτά, μη μεταλλικά ορυκτά, μεταλλικά προϊόντα κλπ.).

Διαμορφώθηκαν προϋποθέσεις για νέους δρόμους διασύνδεσης της δυτικοευρωπαϊκής αγοράς με την παραευξείνια, την Ευρασιατική. Η ελληνική οικονομία μπορούσε να παίξει ρόλο, να ανταγωνιστεί και να διεκδικήσει μερίδιο σε αυτούς τους νέους δρόμους, στις απαιτούμενες νέες υποδομές σύνδεσης των μεταφορικών, ενεργειακών, τηλεπικοινωνιακών οδών, στα Διευρωπαϊκά δίκτυα.
Πρόκειται για ένα νέο γύρο ανταγωνισμού, ανισομετρίας και προοπτικής ανακατατάξεων μεταξύ καπιταλιστικών οικονομιών, με τη χρησιμοποίηση όλων των μέσων, και της ανοικτής πολεμικής επέμβασης. Το ελληνικό κράτος επέλεξε να συμμετέχει σ’ αυτό το γύρο, με το «πλεονέκτημα» της «παλαιότερης» και «σταθερότερης» συμμετοχής στην Ευρωζώνη. Γι’ αυτό και διακηρύσσει τη στήριξη της πολιτικής συνομοσπονδιοποίησης της ΕΕ, την πολιτική βούληση για συμμετοχή στο «σκληρό» πυρήνα της.

Η ελληνική κεφαλαιοκρατία, τα κόμματά της – ΠΑΣΟΚ και ΝΔ – επέλεξαν ταξικά τη συμμαχία που τους χρειάζεται. Επεξεργάστηκαν ιδεολογικο-πολιτικά τα μέσα που θα συνέβαλαν στην άμβλυνση των εργατικών και λαϊκών αντιδράσεων. Διαμόρφωσαν το ιδεολόγημα του «μονόδρομου της ΕΕ». Πρόβαλαν το «μονόδρομο της συμμετοχής στην ΕΕ» ως εθνική, ελληνική απάντηση σε κάποιες διεργασίες δήθεν κοινού συμφέροντος μεταξύ κεφαλαιοκρατίας και μισθωτής εργασίας, κοινής εθνικής απάντησης στα νέα μεγέθη παραγωγής και κεφαλαίου που φέρνει η τεχνολογική εξέλιξη.

Αξιοποίησαν τον οπορτουνισμό, δηλαδή την προδιάθεση στη μοιρολατρεία και το συμβιβασμό, την ηττοπαθή προσαρμογή στις δυσκολίες του συσχετισμού, την αριστερή πολιτική φιλολογία που αξιοποιεί την ιστορική σχέση με το εργατικό κίνημα, και έτσι γίνεται φορέας διάδοσης της αστικής ιδεολογίας και πολιτικής μέσα στο εργατικό κίνημα. Αστικές και οπορτουνιστικές πολιτικές δυνάμεις έκτισαν από κοινού τα ευρωενωσιακά τείχη εγκλωβισμού της εργατικής τάξης στην Ελλάδα, σε κάθε κράτος-μέλος της ΕΕ.
Ο εγκλωβισμός της εργατικής τάξης κάθε κράτους-μέλους μέσα στα τείχη της ΕΕ είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία της ως ιμπεριαλιστικής συμμαχίας. Το «δέος» των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων απέναντι στο «μονόδρομο» είναι τα ίδια τα δεσμά τους.

ΠΟΣΟ ΙΣΧΥΡΟ ΚΑΙ ΣΥΝΕΚΤΙΚΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΕΝΩΣΙΑΚΟ
ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΕΠΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑ;

Η τυπική, εν μέρει και η ουσιαστική, εξέλιξη της ΕΕ διαμορφώνει ως πρώτη την αντίληψη ότι πρόκειται για μια πανίσχυρη και αρραγή, την πλέον οργανωμένη ιμπεριαλιστική συμμαχία. Ακόμη και αν συνειδητοποιείται ο ιμπεριαλιστικός, αντιλαϊκός χαρακτήρας της, δημιουργείται η αίσθηση ότι είναι αδύνατον να απεμπλακεί από αυτήν ο εργατικός και λαϊκός παράγοντας και μάλιστα στο επίπεδο ενός κράτους.

Αυτή η αντίληψη, αυτή η «εικόνα», επιμελώς υποβαθμίζει τις αντιθέσεις στη λειτουργία της ευρωενωσιακής αγοράς, τα αντιτιθέμενα συμφέροντα μεταξύ κρατών-μελών που αναπτύσσονται πάνω στον άξονα του κοινού συμφέροντος.
Από την 1η Μαϊου του τρέχοντος έτους ενεργοποιείται η τελευταία διεύρυνση της ΕΕ, με τη συμμετοχή δέκα (10) νέων μελών (Κύπρου, Μάλτας, Πολωνίας, Τσεχίας, Σλοβακίας, Ουγγαρίας, Σλοβενίας, Εσθονίας, Λεττονίας, Λιθουανίας) στην ενιαία αγορά και η προετοιμασία για την ουσιαστική ένταξή τους στην ευρωζώνη. Ηδη έχουν εκδηλωθεί οι αντιθέσεις στη διαχείριση αυτής της νέας κατάστασης:

Πρώτον: Εκδηλώθηκαν αντιθέσεις στη διαμόρφωση του Κοινοτικού Προϋπολογισμού.
Το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ολλανδία, η Σουηδία και η Αυστρία απέρριψαν την πρόταση της Επιτροπής για σταδιακή αύξηση του Κοινοτικού Προϋπολογισμού ώστε να φθάσει στο επίπεδο του 1,24% του κοινοτικού προϊόντος το 2013. Υποστήριξαν να μείνει στο επίπεδο του 1%.
Η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο προχώρησαν περισσότερο. Ζήτησαν να περιοριστούν οι κοινοτικές περιφερειακές ενισχύσεις αφήνοντας έξω τις χώρες του Νότου (Ισπανία, Ελλάδα, Πορτογαλία).

Δεύτερον: Εκδηλώνονται ήδη ανησυχίες και προβληματισμοί για τις επιπτώσεις της διεύρυνσης στην όξυνση οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων στην ΕΕ-15.
Φοβούνται π.χ. την αύξηση της ανεργίας λόγω της απελευθέρωσης στην κίνηση του εργατικού δυναμικού και με δεδομένα τα πολύ μεγαλύτερα ποσοστά ανεργίας στα υπό ένταξη κράτη: Σλοβακία 19,6%, Πολωνία 18,1%, Λιθουανία 16,1%, Εσθονία 12,2%, Λεττονία 12,1%, ενώ ο μέσος όρος στη ζώνη του ευρώ 8%. 48
Καθένα από τα 15 κράτη-μέλη της ΕΕ προετοιμάζει ρυθμίσεις περιορισμού και αποθάρρυνσης της εισόδου εργατικού δυναμικού από τα υπό ένταξη κράτη, κυρίως από τα γειτονικά, ρυθμίσεις κατ’ αρχάς διετείς, με δυνατότητα επέκτασής τους στην επταετία, έως το 2011, προσαρμογής για την ένταξη στην ευρωζώνη.
Οι ίδιες ανησυχίες και η ανάλογη αναζήτηση ρυθμίσεων αύξησης του προστατευτισμού (κυρίως έναντι τρίτων αγορών όπως της Ρωσίας, της Κίνας, της Ουκρανίας, του Καζακστάν) αναζητούνται εκ μέρους της διευρυμένης πλέον ΕΕ-25 για κλάδους της μεταποίησης όπως η κλωστοϋφαντουργία, τα προϊόντα χάλυβα. Πρόκειται όμως για ρυθμίσεις που πολύ σύντομα θα έρθουν σε αντίθεση με νέα δεδομένα ρυθμίσεων εντός του ΠΟΕ (λήξη της Πολυϊνικής Συμφωνίας την 1η Ιανουαρίου 2005 και επομένως κατάργηση όλων των ποσοστώσεων).
Γενικότερα, η σταδιακή απελευθέρωση στην κίνηση των εμπορευμάτων μεταξύ των 10 υπό ένταξη αγορών με τις 15 της σημερινής ΕΕ θα φέρει νέα όξυνση ανταγωνισμού, αλλαγών στα μερίδια της ευρωενωσιακής αγοράς. Το ίδιο αφορά και τα αγροτικά προϊόντα. Και βεβαίως η νέα όξυνση του ανταγωνισμού αφορά και ελληνικά εμπορεύματα.

Τρίτον: Ακόμη δυσμενέστερη προδιαγράφεται η λειτουργία του ενιαίου νομισματικού συστήματος στην ΕΕ-25 με το τέλος της μεταβατικής περιόδου.

Οι ασφαλιστικές δικλείδες προστασίας του ενιαίου νομίσματος, όπως το «Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης» αποδείχθηκαν ήδη ανίκανες να λειτουργήσουν και προς τις δυο κατευθύνσεις: Την νομισματική σταθερότητα και την παρέμβαση στον κύκλο της κρίσης. Δεν ήταν δυνατό να εξυπηρετήσουν τις διαδοχικές οικονομικές συγκυρίες ενός κράτους ή τις διαφορετικές συγκυρίες μεταξύ κράτων. Ετσι, de facto προέκυψε αχρήστευση ορισμένων υποχρεωτικών δικλείδων, όπως η μη υπέρβαση του δημοσιονομικού ελλείμματος από το ύψος του 3% επί του ΑΕΠ. Η καταπάτησή του είναι πραγματικότητα για τη Γερμανία και τη Γαλλία, ακόμη και για την Ολλανδία που είχε ταχθεί στο μέτωπο των έξη κρατών-μελών (Ιταλίας, Ισπανίας, Ολλανδίας, Πορτογαλίας, Πολωνίας, Εσθονίας), που ζητούσε την τήρηση του Συμφώνου Σταθερότητας και την ανάλογη επιβολή ποινών για την καταπάτησή του από τη Γερμανία και τη Γαλλία.

Η «απειθαρχία» προς το Σύμφωνο Σταθερότητας εκ μέρους των κρατών-μελών δημιούργησε μια νέα πραγματικότητα για την ΕΕ, η οποία αναγνωρίζεται ακόμη και από τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Ζαν Κλωντ Τρισσέ:

«Το ΔΣ συμφωνεί με την Επιτροπή ότι η εφαρμογή του Συμφώνου θα πρέπει να βελτιωθεί περαιτέρω, κυρίως όσον αφορά την ανάλυση των διαρθρωτικών μεγεθών και την ενδυνάμωση των κινήτρων για δημοσιονομική εξυγίανση».49
Αυτή η τοποθέτηση χαρακτηρίσθηκε ως προσεγγίζουσα εκείνη του υπουργού Οικονομικών του Ηνωμ. Βασιλείου, Γκόρντον Μπράουν, ο οποίος υποστήριξε ότι οι οικονομίες (εννοεί τη δημοσιονομική διαχείριση) οφείλουν να συσσωρεύουν σε περιόδους οικονομικής άνθισης προκειμένου να έχουν περιθώριο ελλειμμάτων όταν η οικονομία χρειάζεται τόνωση.
Από την άποψη των πραγματικών νομισματικών ισοδυναμιών και ισορροπιών μεταξύ ανισόμετρα εξελισσομένων οικονομιών (και όχι από την άποψη της συμβολικής μορφής του νομίσματος), το ευρώ είναι πηγή αντιθέσεων και δυσλειτουργιών της ΕΕ. Αυτή η πραγματικότητα καταγράφηκε στο ειδικό καθεστώς συμμετοχής του Ηνωμ. Βασιλείου στην ΕΕ, στην αρνητική θέση του δημοψηφίσματος στη Σουηδία, στα μεγάλα ποσοστά του ΟΧΙ στην ένταξη στην ευρωζώνη που καταγράφηκαν στα δημοψηφίσματα της Γαλλίας, της Ιρλανδίας, της Νορβηγίας.

Τέταρτον: Η ανισομετρία και η προοπτική ανακατατάξεων στην πυραμίδα της ΕΕ είναι που κάνει πολλούς να μιλούν για «ΕΕ πολλαπλών ταχυτήτων», για «ΕΕ ομόκεντρων κύκλων».

Η αλήθεια είναι ότι η ανισόμετρα εξελισσόμενη ευρωενωσιακή αγορά των 25 κρατών-μελών της, ως σύνολο θα έχει πιο αποδυναμωμένα συγκρίσιμα χαρακτηριστικά έναντι των ΗΠΑ. Το κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Κοινοτικό Προϊόν της ΕΕ-25 πέφτει στο 91% του κατά κεφαλήν Ακαθάριστου Κοινοτικού Προϊόντος της ΕΕ-15, 50 με αντίστοιχο κατά κεφαλήν ΑΕΠ των ΗΠΑ 137% [100% το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ΕΕ-15 μετρούμενο σε ισοδύναμες μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS), που αποκλείουν τις συναλλαγματικές επιρροές και τις ανισομετρίες λόγω διαφοροποιήσεων στις τιμές ανά χώρα]. Και η παραγωγικότητα (η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία σε τρέχουσες τιμές ανά εργαζόμενο) πέφτει στα 51,9 χιλιάδες ευρώ στην ΕΕ-23 (πλην Μάλτας, Κύπρου) από 57,6 χιλιάδες ευρώ στην ΕΕ-15, αποτυπώνοντας το βάθεμα της ανισομετρίας με τη διεύρυνση της ΕΕ.

Μια πλευρά με την οποία εκδηλώνονται οι αντιθέσεις της νομισματικής πολιτικής είναι και η ακόμη ελεγχόμενη αντίθεση μεταξύ εξαγωγικού – εμπορευματικού και χρηματικού κεφαλαίου. Πρόκειται για τη συζήτηση γύρω από το ύψος των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ, την άμεση παρέμβαση ή μη της ΕΚΤ στην αγορά νομισμάτων, παράγοντες που επηρεάζουν την ανταλλακτική ισοτιμία μεταξύ ευρώ-δολαρίου.

Πέμπτον: Η οικονομική ανισομετρία είναι η βάση της πολιτικής ανισομετρίας στην αναζήτηση και στο σχεδιασμό κοινών πολιτικών.
Ετσι, όλο και διευρύνεται το θεματολόγιο (Κοινοτικός Προϋπολογισμός, Σχέδιο Συντάγματος, Σχέδιο για τόνωση επιχειρηματικότητας, υποψηφιότητα της Τουρκίας, «ανασυγκρότηση» του Ιράκ) που συζητά ξεχωριστά η ισχυρή τρόικα (Γερμανία, Γαλλία, Ηνωμ. Βασίλειο) της ΕΕ σε επίπεδο πρωθυπουργών.
Αλλά και η προώθηση της πολιτικής συνομοσπονδιοποίησης κρατών-μελών της Ευρώπης δεν έχει κατορθώσει να ξεπεράσει τους σκοπέλους των ισχυρών αντιθέσεων μεταξύ της τρόικας της ΕΕ.

ΟΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΕ ΚΑΙ ΗΠΑ
ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Οι διακρατικοί στόχοι της ΕΕ αυτοί που καθορίζονται στις Συνόδους Κορυφής μεταξύ των κρατών-μελών της, όπως η Σύνοδος της Λισαβόνας το 2000, συχνά έχουν ως μέτρο σύγκρισης τα οικονομικά δεδομένα των ΗΠΑ.

Αξονας των ευρωενωσιακών στόχων είναι η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Διακηρυγμένο μέσον για την ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων είναι η μείωση του «εργατικού κόστους», η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, η αύξηση της συνολικής απασχόλησης (ως ποσοστό επί του πληθυσμού ηλικίας 15-65 ετών). Με δεδομένο ότι η μισθωτή εργασία είναι η σταθερά ανερχόμενη εργασιακή σχέση για κάθε καπιταλιστική οικονομία, ο ευρωενωσιακός στόχος για αύξηση της απασχόλησης επικεντρώνεται κυρίως στην αύξηση της μισθωτής εργασίας, σε εκείνες τις κατηγορίες πληθυσμού που εμφανίζουν χαμηλά ποσοστά συμμετοχής, δηλαδή στο γυναικείο πληθυσμό και στους άνω των 65 ετών.

Με άλλα λόγια, στόχος είναι η καπιταλιστική εργοδοσία και το κράτος της να πληρώσουν φθηνότερα την αναπαραγωγή της δύναμης του εργάτη και της οικογένειάς του, να ανεβάσουν το βαθμό της εκμετάλλευσης σε συνθήκες που ανεβαίνει η παραγωγικότητα της εργασίας λόγω της τεχνολογικής εξέλιξης των μέσων παραγωγής. Οι μισθωτοί εργαζόμενοι να πληρώσουν το τίμημα της καπιταλιστικής ανταγωνιστικότητας, από τη ένταση της δικής τους εκμετάλλευσης να βγουν οι ανταγωνιστικές τιμές των ευρωενωσιακών επιχειρήσεων σε όλες τις αγορές του κόσμου.

Αλλά ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός δεν έχει κανένα όριο, καμμιά δέσμευση. Στη τάση βελτίωσης των μεριδίων του ευρωπαϊκού κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά, που σημειώθηκε κατά τη δεκαετία του 1990, ήδη απάντησε το κεφάλαιο των ΗΠΑ. Το αποτέλεσμα ήταν: α) Να χειροτερέψει, ακόμη και στη «χρυσή δεκαετία του 1990» η θέση όχι μόνο της εργατικής τάξης, των παιδιών της, αλλά και ορισμένων καλοπληρωμένων μεσαίων στρωμάτων στις ΗΠΑ. β) Να μεταφερθούν σημαντικά τμήματα ορισμένων κλάδων της Μεταποίησης των ΗΠΑ αρχικά στις «νέες ασιατικές τίγρεις» και στη συνέχεια στις πολυπληθέστατες και με φθηνό εργατικό δυναμικό Κίνα και Ινδία. Αυτήν την τάση επιβεβαίωσε και η δήλωση του Γκόρντον Μπράουν, υπουργού Οικονομικών του Ηνωμ. Βασιλείου, ότι «έως το 2015, θα έχουν μεταφερθεί στο εξωτερικό, σε χώρες όπως η Κίνα και η Ινδια, 5 εκατομμύρια αμερικανικές και ευρωπαϊκές θέσεις εργασίας».51

Υπερσύγχρονο παράδειγμα ότι ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός και η κερδοφορία του δεν έχουν κανένα όριο, καμμιά απολύτως δέσμευση, είναι αυτό της γιγαντιαίας εταιρείας κατασκευής ηλεκτρονικών υπολογιστών Sun Microsystems Ins, με έδρα την Σάντα Κλάρα της Καλιφόρνιας. Μέσω των δυο θυγατρικών της στο Χονγκ Κονγκ εξήγαγε επί σειρά ετών ηλεκτρονικό εξοπλισμό στην Κίνα, ικανό να χρησιμοποιηθεί και για στρατιωτικούς σκοπούς.

Και βεβαίως έχουν προηγηθεί πολλά ανάλογα παραδείγματα, από την πρόσφατη ιστορία στο Ιράκ, στη Μέση Ανατολή, στο Αφγανιστάν, από την ιστορία του β΄ παγκοσμίου πολέμου, που επιβεβαιώνουν ότι το καπιταλιστικό κέρδος οπλίζει σημερινούς συμμάχους και αυριανούς αντιπάλους ή αντιστρόφως και τους οδηγεί σε πολέμους σε βάρος των λαών.
Ο γαλλογερμανικός άξονας πήρε πρωτοβουλία για την άρση του εμπάργκο όπλων στην Κίνα, προσδοκώντας ότι μια συμφωνία με την Κίνα για τον εκσυγχρονισμό του στρατού της, θα προσέφερε γενναία αναζωογόνηση της ευρωπαϊκής στρατιωτικής βιομηχανίας.

Η ΕΕ, ως το όχημα του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, ως συμμαχία των περισσοτέρων ευρωπαϊκών καπιταλιστικών κρατών, σταθερά βαδίζει στο δρόμο του οξύτατου καπιταλιστικού ανταγωνισμού και των πολέμων για το μοίρασμα των αγορών. Οι σχέσεις της με τις ΗΠΑ είναι ιστορικές σχέσεις συμπόρευσης εναντίον του σοσιαλιστικού συστήματος του 20ού αιώνα και του κινδύνου επέκτασής του στην Δυτική Ευρώπη, σχέσεις διεθνικής αλληλεγγύης του κεφαλαίου εναντίον της διεθνούς εργατικής τάξης, αλλά και σχέσεις ανταγωνισμού στη διεθνή καπιταλιστική αγορά.
Ο οξύτατος ανταγωνισμός μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ εκδηλώθηκε σε ποικίλα εμπορεύματα: στα προϊόντα του χάλυβα, στο βόιο κρέας, σε διάφορα είδη διατροφής, στο πετρέλαιο, στον «πόλεμο της μπανάνας».

Οξύτατος ανταγωνισμός μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ εκδηλώνεται για την αλλαγή στα μεταξύ τους μερίδια στις αναπτυσσόμενες περιφερειακές αγορές της Λατινικής Αμερικής, της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, για την κατάκτηση νέων μεριδίων στις αγορές της Ρωσίας, των ασιατικών κρατών της πρώην ΕΣΣΔ, και κυρίως στην Κίνα και στην Ινδία, τις ανερχόμενες καπιταλιστικές δυνάμεις της Ασίας.
Σε αυτόν τον αγώνα ανταγωνισμού, η ΕΕ επιδιώκει τη διαμόρφωση ξεχωριστών συμμαχιών, π.χ. με τη Ρωσία, ιδιαιτέρως για την προώθηση των συμφερόντων της στον τομέα της ενέργειας.
Ταυτοχρόνως εκδηλώνονται όλο και πιο καθαρά, πιο δυναμικά οι αυτοτελείς διεκδικήσεις της Ρωσίας, της Κίνας και της Ινδίας.

Ολα τα ερευνητικά κέντρα στρατηγικής των ΗΠΑ και του διεθνούς ιμπεριαλισμού καταγράφουν τον ανερχόμενο ρόλο της Κίνας στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία. Ο αναλυτής του διεθνούς κέντρου HSBC για το εμπόριο των μετάλλων κατέγραψε ότι η Κίνα κατέχει την 1η θέση στην κατανάλωση του χαλκού, του κασσιτέρου, του ψευδαργύρου, της πλατίνας, του χάλυβα και του σιδηρομεταλλεύματος, την 2η θέση στην κατανάλωση του αλουμινίου και του μολύβδου, την 3η στο νικέλιο, την 4η στο χρυσό. Στο πετρέλαιο, η Κίνα είχε το 35% της παγκόσμιας κατανάλωσης το 2003, αποτελώντας το δεύτερο μεγαλύτερο καταναλωτή παγκοσμίως και μετατρεπόμενη από καθαρό εξαγωγέα σε καθαρό εισαγωγέα. Σε αυτή τη βάση, η Κίνα διερευνά τη διαμόρφωση στενότερων σχέσεων με τη Ρωσία αλλά και τη Σαουδική Αραβία (2η και 1η πετρελαιοπαραγωγό παγκοσμίως). Ολες αυτές οι εξελίξεις κάνουν τον επικεφαλής οικονομολόγο της BP Πήτερ Ντέιβις να δηλώνει στην εφημερίδα Wall Street Journal ότι η Κίνα διαθέτει μια απίστευτη επιρροή στον ενεργειακό χάρτη, όχι μόνο στην Ασία αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Το κέντρο βάρους της ενεργειακής αγοράς μετατοπίζεται.

Το αμερικάνικο περιοδικό Foreign Affairs, με θέμα την «απογείωση της Κίνας» γράφει: «Καθώς η Κίνα διευρύνει την επιρροή της και εκσυγχρονίζει την διπλωματία της, θα κάνει βήματα και όσον αφορά την υπεράσπιση των συμφερόντων της – ακόμη και στην περίπτωση που αυτά έρχονται σε αντιπαράθεση με τα αντίστοιχα των ΗΠΑ (…). Οι αλλαγές αντιπροσωπεύουν την προσπάθεια που καταβάλλουν οι νέοι ηγέτες της Κίνας τόσο για να ξεφύγουν από την απομόνωση της μετά – Τιεν αν Μεν εποχής και να προασπίσουν την ασφάλειά τους όσο και για να αμφισβητήσουν την αμερικάνικη επιρροή σε ολόκληρο τον κόσμο».

Η Κίνα, μαζί με την Ινδία, τη Βραζιλία και τη Ρωσία αμφισβητούν τους συσχετισμούς του ΠΟΕ και προσεταιρίζονται σε αυτό την ΕΕ. Παράλληλα ηγούνται για τη διαμόρφωση νέων τελωνειακών ενώσεων στην Ασία, ακόμη και σε ανταγωνισμό με την Ιαπωνία.
Αλλά και τα κράτη της Κεντρικής και Λατινικής Αμερικής κινούνται για δικό τους λογαριασμό στην ηπειρωτική αμερικανική αγορά και στις εμπορικές σχέσεις τους με τη Δύση και την Ανατολή.

Συμπέρασμα: Σε αυτόν το ρευστό, ανισόμετρα αναπτυσσόμενο καπιταλιστικό κόσμο, η ΕΕ παίρνει μέρος ως ιμπεριαλιστικό κέντρο, με κίνητρο την κατάκτηση προνομιακών όρων για την εξαγωγή εμπορευμάτων και κεφαλαίου, με χρησιμοποίηση όλων των μέσων που διαθέτει, με τάση κατάκτησης νέων μέσων, όπως ισχυρότερη και απεξαρτημένη από τις ΗΠΑ στρατιωτικοπολιτική συμμαχία. Η αφετηρία της θέσης και της επιδίωξής της είναι καθαρά ιμπεριαλιστική ανταγωνιστική, γι’ αυτό και εξ ίσου με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ επικίνδυνη για τους ευρωπαϊκούς λαούς. Γι’ αυτό μοναδική συμφέρουσα και ρεαλιστική διέξοδος για τους λαούς είναι η ταξική πάλη στη γραμμή της ρήξης, της σύγκρουσης και της αποδέσμευσης από την ΕΕ.

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ
ΣΤΙΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΕ

Κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση στην Ελλάδα, στον εναλλασσόμενο ρόλο τους πριν και μετά τις βουλευτικές εκλογές της 7ης Μαρτίου 2004, στήριξαν την τελευταία διεύρυνση της ΕΕ. Την ίδια στήριξη παρείχε «εξ αριστερών» και ο ΣΥΝ.
Οι φορείς του οπορτουνισμού στο εργατικό κίνημα έχουν αναλάβει να εξωραϊσουν στα μάτια και στη συνείδηση των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων τις ταξικές αλλά και τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις της ΕΕ.
Το θεωρητικό τους σχήμα προβάλλει την ΕΕ ως την ευρωπαϊκή απάντηση στην ιμπεριαλιστική ηγεμονία των ΗΠΑ. Προβάλλει την ευρωπαϊκή ομοσπονδία ως τη λύση των αντιθέσεων μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Παίρνει εργολαβία την αταξική προβολή των αντεργατικών και ιμπεριαλιστικών στόχων της ΕΕ, θεωρώντας ως αντικειμενικό υπόβαθρο των εξελίξεων τα νέα τεχνολογικά επιτεύγματα.

Σε αυτό το θεωρητικό και πολιτικό σχήμα καλούνται να υποταχθούν τα κόμματα με εργατικές αναφορές, το συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα, τα διάφορα κοινωνικά κινήματα σε κάθε κράτος-μέλος της ΕΕ.
Οι οπορτουνιστικές δυνάμεις στην Ελλάδα, με επικεφαλής το ΣΥΝ, ηγούνται για τη διαμόρφωση νέων, ευρωπαϊκής εμβέλειας, πολιτικών και κοινωνικών σχημάτων, του Ευρωπαϊκού Αριστερού Κόμματος και του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ. Είναι τα αναχώματα του «εξ αριστερών» εγκλωβισμού των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων στην πολιτική συνεργασίας των τάξεων, στην αποδοχή της ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας, στην ενσωμάτωση και στη συναίνεσή τους στις αναδιαρθρώσεις της καπιταλιστικής κυριαρχίας σε κάθε χώρα.

Οι πολιτικές τους προτάσεις, διανθισμένες με ορισμένη αντικαπιταλιστική και σοσιαλίζουσα φιλολογία, σε τίποτε δε διαφέρουν από τις αστικές αναζητήσεις για τη διαχείριση των κρίσεων, των αντιφάσεων και αντινομιών του συστήματος, με μοναδικό στόχο τη διάσωσή του.
Η πολιτική απάντηση του οπορτουνισμού για τη δυνατότητα μετεξέλιξης της ΕΕ σε μια πολιτική ένωση με μέσα άσκησης μιας δήθεν δημοκρατικής και κοινωνικά ευαίσθητης κοινής πολιτικής, ικανής να σταθεί στο θόλο της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης αφ’ ενός είναι σαθρό και αποπροσανατολιστικό, αφ’ ετέρου δεν πρωτοτυπεί σε σχέση με τα ιδεολογήματα και τις υποσχέσεις του διεθνούς ιμπεριαλισμού.

Η ΕΕ σταθερά θωρακίζεται με αντεργατικούς θεσμούς και μηχανισμούς καταστολής, υποθάλπτει και ενσωματώνει ακόμη και ανοικτά αντικομμουνιστικούς αποκλεισμούς (π.χ το αντικομμουνιστικό μανιφέστο του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, τη ρατσιστική και αντικομμουνιστική νομοθεσία των Βαλτικών κρατών, της Τσεχίας). Γενικά, η τάση ανοχής του κοινοτικού κατεστημένου απέναντι στο κομμουνιστικό κίνημα στηρίζεται στη δύναμή του να πετυχαίνει μεγάλης έκτασης οπορτουνιστική διάβρωση και ενσωμάτωσή του.
Οσο για τις υποσχέσεις περί δικαιότερης κρατικής παρέμβασης στην κατανομή του εισοδήματος, στην άμβλυνση της φτώχειας μέσα σε ένα κράτος, μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, μεταξύ των «πλουσίων και φτωχών κρατών» του κόσμου αρκεί να προσέξουμε πως τοποθετούνται οι φανεροί υπερασπιστές του καπιταλιστικού συστήματος παγκοσμίως.

Ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος υποστηρίζει ότι:

«Ο νεοφιλελευθερισμός δεν αντιστρατεύεται κάθε παροχή προς το κοινωνικό σύνολο. Ούτε και συνιστά λογιστική θεώρηση της πολιτικής … Συνιστά ορθολογική αντιμετώπιση της πολιτικής και της οικονομίας, ούτως ώστε με την μείωση των αλόγιστων κρατικών δαπανών, την κατάργηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του Δημοσίου και την απελευθέρωση των αγορών, να δημιουργείται πλεόνασμα που να διευκολύνει το κράτος να προστατεύει τα πιο αδύναμα μέλη της κοινωνίας. Εξάλλου, εκεί ακριβώς βρίσκεται η διαφορά του «νέου» από τον «κλασικό» φιλελευθερισμό. Στο ότι ο «νεοφιλελευθερισμός» ενθαρρύνει την παρέμβαση του κράτους για την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών της κοινωνίας. Ας μη ξεχνάμε πως επί Θάρτσερ στη Βρετανία διπλασιάσθηκαν οι δαπάνες για την υγεία, ενώ επί Ρέιγκαν στις ΗΠΑ αυξήθηκαν οι κρατικές συνεισφορές στο Medicaid και Medicare.

Ας πάψουμε, πλέον, να συγχέουμε τον κλασικό και δύσκαμπτο συντηρητισμό με τη δυναμικότερη ιδεολογία της εποχής μας …». 52

Ο φιλελεύθερος και χαρακτηριζόμενος ως μονεταριστής αμερικανός οικονομολόγος Jeffrey Sachs, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης και εξωτερικός σύμβουλος του ΔΝΤ, στιγματίζει την οικονομική πολιτική του Τζ. Μπους εκτός των άλλων και για την αθέτηση της δέσμευσης των ΗΠΑ στη Διάσκεψη του Μοντερέι (Μάρτιος 2002) να διαθέσει 60 δισ. δολάρια για την ανάπτυξη του Τρίτου Κόσμου καθώς και για τη συνολική πολιτική του στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας χωρίς την καταπολέμηση της φτώχειας. Υποστηρίζει μάλιστα ότι «δεν μπορεί μια χώρα με το 5% του παγκόσμιου πληθυσμού να σύρει από τη μύτη προς το αδιέξοδο 191 άλλες χώρες με το 95% του παγκόσμιου πληθυσμού».53

Κατά το σύνθημα των 250 ευρωπαίων νεοκεϋνσιανών οικονομολόγων «η Ευρωπαϊκή Ενωση μπορεί και πρέπει να αλλάξει», η Παγκόσμια Επιτροπή για την Κοινωνική Διάσταση που συστάθηκε το Φεβρουάριο του 2002 από το Διεθνή Οργανισμό Εργασίας (ΔΟΕ) προβάλλει το σύνθημα: «Η παγκοσμιοποίηση μπορεί και πρέπει να αλλάξει».

Στην έκθεσή της 54 διακηρύσσει ότι «τα περιθώρια ωφελειών από την παγκοσμιοποίηση είναι απεριόριστα» καθώς «προωθεί τις ανοικτές κοινωνίες και οικονομίες και ενθαρρύνει μια πιο ελεύθερη ανταλλαγή αγαθών, ιδεών και γνώσης». Υποστηρίζει ότι οι δράσεις που θα πρέπει να αναληφθούν ξεκινούν από το τοπικό επίπεδο και καταλήγουν στο διεθνές, ότι θα πρέπει να προασπιστούν και να ενισχυθούν τα δικαιώματα στην ελεύθερη έκφραση, στην ιδιαιτερότητα, τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Υποστηρίζει ότι ταυτόχρονα θα πρέπει να αναπτυχθούν οι παραγωγικές ικανότητες των οικονομιών με σεβασμό στις τοπικές προτεραιότητες.

Αλλά ποιοι είναι αυτοί που συναποφάσισαν τη διακήρυξη των παραπάνω ιδεών;

Ο αναγνώστης και η αναγνώστρια αξίζει να γνωρίσει ότι μαζί με το νεοκεϋνσιανό οικονομολόγο Στίγκλιτς, τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Συντακτικής Επιτροπής Αμάτο και τον πρόεδρο της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Εργασίας είναι και ο πρόεδρος της Toshiba, ο αντιπρόεδρος του ιδρύματος Ραντ και μέλος του ΔΣ της Microsoft και ο πρόεδρος της Διεθνούς Οργάνωσης Εργοδοτών και πρώην πρόεδρος της Unilever. Και μόνο αυτές οι συμμετοχές αρκούν για να αποδειχθεί ο ανέξοδος, ουτοπικός και αποπροσανατολιστικός χαρακτήρας των διακηρύξεων, με μόνο στόχο την ενσωμάτωση του εργατικού κινήματος στην ταξική συνεργασία. Είναι το μόνο που χρειάζεται το μεγάλο κεφάλαιο σε κρατικό, περιφερειακό και διεθνικό επίπεδο. Τη μόνη αντίθεση που προτάσσει να ελέγξει είναι η αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας, αντίθεση που πρωτογενώς παράγεται σε εθνοκρατικό επίπεδο.

Είναι, λοιπόν, μέγιστη η υπηρεσία του οπορτουνισμού στο σύστημα, που θυσιάζει την ταξική πάλη σε εθνοκρατικό επίπεδο στο όνομα μιας δήθεν συγχρονισμένης πάλης για την αλλαγή του χαρακτήρα της ΕΕ από τα μέσα.

Η ΓΡΑΜΜΗ ΤΗΣ ΡΗΞΗΣ, ΤΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΔΕΣΜΕΥΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΕ ΜΟΝΗ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΔΙΕΞΟΔΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

Το 2004 δεν είναι το 1992. Μεσολάβησαν γεγονότα, εξελίξεις ικανές να δώσουν το έναυσμα για την αντίστροφη μέτρηση στον απεγκλωβισμό όλο και πιο μαζικών πρωτοπόρων τμημάτων των μισθωτών εργαζομένων, των λαϊκών στρωμάτων, της νεολαίας. Είναι καιρός να μετατρέψουν την ταξική τους πείρα σε γνώση, πολιτική συνείδηση, ταξική πάλη.

Είναι υπόθεση του κάθε προβληματισμένου εργαζόμενου στη χώρα του να απαλλαγεί από το φόβητρο του «Γολιάθ», να συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας εργατικής στρατιάς «Δαυίδ» στη δική του χώρα. Να στηρίξει ενεργητικά τις προσπάθειες για να μαζικοποιηθεί και μαχητικοποιηθεί μια λαϊκή στρατιά σύγκρουσης και ρήξης με την ΕΕ και με το εγχώριο καθεστώς που τη στηρίζει. Να δώσει τη δύναμή του σε ένα λαϊκό μέτωπο ικανό να αξιοποιήσει τις υπαρκτές αντιθέσεις και αντινομίες της ΕΕ, να τις βαθύνει με την πάλη του, να τις μετατρέψει σε ρήγματα που θα προκαλέσουν τη διάβρωση, τη δυσλειτουργία των αντιλαϊκών στόχων της, τον αποδεκατισμό και στην πορεία την αποσύνθεσή της.

Παλεύοντας σε αυτή την κατεύθυνση το εργατικό λαϊκό κίνημα σε κάθε κράτος-μέλος της ΕΕ διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για το συντονισμό της πάλης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Ο δρόμος αμφισβήτησης, σύγκρουσης και ρήξης με πολιτικό στόχο την αποδέσμευση της ελληνικής κοινωνίας από την ΕΕ είναι μονόδρομος για την υπεράσπιση των εργατικών και λαϊκών κατακτήσεων, για τη συνεπή ταξική πάλη και διεκδίκηση των σύγχρονων αναγκών τους. Είναι μονόδρομος για τη ριζική αλλαγή του συσχετισμού στο επίπεδο των κοινωνικών δυνάμεων και την ανατροπή του αντιλαϊκού πολιτικού συσχετισμού.
Οι ευρωεκλογές της 13ης Ιουνίου δίνουν την ευκαιρία για ένα ακόμα βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση με την ισχυροποίηση του ΚΚΕ.

Η Ελένη Μπέλλου είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και υπεύθυνη του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ.

1. Ο αναγνώστης και η αναγνώστρια θα πρέπει να μη ξεχνούν ότι υπάρχουν σοβαρά προβλήματα μεθοδολογίας στη μέτρηση και στη συγκρισιμότητα των οικονομικών μεγεθών. Συχνά η οριστική μέτρηση και στάθμιση συγκρισιμότητας επέρχεται μετά 2-3 έτη, με χρονική απόσταση από κράτος σε κράτος και με διορθώσεις που γίνονται με χρονική υστέρηση. Πολλά από τα αριθμητικά στοιχεία προκύπτουν ως εκτιμήσεις, γι’ αυτό και έχουν σημαντικές αποκλίσεις από πηγή σε πηγή.
Ανεξαρτήτως των παραπάνω προβλημάτων, οι διαφαινόμενες τάσεις δεν ανατρέπονται από τις σημαντικές αποκλίσεις στη μέτρηση των οικονομικών μεγεθών, όπως στο ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ στην Ελλάδα το 2003 (κυμαίνεται από 4,1 – 4,7%), στο ύψος του κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα σε τρέχουσες τιμές κλπ. Η ΕΣΥΕ είχε δώσει εκτίμηση αύξησης του ΑΕΠ το 2003 κατά 4,7%, εκτίμηση που συμπεριλήφθηκε και στις συνολικές εκτιμήσεις της Eurostat, που ανακοινώθηκαν αρχές Μαρτίου. Το υπ. Οικονομικών, σε επιστολή του προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ημερομηνίας 22 Μαρτίου 2004, ενημερώνει ότι με βάση νεώτερα στοιχεία υπολογίζει χαμηλότερη την αύξηση του ΑΕΠ, περίπου στο 4,2%. Η Τράπεζα της Ελλάδας εκτιμά αύξηση κατά 4,1%.
2.Ανακοινώθηκαν στις 11 Φεβρουαρίου 2004 από τον τότε υπουργό Οικονομίας κ. Ν. Χριστοδουλάκη.
Επίσης τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δίνουν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας να ανέρχεται σε 18.400 δολάρια ΗΠΑ, βάσει ισοτιμιών αγοραστικής δύναμης. Τα στοιχεία της ΕΣΥΕ δίνουν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ το 2002 σε τρέχουσες τιμές 12.798 ευρώ.
3. ΙΟΒΕ, Η Ελληνική Οικονομία 3/03, σελ. 43 (Πηγή: Newcronos Database).
4. ΙΟΒΕ, Η Ελληνική Οικονομία 3/03, σελ. 45 (Πηγή: Newcronos Database).
Ο αριθμός των εργαζομένων περιλαμβάνει τους απασχολούμενους και τους αυτοαπασχολούμενους. Περιλαμβάνονται οι μισθωτοί, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι στρατιωτικοί και οι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων. Οι εποχικά απασχολούμενοι και αυτοί που απουσιάζουν από την εργασία τους λόγω ασθένειας, διακοπών, απεργίας και παρακολούθησης εκπαιδευτικών προγραμμάτων κατά τη διάρκεια της έρευνας περιλαμβάνονται στους απασχολούμενους. Ο καθορισμός αυτός είναι σύμφωνος με το Διεθνή Οργανισμό Εργασίας (International Labor Organization, ILO).
5. Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 5.3.04.
6. Πηγή δεδομένων με βάση τα οποία έγιναν οι υπολογισμοί ο Πίνακας III-11 Μεταποίηση: Μονάδες, Απασχολούμενοι, Προστιθέμενη Αξία κλπ. σελ. 168-171 της έκδοσης Allmedia Publications «Η Ελληνική Οικονομία σε αριθμούς 2003».
7. Στην κατηγορία του συνόλου των απασχολουμένων δεν περιλαμβάνονται οι άνεργοι (απασχολούμενοι + άνεργοι = εργατικό δυναμικό).
8. ΙΟΒΕ: Η ελληνική οικονομία, 1/03, Τριμηνιαία Εκθεση, Αρ. τεύχους 36, Ιούνιος 2003, σελ. 56, Πίνακας 4.10 και 4.11.
9. ΟΚΕ: Γνώμη για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
10. Υπουργείο Ανάπτυξης: Ετήσια Εκθεση για την Ανταγωνιστικότητα. Πηγή: Eurostat Newcronos Database
11. Τράπεζα της Ελλάδας, Νομισματική πολιτική 2003-2004, Μάρτιος 2004, σελ. 127.
12. Εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 28.9.03, άρθρο Λ. Τόκα. Πηγή: Υπουργείο Οικονομίας – Βασικές Μακροοικονομικές Στατιστικές Σειρές (2001) και Τρέχουσες Οικονομικές Εξελίξεις (Ιούνιος 2003).
13. Εφημερίδα ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 5.3.2004.
14. Υπουργείο Ανάπτυξης: Ετήσια Εκθεση για την Ανταγωνιστικότητα.
15. ΙΟΒΕ, Η ελληνική οικονομία, 1/03, Τριμηνιαία Εκθεση, Αρ. τεύχους 36, Ιούνιος 2003, σελ. 57.
16. Πηγή Eurostat, Newcronos Database.
17. Πηγή Eurostat, Newcronos Database.
18. Υπουργείο Οικονομικών: Ετήσια Εκθεση για την Ανταγωνιστικότητα.
19. Ως όριο φτώχειας ορίζεται το 60% της διαμέσου του ισοδυναμισμένου διαθέσιμου για τη χώρα.
20. Ερευνα του καθηγητή Οικονομικών της Υγείας και κοσμήτορα της ΕΣΔΥ Ι. Κυριακόπουλου, δημοσίευση στοιχείων εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», 30.10.03.
21. Ερευνα ομάδας αμερικανών επιστημόνων από το Πανεπιστήμιο «Τζον Χόπκινς», με επικεφαλής τον Βισέντε Ναβάρο. Δημοσίευση στην εφημερίδα ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 19.1.04.
22. Στοιχεία του Πίνακα 2 της έκδοσης «Η ελληνική οικονομία σε αριθμούς, 2003», σελ. 28.
23. Ερευνα για την ποιότητα ζωής από την εταιρεία Mercer Human Resource Consulting, τα αποτελέσματα της οποίας δόθηκαν στη δημοσιότητα την 1η Μαρτίου 2004. Αναδημοσίευσή τους στην εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, 2.3.04.
24. Υπουργείο Οικονομικών, Ετήσια Εκθεση για την Ανταγωνιστικότητα: Ανάλυση δεικτών βιομηχανικής παραγωγής.
25. ΕΠΙΛΟΓΗ, Μηνιαία Οικονομική Επιθεώρηση, τεύχος 3/2004, σελ 111.
26. Στο ίδιο, Κ. Δρακάτου, σελ. 21, Πηγή: Eurostat.
27. ΕΠΙΛΟΓΗ, τεύχος 3/2004, σελ. 21.
28. Ερευνα του Ινστιτούτου Οικονομίας Κατασκευών.
29. Η Ελληνική οικονομία σε αριθμούς, 2003, σελ. 113.
30. Ετήσια Εκθεση ΕΚΤ – 2002, σελ. 144.
31. Τράπεζα της Ελλάδας, Νομισματική Πολιτική, 2003-2004, σελ. 74.
32. Βλέπε και εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 14.7.2002.
33. Εκτίμηση που περιέχεται στην επιστολή του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων προς τον τότε υφυπουργό Οικονομικών Απ. Φωτιάδη (Σεπτέμβριος του 2002). Η εκτίμηση στηριζόταν σε επεξεργασία στοιχείων της ΕΣΥΕ που έκανε ο Σύνδεσμος.
34. Η Ελληνική Οικονομία σε αριθμούς – 2003, Allmedia Publications, σελ. 249.
35. Τράπεζα της Ελλάδας, Νομισματική Πολιτική, 2003-2004, σελ. 73.
36. Καθαρό συσσωρευτικό ξένο άμεσα επενδυτικό κεφάλαιο.
37. Θ. Παλάσκας, Λ. Πεχλιβάνος, Χρυσ. Στόφορος, Η Ελλάδα στη διεθνή αγορά επενδύσεων, έκδοση ΙΟΒΕ, σελ. 36, Πηγή: Van den Berghe (2002).
38. Στην ίδια μελέτη, η χρησιμοποίηση στοιχείων διαφορετικών πηγών δίνει σημαντικά διαφοροποιημένα τα αποθέματα εισροών ΞΑΕ στην Ελλάδα ως ποσοστό του ΑΕΠ (11%) το 2000 (σελ. 77).
38. Ετήσια Εκθεση της UNCTAD, Νοέμβριος 2003, και «Η ελληνική οικονομία σε αριθμούς, 2003».
39. Η Ελληνική οικονομία σε αριθμούς, 2003, σελ. 76-77, 24-25.
40. Τράπεζα της Ελλάδας, Εκθεση του Διοικητή για το έτος 2002, σελ. 297. Για το 2002, προσωρινά στοιχεία. Με (-) καθαρή εκροή. Με (+) καθαρή εισροή.
41. Τράπεζα της Ελλάδας, Εκθεση του Διοικητή για το έτος 2002, σελ. 298.
42. Τράπεζα της Ελλάδας, Εκθεση του Διοικητή για το έτος 2002, σελ. 299.
43. Τράπεζα της Ελλάδας, Νομισματική Πολιτική, Ενδιάμεση Εκθεση 2003, Πίνακας 5, σελ. 146.
44. Τράπεζα της Ελλάδας, Νομισματική Πολιτική, 2003-2004, Μάρτης 2004, Πίνακας 5 Ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών, σελ. 148.
45. Τράπεζα της Ελλάδας, Νομισματική Πολιτική, 2003-2004, Μάρτης 2004, σελ. 75-76.
46.Τράπεζα της Ελλάδας, Νομισματική Πολιτική, 2003-2004, Μάρτης 2004, Πίνακας 5 Ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών, σελ. 148.
47. Η συμφωνία σύνδεσης της Ελλάδας υπογράφηκε στις 9 Ιουλίου του 1961, κυρώθηκε με το νόμο 4226 στις 14 Μαρτίου 1962 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 1962.
Αίτηση πλήρους ένταξης στην ΕΟΚ υπέβαλε η Ελλάδα τον Ιούνη του 1975. Οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν στην Πράξη Προσχώρησης που υπογράφτηκε το Μάιο του 1979 και ενεργοποιήθηκε την 1η Ιανουαρίου του 1981.
48. Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Ετήσια Εκθεση, 2002, σελ. 144.
49. Από την ομιλία του Ζαν Κλωντ Τρισσέ στο Συνέδριο για την τόνωση της επιχειρηματικότητας στο Λονδίνο, στις 26 Ιανουαρίου 2004.
50. Στοιχεία Eurostat.
51.Δήλωση στο Συνέδριο για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας, που έγινε στο Λονδίνο, στις 26 Ιανουαρίου 2004.
52. Εφημερίδα ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 17.11.03.
53. Jeffrey Sachs «A Declaration of Independence from the USA», στο Project Syndicate, Νοέμβριος 2003. Στο άρθρο του Κ. Βεργόπουλου στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 28/12/2003.
54. Εκθεση, σελ. 168, http://www.ilo.org.

«ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ»:ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΜΕ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΕΠΙΔΙΩΞΕΙΣ


του Στέφανου Λουκά

«Κοινωνική οικονομία»: Εχει μπει για τα καλά στο λεξιλόγιο διαφόρων πολιτικών, οικονομολόγων, δημοσιολόγων και παρουσιάζεται ως φιλολαϊκή πολιτική διαχείρισης των οξύτατων λαϊκών προβλημάτων στις σύγχρονες συνθήκες.
Ως οικονομικός όρος είναι αντιεπιστημονικός, γιατί στον καπιταλιστικό κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό τα μέσα παραγωγής που χρησιμοποιούνται στη μεγάλη παραγωγή είναι ιδιωτική (ατομική ή μετοχική) ιδιοκτησία που επιτρέπει την ατομική ιδιοποίηση ενός μέρους του αποτελέσματος της κοινωνικής παραγωγής.

«Κοινωνική οικονομία» από την άποψη των σχέσεων παραγωγής, της οικονομικής βάσης ενός κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, μόνο στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό μπορεί να υπάρξει γιατί μόνο σε αυτό το κοινωνικό σύστημα τα μέσα παραγωγής ανήκουν σε ολόκληρη την κοινωνία, όλα τα μέλη της κοινωνίας συμμετέχουν στην κοινωνικοποιημένη εργασία και καρπώνονται το αποτέλεσμα της, κατ’ αρχήν, ανάλογα με την προσφορά τους.

ΟΡΙΣΜΟΙ ΜΕ ΚΟΙΝΗ ΣΥΝΙΣΤΑΜΕΝΗ ΤΗ ΣΥΓΚΑΛΥΨΗ

Πώς ορίζουν όμως οι θιασώτες της την «κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία»; «Ανάμεσα στον εμπορευματοποιημένο τομέα της οικονομίας και στις δημόσιες επιχειρήσεις και υπηρεσίες, υπάρχει ένας ευρύτατος τομέας, ο οποίος είναι γνωστός με το όνομα κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία: Περιλαμβάνει χιλιάδες μη κερδοσκοπικές οργανώσεις (οργανώσεις, συνεταιρισμοί, ταμεία αλληλοασφάλισης και ιδρύματα). Αντιπροσωπεύουν το 10% της συνολικής απασχόλησης στην Ευρώπη… αυτός ο τομέας αρχίζει να διεκδικεί τη ρήξη με τα φιλελεύθερα δόγματα: Μπορεί κανείς να ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες χωρίς να κινείται μόνο μέσα από τη λογική του κέρδους». 1

Στην αιτιολογική έκθεση για τις «συνεταιριστικές επιχειρήσεις στη γυναικεία απασχόληση» της Ευρωπαϊκής Ενωσης, (Ιούλης 1998), σχετικά με την ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση, στο κεφάλαιο «Κοινωνική οικονομία, τρίτος τομέας και κοινωνικές επιχειρήσεις» αναφέρει: «Ο όρος «κοινωνική οικονομία» καλύπτει τις οικονομικές δραστηριότητες συνεταιριστικών επιχειρήσεων, αλληλοβοηθητικών φορέων (βλέπε εθελοντικές οργανώσεις) και μη κερδοσκοπικών ενώσεων. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο για το λεγόμενο τρίτο τομέα (μη κερδοσκοπικές δραστηριότητες, μη υπαγόμενες ούτε στο δημόσιο ούτε και στον ιδιωτικό τομέα).

… στην Ευρώπη… αναδύεται μια νέα μορφή επιχείρησης, η κοινωνική… Η ιδιαιτερότητα της κοινωνικής επιχείρησης είναι ότι συνδυάζει επιχειρηματικό πνεύμα και κοινωνικό σκοπό σε μια πρωτότυπη σύνθεση που τη διακρίνει τόσο από την κλασική επιχείρηση όσο και από τις παραδοσιακές μορφές μη κερδοσκοπικών ενώσεων… λειτουργούν για την παραγωγή υπηρεσιών, προοριζόμενων για μειονεκτικά πληθυσμιακά στρώματα ή για την παροχή υπηρεσιών ειδικής κοινωνικής αξίας στο κοινωνικό σύνολο, έχουν αναπτύξει πρωτότυπες μορφές προστασίας των καταναλωτών, μέσω της συμμετοχής αυτών των τελευταίων στη διαχείριση της επιχείρησης. Οι επιχειρήσεις αυτές:

Μπορούν να δημιουργήσουν πρόσθετη απασχόληση, επειδή καλύπτουν νέες ανάγκες οφειλόμενες σε κοινωνικές αλλαγές (δημογραφικές τάσεις, γήρανση πληθυσμού, μεγάλα ποσοστά γυναικείας απασχόλησης, μεγάλος αριθμός μονογονεϊκών οικογενειών).
Δύσκολα μπορούν να αντιμετωπίσουν ανταγωνισμό (εθνικό ή διεθνή) και επομένως παρουσιάζουν μακροπρόθεσμα μεγάλη σταθερότητα.
Χαρακτηρίζονται από ηθικά και συναισθηματικά στοιχεία που μειώνουν την πιθανότητα υποκατάστασης του ανθρώπου από μηχανές.
Μπορούν να απασχολήσουν τα ασθενέστερα στρώματα της αγοράς εργασίας (γυναίκες, νέους, άτομα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες).
Εχουν υψηλή ένταση εργασίας και συχνά απαιτούν μικρή αρχική επένδυση.
Εχουν τοπική διάσταση και συχνά στηρίζονται σε δεσμούς εμπιστοσύνης και σε άτυπες σχέσεις».
Θα προσπαθήσουμε να αποδείξουμε παρακάτω ότι «κοινωνική», «μη κερδοσκοπική», «αλληλέγγυα», «ηθική» και άλλοι ορισμοί και προσδιορισμοί αποτελούν ταμπέλες κάτω από τις οποίες συγκαλύπτονται συγκεκριμένοι ταξικοί στόχοι των καπιταλιστών.

Ο ΠΥΡΗΝΑΣ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΟΣΑ

Η «κοινωνική οικονομία», ως συγκροτημένη και αναγκαία στρατηγική κατεύθυνση για την αστική διακυβέρνηση, καταλήχτηκε στη Διάσκεψη υπουργών Κοινωνικής Πολιτικής των κρατών μελών του ΟΟΣΑ τον Ιούνη του 1998. Πυρήνας της κατεύθυνσης που έδωσε η Διάσκεψη του ΟΟΣΑ είναι να δημιουργηθεί «το κράτος που ρυθμίζει το κοινωνικό περιβάλλον αντί του κράτους που χορηγεί κοινωνικές παροχές». Στην ίδια Διάσκεψη καθορίστηκαν σε γενικές γραμμές το περιεχόμενο, οι τομείς και ο χαρακτήρας των φορέων υλοποίησης της «κοινωνικής οικονομίας», ως εξής:

«Η Κοινωνική Οικονομία ή τρίτος τομέας της Οικονομίας απαρτίζεται από συνεταιρισμούς, ταμεία αλληλοβοήθειας, ενώσεις και ιδρύματα. Οι δράσεις της δεν εντάσσονται ούτε στο δημόσιο ούτε στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Ο τρίτος τομέας συμμετέχει με ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, από τις κοινωνικές υπηρεσίες, τη φροντίδα για την υγεία, την παιδεία, την κατοικία, τις έρευνες, τον πολιτισμό, τη θρησκεία, μέχρι τις τοπικές πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη, την απασχόληση, τα ταμεία υγείας και σύνταξης, τους αγροτικούς και αστικούς συνεταιρισμούς. Οι οργανισμοί Κοινωνικής Οικονομίας έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά:

Την οργάνωσή τους με επιχειρηματικό πνεύμα.
Την επιδίωξη οικονομικών και κοινωνικών στόχων ταυτόχρονα.
Την ικανότητά τους να βρίσκουν καινοτομίες και δυναμικές λύσεις στα προβλήματα της ανεργίας και του κοινωνικού αποκλεισμού.
Τη συμβολή τους σε μια οικονομική ανάπτυξη που ενισχύει την κοινωνική συνοχή».

Για τη σχέση «κοινωνικής πολιτικής» και ανεργίας αναφέρεται ότι: «Υπάρχουν χιλιάδες άνεργοι, των οποίων οι προσδοκίες δεν ευοδώνονται, καθώς οι ρυθμοί ανάπτυξης δε συμβαδίζουν με αύξηση στην απασχόληση… Το Δημόσιο μπορεί με την παροχή κινήτρων να διαμορφώσει τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να συσταθούν συνεταιρισμοί οι οποίοι θα πουλήσουν τις υπηρεσίες τους είτε στο Δημόσιο, είτε απευθείας στους πολίτες, αρκεί να εξασφαλίζουν θέσεις απασχόλησης, καλή ποιότητα υπηρεσιών και προϊόντων, ένταξη των κοινωνικά αποκλεισμένων στην εργασιακή διαδικασία…». 2
Ανάλογου περιεχομένου δραστηριότητα μπορούν να αναπτύσσουν οι λεγόμενες «Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις» (ΜΚΟ) ή, οι λεγόμενες επιχειρήσεις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, αλλά και οι μεν και οι δε, ουσιαστικά, αποτελούν άτυπες μορφές πρώιμων καπιταλιστικών επιχειρήσεων.

Η «ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ» ΚΑΙ ΤΟ «ΝΕΟ ΚΙΝΗΜΑ»

Σύμφωνα με τη «θεωρία» περί «κοινωνικής οικονομίας», κρίκος για την αντιμετώπιση των λαϊκών προβλημάτων είναι η επιχείρηση. Σύμφωνα με τη «LE MONDE diplomatique», ονομάζεται «κοινωνικά υπεύθυνη επιχείρηση». Τι επιχείρηση είναι, όμως, αυτή; «Θα πρόκειται για επιχείρηση, η οποία, εκτός από την κλασική οικονομική λειτουργία της, ενδιαφέρεται να δημιουργήσει θετικές εξωτερικές συνέπειες των δραστηριοτήτων της. Στον τομέα της αλληλέγγυας οικονομίας, η κοινωνικά υπεύθυνη επιχείρηση θα συμβάλλει στην επανένταξη μειονεκτούντων ατόμων μέσα από την προσφορά θέσεων εργασίας, στέγης, ή κοινωνικών υπηρεσιών. Στον τομέα της τοπικής ανάπτυξης, η κοινωνικά υπεύθυνη επιχείρηση θα συμβάλλει στη δημιουργία οικονομικής δραστηριότητας σε φθίνουσες περιοχές. Στον τομέα της αειφόρου ανάπτυξης, η κοινωνικά υπεύθυνη επιχείρηση θα καθοριστεί από ένα σχέδιο για την αλλαγή του συστήματος παραγωγής, το οποίο θα αποσκοπεί στη μείωση των αρνητικών συνεπειών, που έχουν οι δραστηριότητες της επιχείρησης στο περιβάλλον και στην προώθηση των θετικών επιπτώσεων στο περιβάλλον». 3 Αρκεί βεβαίως να εφαρμοστεί ανάλογη πολιτική.

Αυτή η πολιτική διαχείρισης επιδιώκει να επιβάλλει στις λαϊκές συνειδήσεις την άποψη ότι υπάρχει η δυνατότητα, μέσω άσκησης πίεσης από το κίνημα, να δημιουργηθούν επιχειρήσεις που θα παράγουν με κίνητρο όχι μόνο το κέρδος, αλλά και την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών στα λαϊκά στρώματα. «Κοινωνικά υπεύθυνες επιχειρήσεις» και «ηθικό εμπόριο», «καπιταλισμός εξανθρωπισμένος» ή η εφαρμογή στην πράξη του συνθήματος «ο άνθρωπος πάνω από τα κέρδη» είναι οι «μοντέρνες» ιδέες εξαπάτησης των εργαζομένων.

Επιδίωξη είναι η συγκρότηση και η ενίσχυση ενός κινήματος που δε θα διεκδικεί λύσεις στα λαϊκά προβλήματα από τις κυβερνήσεις και το κράτος, πολύ περισσότερο δε θα διεκδικεί ανατροπή της αντιλαϊκής πολιτικής και της εξουσίας του κεφαλαίου. Αλλά θα διεκδικεί να δίνονται κίνητρα στις επιχειρήσεις, να ενισχύονται δηλαδή, προκειμένου να παρέχουν διαφόρων μορφών κοινωνικές υπηρεσίες. Ενώ ταυτόχρονα οι συμμετέχοντες σε αυτό το κίνημα θα δρουν οι ίδιοι έτσι ώστε να αναγκάζουν τις επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν μέρος των κερδών τους για κοινωνικές υπηρεσίες ή με κοινωνικά κριτήρια ή θα δρουν οι ίδιοι στα πλαίσια ανάπτυξης της «κοινωνικής αλληλεγγύης» για την εξασφάλιση και παροχή κοινωνικών υπηρεσιών στους έχοντες την ανάγκη τους.

Ας δούμε πώς αναπτύσσεται αυτή λογική: «…πολλοί πολίτες αρνούνται να θεωρήσουν την οικονομία ένα χωριστό κόσμο, στον οποίο οι κανόνες του παιχνιδιού θα έπρεπε να είναι αμετάβλητοι και οι συμπεριφορές υποχρεωτικές. Επιθυμούν να εκφράσουν την κοινωνική τους υπευθυνότητα μέσα από τις οικονομικές πράξεις τους, που σχετίζονται με την παραγωγή, την κατανάλωση, την αποταμίευση και την επένδυση… Οι πιο στρατευμένοι από αυτούς εκφράζουν ήδη αυτές τις απόψεις μέσα από την οικονομική συμπεριφορά τους. Ετσι στη Γαλλία περίπου 30.000 αποταμιευτές έχουν στραφεί στα «αλληλέγγυα χρηματοοικονομικά ιδρύματα» και έχουν τοποθετήσει κάποια χρήματα… Αυτοί οι καταθέτες έχουν ενισχύσει τις αλληλέγγυες επιχειρήσεις με κεφάλαια ύψους 300 εκατομμυρίων ευρώ περίπου. Ετσι έγινε δυνατόν να ιδρυθούν το 2001 περισσότερες από 6.000 εταιρίες και να δημιουργηθούν 12.000 θέσεις εργασίας. Εγινε δυνατόν να στεγαστούν 3.000 οικογένειες που βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση. Προώθησαν επίσης -στη συνοικία τους ή στο χωριό τους- τις δυναμικές τοπικής ανάπτυξης… Αυτό το κίνημα, το οποίο είναι πρόσφατο στη Γαλλία και παλαιότερο στις αγγλοσαξονικές χώρες, εκφράζεται μέσα από την επιτυχία των ηθικών αμοιβαίων κεφαλαίων». 4

Σύμφωνα με τα παραπάνω, υποδεικνύεται να ενισχύονται οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις, εκτός από την απλήρωτη δουλειά των εργατών και από τα λαϊκά εισοδήματα. Δηλαδή, είναι ένας τρόπος για να να αξιοποιούνται τα λαϊκά εισοδήματα ως κεφάλαιο. Μέσω αυτής της διαδικασίας και με την προοπτική ότι οι επιχειρήσεις θα λύσουν κάποια λαϊκά προβλήματα, η αξιοποίηση των λαϊκών εισοδημάτων ως κεφαλαίου, προβάλλεται ως πράξη αλληλεγγύης σε άλλα τμήματα των λαϊκών στρωμάτων, αφού οι επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται για τη στέγαση ή δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας ή συμβάλλουν στην τοπική ανάπτυξη. Και ταυτόχρονα υποτίθεται ότι μέσω αυτής της διαδικασίας ασκούνται πιέσεις στις επιχειρήσεις που δεν ακολουθούν αυτό το «μοντέλο δραστηριότητας» να αναπτύξουν τέτοιες δράσεις. Πιέσεις που ασκούνται τόσο με ένα διεκδικητικό κίνημα που θα προβάλλει τέτοιους στόχους, όσο και με την ίδια τη λαϊκή παρέμβαση ενίσχυσης των «κοινωνικά υπεύθυνων επιχειρήσεων», με κεφάλαιο που προέρχεται από τις λαϊκές αποταμιεύσεις. Ετσι υποτίθεται ότι το κεφάλαιο, φορέας και δημιουργός των δεινών των εργατών, του λαού, θα ενισχύεται προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτά τα δεινά. Αν είναι δυνατόν!

Η λογική όμως αυτής της «θεωρίας» δε σταματά στη δημιουργία ενός υποτιθέμενου τομέα της «κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας», αλλά στη χρησιμοποίηση αυτού του τομέα και ως μοχλού, υποτίθεται, πίεσης, ώστε ολόκληρη η καπιταλιστική οικονομία να γίνει «κοινωνική και αλληλέγγυα», να γίνει το κεφάλαιο «ηθικό».

Ας δούμε πως: «…Η ανάπτυξη αυτών των κοινωνικά υπεύθυνων οικονομιών δε θα έπρεπε να οδηγήσει στην εγκατάλειψη της ιδέας του επαναπροσανατολισμού της υπάρχουσας οικονομίας. Με τις πράξεις τους ως καταναλωτές ή ως μέτοχοι, οι πολίτες πρέπει να μεταφέρουν στην καρδιά όλων των επιχειρήσεων, τον προβληματισμό σχετικά με τα κοινωνικά, περιβαλλοντικά και τα χωροταξικά προβλήματα.

Αυτό το κίνημα υπάρχει και -μέσα από τις οργανώσεις καταναλωτών και μετόχων- οργανώνονται πιέσεις για προώθηση της κοινωνικής, της περιβαλλοντικής και της χωροταξικής υπευθυνότητας. Φόρουμ όπως το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ του Πόρτο Αλέγκρε, στα οποία συναντώνται, μεταξύ άλλων, όσοι προωθούν την κοινωνική στράτευση των πολιτών μέσα στην οικονομία, αποδεικνύουν τον πλούτο των εμπειριών και των μεν και των δε, (σ.σ. καταναλωτών και μετόχων)». 5

Αυτή η διαδικασία, έτσι όπως παρουσιάζεται, επιδιώκει να διαμορφώνει στις λαϊκές δυνάμεις τη συνείδηση ότι μπορεί να υπάρχεις «καλός, ηθικός καπιταλισμός», και να τις παγιδέψει στην προσπάθεια να τον δημιουργήσουν κιόλας στην πράξη. Δεν καλλιεργούνται μόνο αυταπάτες. Καλλιεργούνται συνειδήσεις ενίσχυσης του καπιταλισμού. Βεβαίως, οι καπιταλιστές ασχολούνται και με τη «φιλανθρωπία». Αλλά και πάλι όχι χωρίς οικονομικά κίνητρα είτε είναι φοροαπαλλαγές είτε κρατικές επιδοτήσεις. Αλλωστε, οι λεγόμενες μη κερδοσκοπικές επιχειρήσεις, που έχουν ως περιεχόμενό τους υποτίθεται τη δράση σε τομείς κοινωνικών υπηρεσιών διαφόρων μορφών, εντάσσονται σε διάφορα προγράμματα χρηματοδότησης και τέτοια η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει πολλά.

Ταυτόχρονα επιδιώκεται η παροχή κινήτρων στις επιχειρήσεις και τους επενδυτές από το κράτος, προκειμένου να ενισχύονται τέτοιες πρωτοβουλίες. «Ορισμένα νέα κίνητρα που αποδεικνύουν το ενδιαφέρον του κράτους και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης γι’ αυτό το νέο τρόπο αντιμετώπισης των οικονομικών πράξεων αποτελούν έναν παράγοντα που ευνοεί την αλλαγή κλίμακας. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αποτελούν η εμφάνιση περιβαλλοντικών και κοινωνικών κριτηρίων στις προκηρύξεις διαγωνισμών του γαλλικού Δημοσίου… η έκπτωση φόρου 25% για τις συμμετοχές των φορολογουμένων σε αλληλέγγυες επιχειρήσεις».6

Η «ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ» ΚΑΙ Ο «ΗΘΙΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ»

Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι έντονα αναπτυσσόμενες τα τελευταία χρόνια «θεωρίες» περί «κοινωνίας των πολιτών», μέρος των οποίων είναι και η νεόκοπη στην Ελλάδα θεωρία περί «συμμετοχικής δημοκρατίας». Αυτά τα αστικά ιδεολογήματα επιδιώκουν να προσανατολίσουν την εργατική τάξη, τις λαϊκές δυνάμεις γενικότερα στην παραίτηση από την ταξική πάλη και στη συμμετοχή τους στη διαχείριση των προβλημάτων που δημιουργεί, αναπαράγει και οξύνει το καθεστώς της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης στις σύγχρονες συνθήκες καθολικής επίθεσης του κεφαλαίου με τις στρατηγικές επιλογές των αναδιαρθρώσεων.

Ορίζουν αυτήν την έννοια ως εξής: «Η κοινωνία των πολιτών είναι ένας ενδιάμεσος χώρος ανάμεσα στο κράτος και τον πολίτη ένα πλέγμα διαδράσεων ανάμεσα σε εθελοντικές οργανώσεις, όπως είναι οι οργανωμένες εκκλησίες, οι λέσχες, οι σχολές, οι επαγγελματικές οργανώσεις κλπ. η κοινωνία των πολιτών είναι ένα αντιστήριγμα στην πολιτική κοινωνία, δηλαδή το κράτος, και συγχρόνως εκούσιας συμμετοχής σε ένα πολιτικό και κοινωνικό σύνολο. Το αντιστήριγμα αυτό που αποτελεί η κοινωνία των πολιτών παίζει ρόλο ανταγωνιστικό και συγχρόνως συμπληρωματικό ως προς την πολιτική κοινωνία». 7

Ο Ν. Μουζέλης είναι αποκαλυπτικός ως προς τις στοχεύσεις ενσωμάτωσης:

«Στο κατώφλι του 21ου αιώνα, η αμφισβήτηση πρέπει να περάσει από τον πολιτικό και κοινωνικοοικονομικό χώρο, σ’ αυτόν της κοινωνίας των πολιτών… Περνάμε με άλλα λόγια από αγώνες για τη διάχυση εξάπλωση πολιτικών και κοινωνικοοικονομικών δικαιωμάτων σε αγώνες… των δικαιωμάτων του πολίτη. Τα τελευταία συνδέονται με την ανάγκη ενεργοποίησης του πολίτη σ’ ένα τρίτο χώρο που δε λειτουργεί ούτε στη βάση της κομματικοκρατικής λογικής ούτε σ’ αυτήν της αγοράς… Η κεντροαριστερή στρατηγική της συμμετοχικής δημοκρατίας βασίζεται στη φόρμουλα: λιγότερο κράτος… λιγότερη αγορά… και περισσότερη κοινωνία των πολιτών (θεσμοθετημένη συνεργασία κομμάτων, ΜΚΟ (Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις), ανεξάρτητες αρχές ως αντίβαρο στην κομματικοκρατία, την αγοροκρατία κλπ.). Η θεωρία της συμμετοχικής δημοκρατίας δίνει λιγότερη έμφαση στη συχνή εναλλαγή κομμάτων στην εξουσία και περισσότερο σε μια νέα ισορροπία μεταξύ κράτους, αγοράς και κοινωνίας των πολιτών… Μια κατάσταση όπου τουλάχιστον μακροχρόνια, ο χώρος της κοινωνίας των πολιτών θα παίζει επιτελικό ρόλο στη ρύθμιση των δυσλειτουργιών και της κρατικής μηχανής και της αγοράς…. Γι’ αυτό το λόγο η Κεντροαριστερά στηρίζει… όχι μόνο τις παγκόσμιες ΜΚΟ, αλλά και τα νέα κινήματα τύπου Σιάτλ-Γένοβας που μπορούν, αν ξεπεράσουν τις συχνά ουτοπικές αναρχοσυνδικαλιστικές τους τάσεις, να παίξουν έναν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία της παγκόσμιας κοινωνίας πολιτών, καθώς και στο μετασχηματισμό του παγκόσμιου status quo». 8

ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ

Η λεγόμενη «κοινωνική οικονομία» δεν είναι νέο στοιχείο της πολιτικής διαχείρισης του καπιταλισμού από τις αστικές κυβερνήσεις. Υπάρχει ανάλογη εμπειρία στην εφαρμογή της, από τη 10ετία του ’50 ακόμη, στη Μεγάλη Βρετανία.

Ο Α. Γκίντενς αναφέρει σχετικά: «Στη Μεγάλη Βρετανία κατά την περίοδο μετά το 1950… η δραστηριοποίηση στον τριτογενή τομέα – εθελοντική εργασία – έχει αυξηθεί… Οι περισσότερο παραδοσιακές ομάδες έχουν εκλείψει, για να αντικατασταθούν όμως από πολύ περισσότερες νέες, που ασχολούνται ιδίως με την αυτοβοήθεια και το περιβάλλον. Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές είναι η αυξημένη συμμετοχή των γυναικών. Οι φιλανθρωπικές ομάδες έχουν να επιδείξουν σημαντική αύξηση – το 1991 υπήρχαν στη Βρετανία περισσότερες από 160.000 επίσημα καταχωρημένες φιλανθρωπικές ομάδες. Σχεδόν το 20% του πληθυσμού συμμετέχει σε κάποια μορφή εθελοντικής εργασίας, κατά τη διάρκεια του έτους και περίπου 10% σε εβδομαδιαία βάση…».9

Ο ίδιος επίσης κάνει προσπάθεια θεωρητικής τεκμηρίωσης της δυνατότητας εφαρμογής της «κοινωνικής οικονομίας». Στο ίδιο βιβλίο αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η κυβέρνηση μπορεί να ενεργεί σε συνεργασία με φορείς της κοινωνίας των πολιτών, ώστε από κοινού να προάγουν την ανανέωση και την ανάπτυξη της κοινότητας. Την οικονομική βάση αυτής ακριβώς της συνεργασίας αποκαλώ νέα μεικτή οικονομία. Η οικονομία αυτή μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνο αν εκσυγχρονιστούν σε βάθος οι ήδη υπάρχοντες θεσμοί πρόνοιας».

Ο εκσυγχρονισμός των θεσμών που επικαλείται ο Γκίντενς είναι η θεσμική αναγνώριση και ανακήρυξη των μη κυβερνητικών μη κερδοσκοπικών οργανώσεων – σε βασικούς φορείς άσκησης κοινωνικής πολιτικής. Τις κατευθύνσεις για την κοινωνική πολιτική θα αποφασίζουν τα καπιταλιστικά κράτη και οι διακρατικοί καπιταλιστικοί οργανισμοί, ενώ θα τις υλοποιούν οι κοινωνικές δυνάμεις μέσω των φορέων τους. Η απασχόληση σε αυτούς τους φορείς αποκαλείται από τον Α. Γκίντενς «κοινωνική απασχόληση» ή απασχόληση σ’ έναν «τρίτο» τομέα της οικονομίας, που δήθεν δε θα λειτουργεί με βάση το κέρδος, (μη κερδοσκοπικός), ούτε με την «κρατικίστικη» αντίληψη. Οι επενδύσεις στον τομέα αυτό ονομάζονται δραστηριότητες «στην κοινωνική οικονομία» ή στην «αλληλέγγυα οικονομία». Με τον τρόπο αυτό δίνεται δημοκρατική, (συλλογική συμμετοχή), επίφαση στην άσκηση της πιο στυγνής ταξικής πολιτικής. Ουσιαστικά είναι μια μορφή υποταγής των λαϊκών μαζών, με τη δική τους ενεργητική συμμετοχή, στην ένταση της εκμετάλλευσής τους, αφού υποτίθεται ότι συμβάλλουν από κοινού με τους καπιταλιστές στην προώθηση «κοινωνικής πολιτικής».

Ο Α. Γκίντενς αναφέρει επίσης στο βιβλίο του εμπειρία και ορισμένα παραδείγματα για τη λειτουργία του «τριτογενούς τομέα» σ’ ορισμένες χώρες της ΕΕ. «Στη Γερμανία… σε τομείς όπως η φροντίδα των παιδιών, οι τριτογενείς κοινωνικές ομάδες είχαν σχεδόν το μονοπώλιο στην υλοποίηση της πρόνοιας. Με τη μεγέθυνση του κράτους πρόνοιας στη Γερμανία, ο τομέας των μη κερδοσκοπικών οργανώσεων, αντί να περιοριστεί επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο. Ο βαθμός στον οποίο το κράτος πρόνοιας ενσωματώνει τον τριτογενή τομέα ή στηρίζεται σε αυτόν ποικίλλει ανά χώρα. Στην Ολλανδία, για παράδειγμα, οι μη κερδοσκοπικές οργανώσεις αποτελούν το βασικό σύστημα παροχής κοινωνικών υπηρεσιών, ενώ στη Σουηδία μόλις που χρησιμοποιούνται. Στο Βέλγιο και στην Αυστρία… το ήμισυ τουλάχιστον των κοινωνικών υπηρεσιών παρέχεται από μη κερδοσκοπικές ενώσεις».

Στην έκθεση για τις «συνεταιριστικές επιχειρήσεις στη γυναικεία απασχόληση» της Ευρωπαϊκής Ενωσης, (Ιούλης 1998), στο κεφάλαιο «Οι κοινωνικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις – η ιταλική εμπειρία», αναφέρεται «ο ιταλικός δρόμος προς την κοινωνική επιχείρηση» που νομοθετήθηκε το 1991. «Ο νόμος διακρίνει δύο τύπους: το συνεταιρισμό τύπου Α για τη διαχείριση κοινωνικο-υγειονομικών και εκπαιδευτικών υπηρεσιών και το συνεταιρισμό τύπου Β για τη διαχείριση παραγωγικών δραστηριοτήτων που αποβλέπουν στην εργασιακή ένταξη μειονεκτούντων ατόμων.

Οι κοινωνικοί συνεταιρισμοί σημείωσαν ταχεία ανάπτυξη στη δεκαετία του �80 και αποτελούν έναν τομέα εξαιρετικά δυναμικό που επεκτείνεται. Υπάρχουν πάνω από 3.800 κοινωνικοί συνεταιρισμοί… δίνουν εργασία σε πάνω από 75.000 άτομα (60% γυναίκες) και χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες 12.000 εθελοντών καθώς και 2.000 αντιρρησιών συνείδησης, που εκτελούν κοινωνική θητεία. Εχουν μια σειρά από φορολογικά πλεονεκτήματα και ευεργετήματα και οφείλουν να τηρούν ορισμένες υποχρεώσεις, π.χ. να επανεπενδύουν ένα ποσοστό των κερδών ή ακόμη στους κοινωνικούς συνεταιρισμούς τύπου Β, παρουσία μειονεκτούντων ατόμων μεταξύ των εργαζομένων εταίρων σε αναλογία τουλάχιστον, ενός τρίτου».

Στο Βέλγιο υπάρχουν «Συνεταιρισμοί στον ασφαλιστικό, τον πιστωτικό και τον γεωργικό κλάδο. Στον τομέα των υπηρεσιών προσωπικής μέριμνας δραστηριοποιούνται μη κερδοσκοπικές ενώσεις (210.000 απασχολούμενοι, συν 115.000 εθελοντές)».

ΟΙ ΑΡΓΟΠΟΡΗΜΕΝΕΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχε επεξεργαστεί πρόγραμμα για την προώθηση της «Κοινωνικής Οικονομίας», τηρώντας κατά γράμμα τις κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ και της ΕΕ. Σε δημοσίευμα η πολιτική αυτή παρουσιάζονταν ως εξής:

«Μπορεί να αγοράζει το Δημόσιο υπηρεσίες από την αγορά για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών με κριτήριο την καλύτερη ποιότητα, την πλέον ανταγωνιστική τιμή και παράλληλα να συμβάλλει στην αύξηση της απασχόλησης; Υπάρχει τρόπος να καλύψει το νέο ζευγάρι και ο μοναχικός ηλικιωμένος τις ανάγκες του χωρίς δυσβάσταχτο κόστος; Υπάρχουν κοινωνικοί τομείς που χρήζουν παρεμβάσεων για την εξυπηρέτηση των πολιτών και οι επιχειρήσεις δεν επιδεικνύουν κανένα ενδιαφέρον; Σε αυτά τα ερωτήματα απαντούν καταφατικά δυο υφυπουργοί, ο κ. Γ. Φλωρίδης, υφυπουργός Οικονομικών, και ο κ. Ελ. Τζιόλας, υφυπουργός Εργασίας, ενώ το θέμα εξετάζει με προσοχή ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, κ. Ν. Χριστοδουλάκης. Μέσα από διαφορετικούς δρόμους κατέληξαν σε μια κοινή προσέγγιση για την αναζήτηση μιας νέας εναλλακτικής επιχειρηματικότητας, η οποία θα είναι περισσότερο κοινωνικά προσανατολισμένη και θα συμβάλλει στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης. Πρόκειται γι’ αυτό που άλλοι αποκαλούν τρίτο τομέα ή τρίτο σύστημα και δεν είναι άλλος από τον τομέα της «κοινωνικής οικονομίας»… Η ιδέα είναι η εξής: Υπάρχουν χιλιάδες άνεργοι, των οποίων οι προσδοκίες δεν ευοδώνονται, καθώς οι ρυθμοί ανάπτυξης δε συμβαδίζουν με αύξηση στην απασχόληση… Το Δημόσιο μπορεί με την παροχή κινήτρων να διαμορφώσει τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να συσταθούν συνεταιρισμοί οι οποίοι θα πουλήσουν τις υπηρεσίες τους είτε στο Δημόσιο, είτε απευθείας στους πολίτες, αρκεί να εξασφαλίζουν θέσεις απασχόλησης, καλή ποιότητα υπηρεσιών και προϊόντων, ένταξη των κοινωνικά αποκλεισμένων στην εργασιακή διαδικασία…».10

Ταυτόχρονα, το υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων διοργάνωσε διεθνές φόρουμ για την «Κοινωνική Οικονομία» το Νοέμβρη του 2003 στο οποίο δόθηκε το βασικό στίγμα αυτής της πολιτικής: «Οι επιχειρήσεις Κοινωνικής Οικονομίας είναι σημαντικές «πηγές» επιχειρηματικότητας, με αποτέλεσμα τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης». Σύμφωνα δε με τον τότε υφυπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ελ. Τζιόλα στο ίδιο φόρουμ, «οι επιχειρήσεις Κοινωνικής Οικονομίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση είναι πλήρως οργανωμένες, με επαγγελματικό management, με πλήρη ανάπτυξη και διακριτά λειτουργικά τμήματα, με διευρυμένη συμμετοχή. Ανοικτές στην τοπική κοινωνία και τους φορείς, ευέλικτες ώστε να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες της αγοράς, παράγοντας σύγχρονες υπηρεσίες και ποιοτικά προϊόντα». Επομένως έγινε καθαρό ότι πρόκειται για έναν επιχειρηματικό τομέα που θα δρα με τους νόμους της καπιταλιστικής αγοράς.

Το τότε κυβερνητικό σχέδιο προσδιόριζε τους φορείς που θα ανέπτυσσαν αυτή τη δραστηριότητα: «Οι νέες επιχειρήσεις που θα συσταθούν για τους τομείς κοινωνικής οικονομίας, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, οι συνεταιρισμοί κοινωνικού τομέα, οι επιχειρήσεις της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αλλά και οι υπάρχουσες επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, εφ’ όσον τροποποιήσουν τους σκοπούς τους, προκειμένου να παράσχουν υπηρεσίες στον κοινωνικό τομέα». 11
Υπήρχε επίσης επεξεργασμένο «πιλοτικό πρόγραμμα» ανάπτυξης δράσης σε 8 τομείς κοινωνικών υπηρεσιών. «Σύμφωνα με το σχέδιο για την εφαρμογή του πιλοτικού προγράμματος επιλέγονται οι εξής οκτώ:

1.Υπηρεσίες νοσοκομειακής περίθαλψης.
2. Υπηρεσίες μέριμνας (βρεφονηπιακοί σταθμοί, κέντρα δημιουργικής απασχόλησης παιδιών, βοήθεια στο σπίτι).
3.Υπηρεσίες πρόνοιας (κατ’ οίκον φροντίδα).
4.Υπηρεσίες φύλαξης σχολικών κτιρίων.
5. Βελτίωση υπηρεσιών ασφαλιστικών φορέων.
6. Υπηρεσίες μαζικής άθλησης.
7. Παροχή περιβαλλοντικών υπηρεσιών.
8. Παροχή υπηρεσιών στον τομέα του πολιτισμού». 12

Και ταυτόχρονα προβλέπονταν κίνητρα και χρηματοδότηση για την ανάπτυξη επιχειρήσεων «κοινωνικής οικονομίας». Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα σε συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου ο υφυπουργός Εργασίας κ. Ελ. Τζιόλας, είχε καταθέσει αναλυτική πρόταση για την παροχή φορολογικών κινήτρων, που θα έδιναν ώθηση στη δημιουργία επιχειρήσεων για τον τρίτο τομέα της οικονομίας. Σε αυτά περιλαμβάνονται η μείωση ή η κλιμάκωση του φορολογικού συντελεστή για αστικούς συνεταιρισμούς, συνεταιρισμούς νέων με αντικείμενα οικονομικής δραστηριότητας σε τομείς κοινωνικών υπηρεσιών όπως: Βοήθεια στο σπίτι, βρεφονηπιακοί σταθμοί, μέριμνα για τα δάση ή τα οικοσυστήματα, προβολή της ιστορικής κληρονομιάς. Επίσης, πρότεινε τη θεαματική μείωση του φορολογικού συντελεστή για τους παραγωγικούς – εμπορικούς συνεταιρισμούς γυναικών, ιδιαίτερα σε αγροτικές και ορεινές περιοχές. Μηδενική φορολόγηση προτείνεται για τις επιχειρήσεις που θα δημιουργήσουν άτομα με ειδικές ανάγκες ή μακροχρόνια άνεργοι άνω των 50 ετών… Το ύψος των κονδυλίων που θα απαιτηθούν εκτιμάται στο ποσό των 300 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ για τη διαχείριση των πόρων προτείνεται σύσταση ειδικού ταμείου κοινωνικής οικονομίας, στο οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί και μέρος των πόρων του Γ’ ΚΠΣ.

Αν αυτό το σχέδιο εφαρμοστεί, σημαίνει ότι εξασφαλίζει μια ακόμη μορφή χρηματοδότησης επιχειρηματικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα από τους φορείς που θα την αναλάβουν. Αλλά ταυτόχρονα επιδιώκεται η συμμετοχή φορέων των εργαζομένων μαζί με επιχειρήσεις και ήδη έχει συγκροτηθεί «Πανελλήνια Ενωση Οργανώσεων Κοινωνικής Οικονομίας» («Panco»), στην οποία συμμετέχουν μεταξύ άλλων οι: ΠΑΣΕΓΕΣ, Ελληνική Διατροφή COOP ΑΕ, ΣΕΚΑΠ, Συνεταιριστική Ασφαλιστική, ΟΣΦΕ (Συνεταιρισμός Φαρμακοποιών), ΠΟΒΙΣΥΞ (Συνεταιρισμός Βιοτεχνών Ξυλουργών), ΤΥΠΕΤ (Ταμείο Υγείας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας) κ.ά.

Για τον τομέα «Κοινωνικής Οικονομίας», ενδιαφέρον υπάρχει επίσης από διάφορους φορείς στον τομέα υγείας. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε ημερίδα του «Ινστιτούτου Παστέρ» στο 2001, με θέμα «Τρίτος Τομέας στην Υγεία», «ανάμεσα στον αναποτελεσματικό δημόσιο και τον κερδοφόρο ιδιωτικό», που συνδιοργανώθηκε από την «Ομοσπονδία Αυτοδιαχειριζόμενων Ταμείων Υγείας Ελλάδος», (μέλος είναι και ο ΕΔΟΕΑΠ), σε συνεργασία με τους «Γιατρούς χωρίς Σύνορα». Πήραν μέρος διάφορα «αυτοδιαχειριζόμενα» ταμεία υγείας, νοσοκομεία όπως το «Ερρίκος Ντυνάν», «Υγείας Μέλαθρον» (κλινική του ΤΥΠΕΤ), εκπρόσωποι των ΑΔΕΔΥ και ΓΣΕΕ, οι ΠΕΣΥάρχες Κρήτης και Πελοποννήσου, κ.ά.

Φαίνεται λοιπόν ότι με την εφαρμογή τέτοιων σχεδίων για την ανάπτυξη επιχειρηματικής δράσης στην «κοινωνική οικονομία» κάποιοι θα καρπωθούν κρατικό χρήμα, αναπτύσσοντας επιχειρηματικότητα, στο όνομα παροχής κοινωνικών υπηρεσιών. Γιατί π.χ. είναι ένα ερώτημα τι είδους κοινωνικές υπηρεσίες θα παρέχουν η ΠΑΣΕΓΕΣ ή ανώνυμες εταιρίες, όπως η ΣΕΚΑΠ ή η Ελληνική Διατροφή. Θα πάρουν χρήμα επειδή θα δημιουργήσουν θέσεις απασχόλησης;

ΓΙΑ ΤΟ ΦΤΗΝΕΜΑ ΚΑΙ ΤΗ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΗ

Συνοψίζοντας καταγράφουμε τις γενικότερες, πιο σοβαρές και επικίνδυνες επιδιώξεις της αστικής διακυβέρνησης:

Γενίκευση της ιδιωτικοποίησης – εμπορευματοποίησης των «κοινωνικών υπηρεσιών» που στο εξής θα παρέχονται με πληρωμή από τις επιχειρήσεις της λεγόμενης κοινωνικής οικονομίας. Η «παροχή υπηρεσιών» με αυτόν τον τρόπο είτε άμεσα προς τους καταναλωτές είτε προς το κράτος ανοίγει άλλο ένα παράθυρο προς την εμπορευματοποίηση και στην παραπέρα υποβάθμισή τους. Το χρησιμοποιούμενο εργατικό δυναμικό θα παρέχει δουλιά μιας τυπικής ειδίκευσης (γι’ αυτό θα απαιτούνται περιορισμένες γνώσεις και επαγγελματική κατάρτιση). Οι «φτηνές κοινωνικές υπηρεσίες» θα είναι προϊόν κατώτατου επιπέδου.
Η ικανοποίηση των αναγκών για κοινωνικές υπηρεσίες «φορτώνεται» στους ίδιους τους εργαζόμενους με τη λογική «είστε αποκλειστικά υπεύθυνοι να αντιμετωπίσετε τις ανάγκες σας μεταξύ σας». Ως κράτος δημιουργώ το πλαίσιο ώστε να οργανώσετε επιχειρήσεις κοινωνικών υπηρεσιών και να τις πουλάτε. Για όσους δεν μπορούν να τις αγοράσουν, θα υπάρχουν και φτηνές από τους εθελοντές, τη φιλανθρωπία, τις μη κερδοσκοπικές ή τις μη κυβερνητικές οργανώσεις. Σύμφωνα με τον Ελ. Τζιόλα, η «Κοινωνική Οικονομία» επιδιώκει την «παραγωγή υπηρεσιών προς τα μέλη των κοινωνικών επιχειρήσεων ή προς τρίτους για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών». Επιδιώκεται η λαϊκή παραίτηση από τη διεκδίκηση αναβαθμισμένων δημόσιων δωρεάν κοινωνικών υπηρεσιών.
Εμπλοκή των συνδικάτων και των ασφαλιστικών ταμείων σε ανάλογη επιχειρηματική δράση. Το παράδειγμα των «αυτοδιαχειριζόμενων» ταμείων είναι χαρακτηριστικό. Δίνει χρήμα στα συνδικάτα, ώστε αντί να διεκδικούν, να δημιουργούν δικές τους επιχειρήσεις, π.χ. για υπηρεσίες υγείας, ακόμη και κλινικές, ή και άλλες υπηρεσίες. Που βεβαίως θα μπορούν να τις εμπορεύονται.
Επιδίωξη απαλλαγής από τις διεκδικήσεις των ατόμων με ειδικές ανάγκες τόσο για το δικαίωμα στη δουλιά, όσο και για άλλες κοινωνικές υπηρεσίες, αναγκάζοντας τα ίδια να ασχοληθούν με τις ιδιαίτερες ανάγκες τους, ως συνεταιρισμένοι επιχειρηματίες.
Οι εργασιακές σχέσεις όσων εργάζονται σ’ αυτό τον τομέα θα είναι «λάστιχο». Μια από τις σημαντικότερες από τις αλλαγές που εισάγει αυτή η νέα επιχειρηματικότητα, σύμφωνα με τον Ελ. Τζιόλα, είναι οι «ευέλικτες μορφές απασχόλησης με τη θετική έννοια του όρου – αφού κυριαρχεί εδώ ο κοινωνικός προσανατολισμός, όπως είναι η μερική απασχόληση, η εθελοντική απασχόληση». Η «κοινωνική οικονομία» εντάσσεται η ίδια στις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, οι οποίες συντελούνται σε συνθήκες κρίσης και οξύτατου ενδομονοπωλιακού ανταγωνισμού. Είναι άλλο ένα κανάλι που διοχετεύει στην αγορά πιο φθηνό εργατικό δυναμικό.
Η πολιτική της «κοινωνικής οικονομίας» έχει στόχο να «ελέγξει», να μοιράσει την ανεργία, να διαμορφώσει αυταπάτες κοινωνικής συμμετοχής. Ο Ελ. Τζιόλας π.χ. μιλούσε για «ουσιαστική εμπλοκή των εργαζομένων στον επιχειρησιακό σχεδιασμό». Ουτοπία αποτελεί η επιδίωξη αντιμετώπισης της ανεργίας από την «κοινωνική οικονομία». Αργά ή γρήγορα θα διαμορφωθούν συνθήκες συσσώρευσης και μέσα από αυτή τη μορφή οργάνωσης της κοινωνικής εργασίας. Θα διαμορφωθούν συνθήκες επιχειρηματικής κερδοφορίας, διεύρυνσης του κύκλου των εργασιών της. Θα μπει στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό, στις πιο καθαρές μορφές της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Ετσι, θα αναιρούνται οι ιδιαιτερότητες της «κοινωνικής οικονομίας» και θα υποτάσσονται στους νόμους της καπιταλιστικής παραγωγής.

Στον καπιταλισμό η εμπορευματική παραγωγή είναι γενικευμένη. Κάθε προηγούμενος τρόπος παραγωγής π.χ. ο κοινοτικός υποτάσσεται στις καπιταλιστικές σχέσεις. Γι’ αυτό και οι συνεταιρισμοί – παραγωγικοί, προμηθευτικοί, αγροτικοί – υποτάσσονται στην εμπορευματική παραγωγή. Δεν μπορεί να υπάρξει επιχειρηματική δραστηριότητα μη κερδοσκοπική στον καπιταλισμό, σε συνθήκες ανταγωνισμού, πολύ περισσότερο επιχειρηματική δραστηριότητα η οποία δε διαπλέκεται με το κεφάλαιο. Και κυρίως δεν μπορεί να υπάρξει τομέας της οικονομίας ο οποίος να λειτουργεί χωρίς κέρδος. Το απαιτεί η ίδια η αναπαραγωγή του κεφαλαίου, ανεξάρτητα από το μέγεθός της. Η συσσώρευση είναι νόμος του καπιταλισμού. Και εδώ δε χωράνε συναισθηματισμοί και ψευδαισθήσεις. Γι’ αυτό και τέτοιες δεν είχε, δεν έχει, ούτε πρόκειται να έχει καμιά επιχειρηματική δραστηριότητα. Επομένως και οι επιχειρήσεις της «κοινωνικής οικονομίας», ανεξάρτητα από τη μορφή με την οποία ξεκινούν -συνεταιριστική ή άλλη- οδεύουν στην ολοένα και διευρυνόμενη εμπορευματική λειτουργία τους.
Ως ένας από τους στόχους της «κοινωνικής οικονομίας» προβάλλεται η «κοινωνική συνοχή». Με άλλα λόγια η ταξική συνεργασία. «Κοινωνική οικονομία» και «κοινωνική συνοχή» είναι εργαλεία για να χειραγωγηθεί η δυνατότητα να μετατραπεί η λαϊκή δυσαρέσκεια σε αμφισβήτηση του συστήματος και συνειδητή ταξική πάλη για την ανατροπή του.

Η ΔΙΕΞΟΔΟΣ ΣΤΗ ΛΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το ΚΚΕ υποστηρίζει ότι είναι ώριμη και επίκαιρη η ανάγκη να εφαρμοσθεί οικονομική και κοινωνική πολιτική που να ανταποκρίνεται στο μεγάλο βαθμό κοινωνικοποίησης της εργασίας. Επομένως υποστηρίζουμε ότι ωρίμασε πλέον η ανάγκη για κοινωνική ιδιοκτησία των αναπτυγμένων και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, για κεντρικό σχεδιασμό της κατανομής μέσων, εργατικής δύναμης, πόρων με κίνητρο την αναπτυσσόμενη λαϊκή ευημερία. Την κατανομή του κοινωνικού πλούτου ανάλογα με την προσφορά εργασίας και ένα ενιαίο επίπεδο κάλυψης κοινωνικών αναγκών: Δημόσια δωρεάν παιδεία σε όλες τις βαθμίδες της, δημόσια δωρεάν φροντίδα υγείας για όλους και όλες, ανεξαρτήτως επαγγέλματος, ηλικίας, εθνικότητας. Καθολικό σύστημα κοινωνικής πρόνοιας και συνταξιοδότησης.

Μόνο σε συνθήκες λαϊκής οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής μπορεί να υπάρξει και πολιτική ενθάρρυνσης της συνεταιριστικής παραγωγικής δουλιάς, στη μεταποίηση, την αγροτική παραγωγή, τον τουρισμό και ορισμένους άλλους οικονομικούς τομείς με καθυστέρηση στη συγκέντρωσή τους.
Απαραίτητη προϋπόθεση για τη διαμόρφωση λαϊκής οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής είναι η λύση του προβλήματος της εξουσίας, η ανατροπή του υπάρχοντος συσχετισμού σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο ως προϊόν της συνειδητής ταξικής πάλης.

Ο Στέφανος Λουκάς είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. «LE MONDE diplomatique», από την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 8.12.2002.
2. «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 12.1.2003.
3. «LE MONDE diplomatique», από την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 8.12.2002.
4. «LE MONDE diplomatique», από την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 8.12.2002.
5. «LE MONDE diplomatique», από την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 8.12.2002.
6. «LE MONDE diplomatique», από την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 8.12.2002.
7. Α. Μακρυδημήτρης: «Κράτος και κοινωνία των πολιτών», κείμενο Δ. Δημητράκου.
8. Ν. Μουζέλης: Εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», 29.2.2004.
9. Α. Γκίντενς: «Ο τρίτος δρόμος. Η ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας», εκδόσεις «Πόλις», Αθήνα, 1998.
10. «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 12.1.2003.
11. «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 12.1.2003.
12. «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 12.1.2003.

ΑΠΟΨΕΙΣ Ε. Β. ΙΛΙΕΝΚΟΦ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ’60

                                                       του Β. Ντ. Πιχόροβιτς

Το ότι ο Ε. Β. Ιλιένκοφ είναι ένας από τους σημαντικότερους Σοβιετικούς φιλοσόφους και ότι ακόμη μπορεί να είναι και ο πιο αξιοπρόσεκτος – σήμερα αναγνωρίζεται απ� όλους. Πρόκειται για μια κολακευτική αναγνώριση του ανθρώπου, ο οποίος δεν είναι απλά σημαντικός φιλόσοφος, αλλά και μαρξιστής. Γιατί ο Ιλιένκοφ, αυτό είναι αναμφισβήτητο, είναι καταρχήν μαρξιστής και μετά φιλόσοφος. Οπως αρμόζει σε μαρξιστή, δεν περιορίστηκε ποτέ στα όρια μιας σφαίρας δραστηριότητας, ακόμα και αν αυτή η σφαίρα ήταν τόσο πλατιά, όπως η φιλοσοφία. Και το θέμα εδώ δεν είναι ότι η διατριβή του ως υποψηφίου διδάκτορα -στη βάση της οποίας γράφτηκε και βιβλίο (1) – είναι αφιερωμένη εξ ολοκλήρου στα θέματα της πολιτικής οικονομίας, ότι το «Κεφάλαιο» το κατάλαβε πολύ πιο βαθειά από τη συντριπτική πλειοψηφία των επαγγελματιών οικονομολόγων. Ούτε πρόκειται για το γεγονός ότι αποδείχθηκε πιο εμπνευσμένος και άμεσος συμμέτοχος στο πλέον σημαντικό στην ιστορία παιδαγωγικό πείραμα διαμόρφωσης συνείδησης στα κωφάλαλα παιδιά ούτε ότι είναι συγγραφέας διάφορων αξιοσημείωτων εργασιών για την ψυχολογία και την παιδαγωγική. Αλλά πρόκειται για το ότι ενδεχομένως ήταν ένας από τους λίγους μαρξιστές-θεωρητικούς του 20ού αιώνα ο οποίος κατάλαβε γενικά το Μαρξ.

Θα θέλαμε να επιστήσουμε την προσοχή σε μια οικονομική ιδέα, η οποία εκφράστηκε ξεκάθαρα από τον Ιλιένκοφ στην ιδιαίτερη επιστολή του, αλλά που έχει -κατά την άποψή μας- τη σημασία μιας από τις πιο ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις στην οικονομική επιστήμη τις τελευταίες δεκαετίες ύπαρξης του σοσιαλισμού. Γίνεται λόγος για την ιδέα του Ε. Β. Ιλιένκοφ για την ανάγκη πλήρους «οριοθέτησης των αρμοδιοτήτων» των αρχών της αγοράς και των σχεδιασμένων – κομμουνιστικών αρχών στη σοσιαλιστική οικονομία. Δυστυχώς αυτή η ιδέα δεν έγινε περιουσία της κοινωνίας τον καιρό που διατυπώθηκε και γι� αυτό, προκειμένου να συνειδητοποιηθεί εξ ολοκλήρου η θεωρητική και πρακτική αξίας της, είμαστε αναγκασμένοι «να αναδημιουργήσουμε» την επιστημονική και πολιτική ατμόσφαιρα εκείνης της περιόδου, στην οποία αναφέρεται αυτή η ιδέα.

Οι οικονομικές συζητήσεις τη σοβιετική περίοδο ήταν παραδοσιακές. Ξετυλίχτηκε σκληρή συζήτηση σε σχέση με τη Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ), η οποία κόστισε στο Λένιν μεγάλο κόπο για να πείσει το κόμμα να περάσει σε αυτήν (ΝΕΠ). Οι σοβαρότερες συζητήσεις διεξήχθησαν στη δεκαετία του ’20: σε σχέση με το τι είναι «κοινωνικά αναγκαία εργασία» στο σοσιαλισμό, στο πρόβλημα της «ψαλίδας των τιμών», στα θέματα της θεωρίας και της πρακτικής της κυκλοφορίας των χρημάτων, στη δράση του νόμου της αξίας στο σοσιαλισμό, στα όρια του αντικειμένου της πολιτικής οικονομίας κλπ. Στα τέλη της δεκαετίας του ’30 με νέα ορμή αναζωπυρώνεται η διαφωνία όσον αφορά τις αντιφάσεις στην οικονομία του σοσιαλισμού, για την εμπορευματική παραγωγή στο σοσιαλισμό.

Αυτή η συζήτηση ανανεώνεται μετά από τον πόλεμο. Η συζήτηση των αρχών του ’50 για το Εγχειρίδιο της Πολιτικής Οικονομίας είναι πασίγνωστη. Πολλά ειπώθηκαν επίσης σε σχέση με τις οικονομικές συζητήσεις της δεκαετίας του ’60, συνέπεια των οποίων υπήρξε η λεγόμενη οικονομική μεταρρύθμιση του 1965 που ακολούθησε. Αλλά αυτή η τελευταία συζήτηση διακατεχόταν από τυπικότητα. Η μαρξιστική άποψη δεν εκπροσωπούνταν από κάποιον από τους συμμετέχοντες στη συζήτηση. Οι μαρξιστές μεταξύ των οικονομολόγων, οι οποίοι συμμετείχαν κάπως στις συζητήσεις, είτε υποτίμησαν τον κίνδυνο, τον οποίο αντιπροσώπευαν οι «αγοραίες» ασχολίες της πλειοψηφίας των συναδέλφων τους, είτε επεδίωξαν με κάθε τρόπο να σιωπήσουν (2) .

Με θέρμη συζητήθηκαν δευτερεύοντα ακόμα και τριτεύοντα ζητήματα, αλλά το κύριο ζήτημα -το ζήτημα των δρόμων ξεπεράσματος των στοιχείων εμπορευματοποίησης, της συρρίκνωσης της σφαίρας της εμπορευματικής οικονομίας στη σοσιαλιστική παραγωγή- παρέμεινε κατά μέρος. Ακόμα και όταν η συζήτηση στρεφόταν σε αυτό το ζήτημα, δε γινόταν με πρωτοβουλία των οικονομολόγων, αλλά από εκπροσώπους άλλων επιστημονικών αντικειμένων και εξ ολοκλήρου έξω από το πλαίσιο των οικονομικών συζητήσεων.

Δημιουργείται η εντύπωση ότι δεν υπήρχαν μαρξιστές (από την άποψη της κατοχής της μεθόδου του Μαρξ) μεταξύ των πλέον γνωστών Σοβιετικών οικονομολόγων στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Υπήρχαν βεβαίως οι αντιπρόσωποι της «παλιάς φρουράς», όπως ο Ε, Βάργκα (που πέθανε το 1964) και ο Σ. Στρουμίλιν, που επιτέλεσαν τεράστια δουλιά. Αλλά αυτή η δουλιά ήταν από πολλές απόψεις εμπειρική και όχι θεωρητική (από τη διαλεκτική και όχι από την τυπικά λογική, επιστημονικο – γραφειοκρατική έννοια της λέξης).

Οι λεγόμενοι «νιτοβάρνικι» ή «αντι-τοβάρνικι» (3) ομαδοποιήθηκαν ουσιαστικά γύρω από την έδρα της Πολιτικής Οικονομίας της Οικονομικής Σχολής του Κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας. Για μεγάλο διάστημα διεξήγαγαν απελπισμένη πάλη ενάντια στην κυριαρχία των απόψεων περί αγοράς στην επιστήμη τους: Ενάντια στην ιδέα ότι ο σοσιαλισμός είναι διαφορετικής μορφής εμπορευματική παραγωγή, χωριστό οικονομικό σύστημα κλπ.(4) . Αλλά αυτή η πάλη δεν έφερε αποτελέσματα. Την πολιτική του κράτους στον τομέα της οικονομίας εκείνη την περίοδο την καθόρισαν ακριβώς οι «ρινότσνικι» (5) .

Ο Ε. Β. Ιλιένκοφ επίσης δεν έμεινε έξω από τις συζητήσεις. Ηταν στο πλευρό των «νιτοβάρνικι» , αν και δεν ταύτιζε τον εαυτό του με αυτούς (6) . Ο Ιλιένκοφ είχε την άποψή του για τη φύση του σοσιαλισμού, η οποία σε γενικές γραμμές συνέπεσε με τη θέση των «νιτοβάρνικι»:

«…Ο σοσιαλισμός που έχουμε να ερευνήσουμε από την άποψη της οικονομικής ανατομίας και φυσιολογίας του, είναι μόνο η πρώτη φάση κομμουνισμού -και από αυτή την άποψη- με άλλα λόγια, «ανώριμος κομμουνισμός». Αυτό είναι – αξίωμα, κατά την άποψή μου.

Αλλά ακριβώς γι’ αυτό και είναι αδύνατο να εξετάζουμε το σύστημα των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων, που το αποκαλούμε «σοσιαλιστικό», ως ιδιαίτερο «σχηματισμό», σαν άκαμπτα οργανωμένη δομή, ή για την ακρίβεια, ως δομή, η οποία τείνει να γίνει άκαμπτη, αλλά ακόμα δεν ωρίμασε ως αυτή την κατάσταση.

Πώς -και στη γενικότερη μορφή- χαρακτηρίζεται η παρούσα σοσιαλιστική φάση ή το στάδιο της ανάπτυξης του κομμουνιστικού σχηματισμού;

Με το ότι αυτό το νέο, που διαμορφώνεται σε σύστημα δεν είχε ακόμα το χρόνο οργανικά να μετατρέψει το σύνολο των σχέσεων παραγωγής, το οποίο κληρονόμησε… με τη γέννηση του, ως σύνολο προϋποθέσεων – ιστορικών προϋποθέσεων» (7) .

Αλλά σε αυτό έγκειται και συνοψίζεται η ομοιότητα των θέσεων των οικονομολόγων -«νιτοβάρνικι» και του Ιλιένκοφ στο ζήτημα της φύσης του σοσιαλισμού και του ρόλου των εμπορευματικών σχέσεων σε αυτόν.

Αλλά πώς αντιλαμβάνονταν το πρόβλημα της εμπορευματικής παραγωγής στη σοσιαλιστική οικονομία οι ίδιοι οι Σοβιετικοί οικονομολόγοι; Μπορούμε να πούμε με πλήρη πεποίθηση ότι η συντριπτική πλειοψηφία τους -και ειδικά οι «στρατηγοί» από την πολιτική οικονομία- γενικά αυτό το πρόβλημα δεν το καταλάβαιναν. Εντυπωσιακό στοιχείο γι� αυτό αποτελεί η οικονομική συζήτηση σε σχέση με το Εγχειρίδιο της Πολιτικής Οικονομίας, η οποία πραγματοποιήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του �50. Τα συμπεράσματα αυτής της συζήτησης τα έβγαλε ο Ι. Β. Στάλιν στην εργασία του «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ».

Ξεχωρίζει δύο βασικές ομάδες λαθών: Μερικοί σύντροφοι θεωρούσαν ότι οι εμπορευματο-χρηματικές σχέσεις στο σοσιαλισμό μπορούσαν να διαλυθούν με το διοικητικό δρόμο, άλλοι αντιθέτως δεν είδαν τον κίνδυνο συντήρησης αυτών των σχέσεων στο σοσιαλισμό.

Στην «Απάντηση στους συντρόφους Α. Β. Σάνινα και Β. Γ. Βένζερ» έγραφε, κατακρίνοντάς τους, ότι «είναι φανερό ότι νομίζουν πως είναι δυνατό και με το καθεστώς της εμπορευματικής κυκλοφορίας να περάσουμε απ� το σοσιαλισμό στον κομμουνισμό, πως η εμπορευματική κυκλοφορία δεν μπορεί να σταματήσει αυτή την υπόθεση. Αυτό είναι σοβαρό λάθος, που γεννήθηκε πάνω στη βάση της μη κατανόησης του μαρξισμού»(8) .

Από άλλη πλευρά ο Στάλιν απευθύνεται με ακόμη πιο σκληρή κριτική σε εκείνους, οι οποίοι απαιτούσαν την άμεση άρση των εμπορευματο-χρηματικών σχέσεων, κατηγορώντας τους ότι αγνοούν τους αντικειμενικούς νόμους και επιδεικνύουν κατ� αυτόν τον τρόπο και αυτοί πλήρη μη κατανόηση του μαρξισμού.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Στάλιν δεν έδωσε ούτε ένα παράδειγμα σωστής επίλυσης του ζητήματος στους συμμετέχοντες στη συζήτηση ή τουλάχιστον την κατεύθυνση προς αυτή τη σωστή λύση. Επιπλέον εκφράζει τη σοβαρή ανησυχία του σε σχέση με το ότι σε αντικατάσταση της παλαιάς γενιάς των καθοδηγητών έρχονται χιλιάδες νέοι, νέα στελέχη, τα οποία «δεν έχουν ικανοποιητική μαρξιστική κατάρτιση».

Σε αυτό μπορούμε να προσθέσουμε μόνο πως όπως αποδείχθηκε μεταξύ των παλαιών στελεχών λίγοι ήταν εκείνοι, οι οποίοι είχαν μια ικανοποιητική «μαρξιστική κατάρτιση», ώστε, τουλάχιστον, να γίνουν κατανοητά τα ζητήματα που έθετε ο Στάλιν στην μπροσούρα του. Σύμφωνα με στοιχεία των πλησιέστερων συνεργατών του Στάλιν, η μπροσούρα δεν έγινε κατανοητή ούτε και αποδεκτή από τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου του Στάλιν (9) . Επιπλέον, η πλειοψηφία των μελών της ομάδας συντακτών του Εγχειριδίου Πολιτικής Οικονομίας, το σχέδιο της οποίας ενέκρινε ο Στάλιν, στη συνέχεια αποδείχτηκαν -αν μη τι άλλο- «ρινότσνικι» (10) .

Από αυτή την άποψη η ατμόσφαιρα δεν ήταν ικανοποιητική όσο ήταν στη ζωή ο Στάλιν. Πράγματι είναι κατανοητό ότι οι Σοβιετικοί οικονομολόγοι δεν έγιναν ξαφνικά «ρινότσνικι» ούτε από «κακία» ούτε επειδή ήταν συνειδητοί εχθροί του σοσιαλισμού, αντικομμουνιστές. Δεν ήταν αντικομμουνιστές, ήταν κακοί μαρξιστές. Κατ� αρχήν γιατί δεν κατείχαν τη διαλεκτική μέθοδο. Να τι γράφει γι’ αυτό ο Ιλιένκοφ:

«Οταν μελετούσα κατά τα φοιτητικά μου χρόνια πολιτική οικονομία του σοσιαλισμού -αυτό ήταν την περίοδο 1948-1949- τη μελετούσα με βάση την ερμηνεία του Γ. Α. Κρόνροντ. Αφετηρία αυτής της ερμηνείας ήταν η «σοσιαλιστική τροποποιημένη αξία» και όλες οι υπόλοιπες κατηγορίες εξετάζονταν ως ειδικές ιδιαιτερότητες αυτής της αφετηριακής καθολικής κατηγορίας. Με άλλα λόγια ο σοσιαλισμός εξεταζόταν ως μια από τις ιστορικές ποικιλομορφίες της εμπορευματικής παραγωγής. Αυτή η άποψη, όπως σε όλους είναι γνωστό, είχε και έχει αρκετά πλατιά διάδοση» (11) .

Προσωπικά θεωρώ ότι η μπροσούρα του Στάλιν δεν ήταν κάτι άλλο παρά προσπάθεια να βρει άκρη ακριβώς στο πρόβλημα του ρόλου της εμπορευματικής παραγωγής και των νόμων της στο σοσιαλισμό. Οπως μας έδειξε στη συνέχεια η εξέλιξη της σοβιετικής οικονομικής επιστήμης -και η σοβιετική οικονομία στο σύνολό της- αυτή η προσπάθεια μετά βίας μπορεί να αναγνωρισθεί ως απολύτως ικανοποιητική. Ο Στάλιν είχε ως αφετηρία ότι «η δική μας εμπορευματική παραγωγή δεν παρουσιάζεται σαν μια συνηθισμένη εμπορευματική παραγωγή, αλλά σαν μια εμπορευματική παραγωγή ειδικής φύσης, σαν μια εμπορευματική παραγωγή δίχως καπιταλιστές, που έχει να κάνει βασικά με προϊόντα ενοποιημένων σοσιαλιστικών παραγωγών (κράτος, κολχόζ, συνεταιρισμοί), που η σφαίρα ενέργειάς της περιορίζεται στα είδη ατομικής κατανάλωσης, που προφανώς με κανένα τρόπο δεν μπορεί να εξελιχτεί σε καπιταλιστική παραγωγή και που έχει προορισμό να εξυπηρετεί, σε συνδυασμό με τη «χρηματική οικονομία» της, την υπόθεση της ανάπτυξης και ενίσχυσης της σοσιαλιστικής παραγωγής» (12) .

Αποδείχθηκε στην πραγματικότητα, πως η δική μας εμπορευματική παραγωγή εν πολλοίς μπορεί ακόμη να αναπτυχθεί σε καπιταλιστική, γιατί παρά το ότι είναι «εμπορευματική παραγωγή ειδικής φύσης», δεν παύει να είναι εμπορευματική παραγωγή, της οποίας -όπως είναι γνωστό- αναπτυγμένη μορφή είναι ακριβώς η καπιταλιστική παραγωγή.

Οχι, η εμπειρική προσέγγιση του Στάλιν ήταν απολύτως σωστή. Εξήγησε σωστά τη διαφορά μεταξύ της εμπορευματικής παραγωγής στον καπιταλισμό και της εμπορευματικής παραγωγής στις συνθήκες της κυριαρχίας της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα βασικά μέσα παραγωγής. Αλλά θεωρητικά αυτή η προσέγγιση έκρυβε πολλούς κινδύνους και μεθοδολογικές παγίδες. Αυτό που είναι σωστό για μεμονωμένο τμήμα κάποιας διαδικασίας, δεν είναι υποχρεωτικά σωστό για ολόκληρη συνολικά τη διαδικασία. Είναι αναμφισβήτητο ότι η σοσιαλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, ο κρατικός σχεδιασμός της παραγωγής και της διανομής, η απουσία της εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας, από τη μια πλευρά και η απουσία της δυνατότητας ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της ξένης εργασίας από την άλλη, περιορίζουν ουσιαστικά τη δράση των νόμων της εμπορευματικής παραγωγής. Αλλά το ότι την περιορίζουν δε σημαίνει ότι την εξαλείφουν ή ακόμα και ότι την αποδυναμώνουν. Πολύ περισσότερο, οι ίδιες οι σχέσεις ιδιοκτησίας δεν επινοούνται από την καθοδήγηση του κόμματος και του κράτους. Αυτές κατ� ουσίαν είναι προϊόν της ανάπτυξης. Είναι η αντανάκλαση της ανάπτυξης των πραγματικών παραγωγικών δυνάμεων. Μπορούμε να μαντέψουμε ότι η εμπορευματική παραγωγή θα παράγει και τις ανάλογες σχέσεις παραγωγής. Κατά συνέπεια θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε κατά κάποιο τρόπο τη διαλεκτική αντίφαση: αναπτύσσοντας την εμπορευματική παραγωγή στο σοσιαλισμό θα αναγκαστούμε να αναπτύξουμε και τις εμπορευματικές σχέσεις. Περιορίζοντας τις σχέσεις που είναι χαρακτηριστικές για την εμπορευματική παραγωγή θα αναγκαστούμε να περιορίσουμε και την ίδια την παραγωγή στο βαθμό που αυτή εμφανίζεται ως εμπορευματική παραγωγή.

Η αναφορά ότι η σοσιαλιστική παραγωγή διαφέρει από την καπιταλιστική ως προς τους σκοπούς της θα έθετε ολοκληρωτικά το πρόβλημα πέρα από τα πλαίσια του υλισμού. Είναι γνωστό ότι η ανθρωπότητα θέτει μόνο εκείνους τους σκοπούς, για τους οποίους ήδη υπάρχουν τα μέσα επίτευξης.

Ο Στάλιν έλεγε ότι «σκοπός της καπιταλιστικής παραγωγής είναι η εξαγωγή κέρδους» και «σκοπός της σοσιαλιστικής παραγωγής είναι η ικανοποίηση των υλικών και πολιτιστικών αναγκών του ανθρώπου» (13) . Αλλά δεν πέρασε μιάμιση δεκαετία και το κόμμα ανακοίνωσε ως βασικό δείκτη της δραστηριότητας των σοσιαλιστικών επιχειρήσεων (και αυτό σημαίνει πραγματικά σκοπό αυτής της δραστηριότητας) ακριβώς το κέρδος (14) . Και δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις δεν ήταν ιδιωτικές, αλλά κρατικές, τότε και το κέρδος τους θα πάει αποκλειστικά «στην ικανοποίηση των υλικών και πολιτιστικών αναγκών του ανθρώπου». Αυτά τα οποία έμοιαζαν ως αντικρουόμενα στοιχεία, αντίθετα, εδώ συνυπήρχαν πολύ καλά. Επιπλέον, εξυπηρετούσαν το ένα το άλλο: μια αύξηση στο κέρδος των επιχειρήσεων επέτρεπε να παραχωρήσουν περισσότερα μέσα για την ικανοποίηση των υλικών και πολιτιστικών αναγκών των ανθρώπων. Η ικανοποίηση των αναγκών, όπως υπέθεταν, γεννούσε νέες ανάγκες, κάτι που συνέβαλε πολύ στην αύξηση των κερδών των επιχειρήσεων. Ομως όσο περισσότερο ικανοποιούνταν οι «υλικές και πολιτιστικές ανάγκες» των ανθρώπων, τόσο πιο κοντά ήταν ο σοσιαλισμός στη συντριβή του και οι άνθρωποι πιο κοντά στη μαζική υλική και πολιτιστική φτώχεια.

Διαφορετικά δε θα μπορούσε να είναι. Ουσία του σοσιαλισμού είναι η μετάβαση από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, η πάλη ανάμεσα στον καπιταλισμό που ακόμη δεν έχει πεθάνει και τον κομμουνισμό που μόλις έχει αρχίσει να γεννιέται, η συνέχιση της επανάστασης με ειρηνικά μέσα.

Ειρηνικός, αλλά εντούτοις επαναστατικός. Διαφορετικά είναι θάνατος για το σοσιαλισμό. Η οικονομική μορφή πάλης, εάν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι, πάλι προωθήθηκε σε πρώτο πλάνο, έγινε εκείνο το πεδίο της μάχης, στο οποίο παίζεται η τύχη της επανάστασης, η τύχη του σοσιαλισμού. Αλλά για ποια επιτυχή έκβαση της μάχης μπορεί να γίνει λόγος, όταν το επιτελείο δεν μπορεί να κατανοήσει κατά κανένα τρόπο πού είναι οι δικοί του και που οι εχθροί; Το ζήτημα που μπαίνει -όπως και σε οποιαδήποτε άλλη πάλη- είναι ποιος-ποιον: ή ο εμπορευματικός χαρακτήρας της παραγωγής θα ξεπεραστεί και θα αντικατασταθεί από τον κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής, που εξαιρεί την ανταλλαγή των προϊόντων της εργασίας, ή η εμπορευματική παραγωγή θα υπερνικήσει εκείνα τα στοιχεία του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής, τα οποία ο σοσιαλισμός είχε το χρόνο να παραγάγει. Υπέρ της εμπορευματικής παραγωγής δε λειτουργεί μόνο το γεγονός ότι αυτή ήδη υπάρχει και η μη εμπορευματική μόνο πρέπει να εμφανιστεί και ούτε μόνο οι προαιώνιες συνήθειες των ανθρώπων που διαμορφώθηκαν ακριβώς ως πράκτορες της εμπορευματικής παραγωγής, αλλά και το ότι η εμπορευματική παραγωγή είναι αυθόρμητη ως προς τη φύση της, όμως η κομμουνιστική (σ.μ.: παραγωγή) μπορεί να δομηθεί μόνο σύμφωνα με λογικό σχέδιο, μόνο «στη βάση της επιστήμης». Επομένως οποιαδήποτε στάση στο δρόμο οργάνωσης της κομμουνιστικής παραγωγής, της πορείας προς τα εμπρός, δε σημαίνει απλά στασιμότητα, αλλά οπισθοχώρηση στο αυθόρμητο της αγοράς, απώλεια των κατακτημένων θέσεων και ανάγκη να ξαναδιαβούμε το δρόμο που έχουμε διαβεί.

Στο διήγημα του Αλεξέι Τολστόι «Μετανάστες» υπάρχει ένας αξιοπρόσεκτος χαρακτήρας, που ο συγγραφέας τον αποδίδει στο Γάλλο κομμουνιστή εργάτη Ζακ: «Ανάμεσα σε εμάς και τους καπιταλιστές πρέπει να υπάρχει νεκρό πεδίο … Καμία αυτομολούσα φιγούρα … Στο στόχαστρο οι κίτρινες λέρες!».

Αυτός ο χαρακτήρας δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως πολιτικό σύνθημα, αλλά ως μεθοδολογική αρχή κατανόησης της ουσίας των μεταβατικών περιόδων μπορεί να αποδειχθεί πολύ χρήσιμος.

Αλήθεια, το όλο πρόβλημα βρίσκεται ακριβώς σε αυτό, πώς να καθοριστεί, πού ακριβώς βρίσκεται το πεδίο, το οποίο χωρίζει εμάς από τους κεφαλαιοκράτες στις συνθήκες του σοσιαλισμού, όταν ήδη δεν υπάρχει κανένας κεφαλαιοκράτης και πολύ περισσότερο φαντάζει αδύνατο.

Στη δεκαετία του �60 έγιναν εντατικότερες οι αναζητήσεις για τη βελτίωση των μεθόδων διεύθυνσης της σοσιαλιστικής οικονομίας. Πάνω σε αυτά τα προβλήματα εργάζονται όχι μόνο οι οικονομολόγοι, αλλά και οι μαθηματικοί, οι ειδικοί στον τομέα της υπολογιστικής τεχνολογίας. Ολοι κατανοούν ότι είναι απαραίτητο να εκσυγχρονιστεί η κεντρική διεύθυνση της οικονομίας, να διαμορφωθεί σε σύγχρονη επιστημονική και τεχνική βάση. Δημιουργείται το Ενιαίο Κρατικό Δίκτυο Υπολογιστικών Κέντρων για τη συλλογή και επεξεργασία των οικονομικών πληροφοριών, δημιουργούνται επιστημονικά-ερευνητικά ιδρύματα αντίστοιχου προφίλ, επεξεργάζονται το σχέδιο Παγκρατικού Συστήματος Διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας, προετοιμάζεται απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για τη μεταρρύθμιση της διεύθυνσης σε νέα τεχνική βάση (15) .

Αλλά απροσδόκητα όλες αυτές οι προετοιμασίες «φρενάρονται» και αντί αυτών γίνεται αποδεκτή η λεγόμενη μεταρρύθμιση του Κοσύγκιν με την απολύτως απλοϊκή ιδεολογία του υλικού κινήτρου από τα κάτω ως τα πάνω. Καλύτερα απ� όλες λειτουργεί η επιχείρηση, η οποία έχει περισσότερο κέρδος και εκείνοι οι εργαζόμενοι, οι οποίοι δουλεύουν καλύτερα απ� όλους, είναι απαραίτητο να παροτρύνονται υλικά από το ίδιο κέρδος. Κατ� αυτόν τον τρόπο οι οικονομολόγοι – ρινότσνικι που υπόσχονταν ότι η μετάβαση με τις μεθόδους υποκίνησης της αγοράς θα λύσει αμέσως όλα τα οικονομικά προβλήματα της ΕΣΣΔ, νίκησαν πλήρως τους ολιγάριθμους αντιπάλους τους.

Αλλά δεν έγινε το θαύμα. Αντίθετα, ήρθε η απογοήτευση. Και η συζήτηση ξεσπά με νέα δύναμη. Τώρα έχει ήδη φιλοσοφική πινελιά. Κεντρικό πρόβλημα σε αυτήν είναι το πρόβλημα των αντιφάσεων στο σοσιαλισμό, μία εκ των οποίων υπήρξε εννοείται η αντίφαση μεταξύ της εμπορευματικής και της μη εμπορευματικής παραγωγής στο σοσιαλισμό.

Η σκέψη που διατύπωσε ο Ε. Β. Ιλιένκοφ φαντάζει τουλάχιστον παράδοξη. Ομως στην εξωτερική της παραδοξότητα κρύβεται βαθύ νόημα, η αξία του οποίου ξεπερνά τα όρια εκείνης της ιστορικής κατάστασης, για το οποίο τόσο ταρακουνήθηκε ο Ιλιένκοφ.

Γράφει στην επιστολή του προς τον Γ. Α. Ζντάνοφ:

«Προφανώς, άλλο αντίβαρο στο φορμαλισμό, όντας αλαζόνας ο ίδιος το προηγούμενο διάστημα με «την πραγματικότητα», εκτός από την ανοικτή αναγνώριση των δικαιωμάτων των εμπορευματο-χρηματικών σχέσεων δεν υπάρχει.

Ετσι ώστε την υπάρχουσα κατάσταση και πρέπει, βεβαίως, να τη γνωρίσουμε με τη μέθοδο της «διαίρεσης του ενιαίου» – τα του θεού στο θεό, τα του Καίσαρος τω Καίσαρι – δηλαδή πρέπει απολύτως σαφώς να καθοριστούν τα δικαιώματα του φορμαλισμού, που προέρχονται από τις πραγματικές δυνατότητές του, και ξεκάθαρα να περιγραφεί εκείνη η σφαίρα, η οποία πραγματικά δεν υπάγεται στο φορμαλισμό. Και ας τον αφήσουμε να καθοριστεί όπως ξέρει, δεδομένου ότι το αυθόρμητο περιέχει τη δική του «λογική» και μερικές φορές είναι λογικότερο από ό,τι το τυπικό. Τότε και η φορμαλιστική λογική μπορεί να γίνει κάπως περισσότερο αυτοκριτική και ευκίνητη – τέτοια (σ.μ. η φορμαλιστική λογική) από μόνη της, φοβάμαι, πως δε θα γίνει ποτέ…

Μου φαίνεται ότι το μοναδικό πιο ακριβές θα ήταν να πούμε: εδώ σε αυτά και σε αυτά τα όρια, που θα είναι ξεκάθαρα και σαφώς περιγραμμένα, «ατομική εργασία» – πλήρης ιδιοκτήτης και μέσα σε αυτά τα όρια δεν έχει το δικαίωμα να χώσει τη μύτη του ούτε ένας «αντιπρόσωπος του Καθολικού» – Αφηρημένο – Καθολικό. Ας τον αφήσουμε να θυμάται ότι είναι μόνο αφηρημένο – καθολικό, δηλαδή φανταστικό – καθολικό. Και σε αυτά τα όρια -δηλαδή στην αγορά- αφήστε να κυριαρχούν οι νόμοι της αγοράς. Με όλα τα μειονεκτήματά τους. Καθώς χωρίς αυτά τα μειονεκτήματα δε θα υπάρξουν και τα πλεονεκτήματα…

Στο όριο μεταξύ της αγοράς και του Καθολικού ας αφήσουμε να δημιουργηθεί η σχετικώς λογικότερη «σύνθεση», η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει «λογική», για το λόγο ότι ακριβώς αυτό το όριο δεν έχει περιγραφεί – από όπου εμφανίζονται οι αμοιβαίες παραβιάσεις του ορίου χωρίς να γίνει κατανοητό αυτό, ότι δηλαδή είναι παραβιάσεις.

Τότε θα έχουμε ξεκάθαρη εικόνα – την εικόνα της πάλης αλληλοσυγκρουόμενων αρχών και όχι της «διάχυσή τους», που είναι χειρότερη από την ανοικτή και τίμια πάλη, δεδομένου ότι η διάχυση μετατρέπει όλη την εμπειρία σε έναν γκρίζο λαπά» (16) .

Κατά συνέπεια, αυτό που προτείνει ο Ιλιένκοφ για την υπερνίκηση της αγοράς και της εμπορευματικής οικονομίας … είναι η νομιμοποίηση της αγοράς και της ατομικής εργασίας, να αναγνωρισθούν τα δικαιώματά της στη σοσιαλιστική οικονομία.

Εντούτοις, αυτή η λύση μπορεί να φανεί παράδοξη μόνο από πρώτη ματιά. Ακριβώς όπως μόνο από πρώτη ματιά μπορεί να φανεί ότι αυτή η λύση δε χαρακτηρίζεται από κάποια πρωτοτυπία. Καθώς και οι «ρινότσνικι», και ο Στάλιν πρότειναν ακριβώς την αναγνώριση των εμπορευματικών σχέσεων ως χαρακτηριστικό του σοσιαλισμού. Ομως η όλη υπόθεση βρίσκεται στο ότι οι «ρινότσνικι» πρότειναν να αναγνωρισθούν οι σχέσεις αγοράς ως «ίδιες» του σοσιαλισμού, σύμφυτες αυτού, ενώ εκείνη την περίοδο ο Ιλιένκοφ πρότεινε να «αναγνωρισθούν ως ξένες». Επίσης εκείνη την περίοδο οι «ρινότσνικι» δεν έβλεπαν τους τρόπους υπερνίκησης των αγοραίων, εμπορευματικών τάσεων στη σοσιαλιστική οικονομία, στην πραγματικότητα πρότειναν τη διαιώνισή τους κάτι που οδηγούσε αναπόφευκτα στην καταστροφή του ίδιου του σοσιαλισμού, ενώ ο Ιλιένκοφ πρότεινε να νομιμοποιηθούν οι σχέσεις αγοράς μόνο και μόνο για να είναι βολικότερη η καταστροφή τους, προκειμένου να καθαρίσει το πεδίο της πάλης, έτσι ώστε να μην υπάρξει «καμία αυτομολούσα φιγούρα».

Στην ιστορία μας συνέβηκαν και αυτά. Ακριβώς στην αναγνώριση των δικαιωμάτων της ατομικής εργασίας και στη νομιμοποίηση της αγοράς συνίστατο η ουσία της ΝΕΠ. Αλλά η ΝΕΠ ήταν πολιτική της πάλης με το μικροαστικό στοιχείο. Ηταν πάλη με την αγορά και τις μεθόδους της αγοράς, της μεγάλης εμπορευματικής παραγωγής ενάντια στη μικρή εμπορευματική παραγωγή. Ηταν πάλη όχι για την καταστροφή της αγοράς και για την κυριαρχία επί της αγοράς για τη δυνατότητα να ρυθμιστεί, για να περιοριστούν οι νόμοι της.

Στη δεκαετία του �60, που κυριαρχούσε η μεγάλη σοσιαλιστική παραγωγή, όλα ήταν διαφορετικά. Από μόνη της η επανάληψη των μεθόδων και των προσεγγίσεων της ΝΕΠ σε αυτές τις συνθήκες θα μπορούσαν να οδηγήσουν μόνο σε αυτό, εκεί που έφτασε μερικές δεκαετίες αργότερα – στην παλινόρθωση του καπιταλισμού.

Εδώ έπρεπε να παλέψουμε με την «αγορά» κατά τέτοιο τρόπο, ώσπου να την καταστρέψουμε για πάντα και όχι με αγοραίες, αλλά με αντι-αγοραίες μεθόδους. Γίνεται λόγος ακριβώς για την εξάλειψη της βάσης της αγοράς – της εμπορευματικής παραγωγής και αντιστοίχως της ανταλλαγής των προϊόντων παραγωγής. Κάτι που δεν έγινε επί Στάλιν, όχι επειδή δεν κατόρθωσε να λύσει θετικά το πρόβλημα της σχέσης εμπορευματικών και κομμουνιστικών στοιχείων στη σοσιαλιστική οικονομία (που δε σημαίνει ότι δεν του «έφτανε το μυαλό»), αλλά επειδή τότε απλά δεν υπήρχαν τα πραγματικά μέσα γι’ αυτό, προκειμένου να αντικατασταθεί δηλαδή η αγορά και η ανταλλαγή εμπορευμάτων στη σφαίρα του υπολογισμού και του ελέγχου, του μέτρου για την εργασία και την κατανάλωση.

Μια άλλη κατάσταση διαμορφώθηκε εξ ολοκλήρου στα μέσα της δεκαετίας του �60. Κατ’ αρχάς, το πρόβλημα οξύνθηκε τόσο που επ� αυτού προβληματίζονταν ήδη πολλοί άνθρωποι και όχι μόνο οικονομολόγοι. Κατά δεύτερον, εμφανίστηκαν εκείνα τα μέσα, τα οποία θα επέτρεπαν ριζικά να αλλάξει το σύστημα διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας, δηλαδή να αποποιηθούν τις αγοραίες μεθόδους υπολογισμού και ελέγχου για το μέτρο της εργασίας και της κατανάλωσης. Αυτά ήταν η ηλεκτρονική τεχνολογία υπολογισμού.

Είναι πολύ σημαντικό να λάβουμε υπόψη μας, πως η ηλεκτρονική τεχνολογία υπολογισμού δεν είναι μόνο η αυτοματοποίηση του υπολογισμού (σ.μ. αλλά) και ένα ακόμα σύστημα της συλλογής και της μετάδοσης πληροφοριών. Εάν αυτό ήταν έτσι, τότε η αυτοματοποίηση του ελέγχου δε θα έδινε τίποτα με το αρκετά χαμηλό επίπεδο της ανάπτυξης παραγωγικών δυνάμεων στο μεγάλο ειδικό βάρος της χειρωνακτικής εργασίας και άλλων προβλημάτων, που υπήρχαν σε αφθονία στην οικονομία μας, στα μέσα της δεκαετίας του �60. Η ηλεκτρονική τεχνολογία υπολογισμού επέτρεπε να αυτοματοποιηθεί όχι μόνο ο έλεγχος και ο υπολογισμός, αλλά και η ίδια η παραγωγή. Τα αυτοματοποιημένα συστήματα διεύθυνσης των τεχνολογικών διαδικασιών, η αυτοματοποίηση των σχεδιαστικών και κατασκευαστικών εργασιών, συμπεριλαμβανομένης της αυτοματοποίησης του σχεδιασμού της ίδιας της ηλεκτρονικής τεχνολογίας υπολογισμού, σε αυτήν την περίοδο αναγνωρίσθηκαν ως προοπτική, ως κατεύθυνση για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, τόσο στη Σοβιετική Ενωση όσο στις ΗΠΑ και σε άλλες αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες.

Αλλά μόνο στις συνθήκες της κοινωνικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και της κεντρικά σχεδιαζόμενης παραγωγής και κατανάλωσης ήταν δυνατό και έπρεπε να τεθεί το ζήτημα, όχι μόνο για την αυτοματοποίηση των τεχνολογικών διαδικασιών, αλλά και για την αξιοποίηση των ηλεκτρονικών υπολογιστών για ολοκληρωμένη επανάσταση στη διεύθυνση της οικονομίας.

Κατ� αυτόν τον τρόπο σκεπτόταν το πρόβλημα ένας από τους μεγαλύτερους ειδικούς στον τομέα της κυβερνητικής, ο Β. Μ. Γκλουσκόφ. Στο βιβλίο – συνέντευξη στον Β. Μόεβ, «Τα ηνία της διεύθυνσης», ο Γκλουσκόφ προωθεί την ιδέα, σύμφωνα με την οποία η ανθρωπότητα έζησε στην ιστορική της διαδρομή δύο -όπως αναφέρει- πληροφοριακούς φραγμούς: των προθύρων και της κρίσης διεύθυνσης.

Ο πρώτος εμφανίστηκε στις συνθήκες της εξαφάνισης της κοινοτικής – πρωτόγονης οικονομίας και επιλύθηκε με την εμφάνιση από τη μια πλευρά των εμπορευματο-χρηματικών σχέσεων και απ� την άλλη με το ιεραρχικό σύστημα διεύθυνσης, στο οποίο ο προϊστάμενος διευθύνει τους νεότερους και αυτοί είναι εκτελεστές.

Ο Γλουσκόφ θεωρεί -αρχίζοντας από τη δεκαετία του �30 του 20ού αιώνα- ότι γίνεται προφανές πως ξεκινά ο δεύτερος «πληροφοριακός φραγμός», κατά τον οποίο πλέον δε βοηθούν ούτε η ιεραρχία στη διεύθυνση ούτε οι εμπορευματο-χρηματικές σχέσεις. Ως αιτία αυτής της κρίσης εμφανίζεται η αδυναμία ακόμη πολλών ανθρώπων να αντιληφθούν όλα τα προβλήματα της διεύθυνσης της οικονομίας.

«Από τώρα και στο εξής «χωρίς τη βοήθεια των μηχανών» οι προσπάθειες για τη διεύθυνση είναι λίγες. Το πρώτο πληροφοριακό εμπόδιο ή τα πρόθυρα μπορούσε η ανθρωπότητα να το υπερνικήσει γιατί εφηύρε τις εμπορευματο-χρηματικές σχέσεις και τη σταδιακή δομή διεύθυνσης. Η ηλεκτρονική υπολογιστική τεχνολογία είναι η σύγχρονη εφεύρεση η οποία θα μας επιτρέπει να υπερπηδήσουμε το δεύτερο εμπόδιο.

Γίνεται ιστορική στροφή στην περίφημη σπείρα της ανάπτυξης. Οταν εμφανιστεί το κρατικό αυτοματοποιημένο σύστημα διεύθυνσης, με ενιαία αντίληψη θα αντιμετωπίσουμε εύκολα ολόκληρη την οικονομία. Στο νέο ιστορικό στάδιο, με τη νέα τεχνολογία, στο νέο αναπτυγμένο επίπεδο εμείς σαν να «κολυμπάμε» πάνω από εκείνο το σημείο της διαλεκτικής σπείρας, κάτω από το οποίο, σε μακρινές από εμάς χιλιετίες, παρέμεινε η περίοδος που ο άνθρωπος μπορούσε να ερευνήσει τη φυσική οικονομία του εύκολα με γυμνό μάτι.

Οι άνθρωποι άρχισαν με τον πρωτόγονο κομμουνισμό. Η μεγάλη στροφή της σπείρας θα τους ανυψώσει στον επιστημονικό κομμουνισμό» (17) .

Προφανώς η σωστή λύση του προβλήματος της εμπορευματικής σοσιαλιστικής παραγωγής εκείνη την περίοδο, όπως λέγεται, «αιωρούνταν στον αέρα». Δεν είναι τυχαίο πως οι προτάσεις του Γκλουσκόφ γι� αυτό το ζήτημα εμφανίζονται στην πράξη ως τεχνική ερμηνεία της φιλοσοφικής ιδέας του Ιλιένκοφ, αν και η τελευταία (σ.μ. η φιλοσοφική ιδέα) εκείνη την περίοδο δεν είχε δημοσιοποιηθεί.

Ο Β. Μ. Γκλουσκόφ δεν αμφιβάλλει ότι η κίνηση προς τα μπρος στο δρόμο του σοσιαλισμού είναι αδιάρρηκτα συνδεμένη με την υπερνίκηση των εμπορευματο-χρηματικών σχέσεων. Ακόμα καταλαβαίνει ότι αυτή η υπερνίκηση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί από μόνη της, ότι αυτό είναι απαραίτητο να οργανωθεί και τεχνικά να διασφαλιστεί. Προτείνει κατ� αρχάς να οργανωθεί σωστά η διανομή με τη βοήθεια των χρημάτων, κατανέμοντας την κυκλοφορία των χρημάτων στη σφαίρα της διανομής σε δύο τομείς.

«Ας συμφωνήσουμε ότι στους προσωπικούς λογαριασμούς στην τράπεζα θα γίνονται δεκτές οι καταθέσεις μόνο από τις επίσημες οργανώσεις, που πληρώνουν την ανταμοιβή των ανθρώπων για την εργασία τους. Μπορείτε να κάνετε ανάληψη από το λογαριασμό σας, αλλά δεν μπορείτε να κάνετε κατάθεση…

…Εάν η τράπεζα, που είναι εντός του συστήματος αυτοματοποιημένων μη χρηματικών συναλλαγών, αρχίσει να λαμβάνει τα χρήματα μόνο από τις επίσημες οργανώσεις, όπου οι άνθρωποι λαμβάνουν την αμοιβή, σε αυτή την κυκλοφορία δεν μπορούν να μπουν σε καμία περίπτωση ιδιωτικές αμοιβές και αμφισβητήσιμες. Το να καταστρέψεις με διάταγμα, μέσα σε μια μέρα, όλες τις λεγόμενες «αριστερές» (18) διαδικασίες με τα χρήματα είναι αδύνατο. Με αυτή την προϋπόθεση η κυκλοφορία τους θα κλειδωθεί σε περιορισμένο κύκλο. Από τον πρώτο -τον «επίσημο» κύκλο, τον κύκλο της κυκλοφορίας- στον δεύτερο μπορούν να περάσουν χρήματα, αρκεί να γίνει ανάληψη μέρους των αποδοχών του από τον τραπεζικό λογαριασμό, από τον δεύτερο κύκλο στον πρώτο αυτά ποτέ δε θα γυρίσουν» (19) .

Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να επιτευχθεί σαφής διαχωρισμός της κυκλοφορίας των «τίμιων» από τα «μαύρα» χρήματα, έτσι ώστε στη συνέχεια να γίνει δυνατό να εκκαθαριστεί βαθμιαία αυτός ο «σκιερός» τομέας γενικά. Οι ιδέες που παρουσίασε ο Γκλουσκόφ δεν εμφανίστηκαν από το πουθενά. Ακόμη από τις αρχές του 1960, νομίζω, όχι χωρίς την επιρροή του Προγράμματος του κόμματος, φλεγόταν ο Γκλουσκόφ από την ιδέα της δημιουργίας του OGAS. Προτεινόταν να δημιουργηθεί ενιαίο κρατικό δίκτυο ηλεκτρονικών κέντρων, να εξοπλισθούν με ισχυρές ηλεκτρονικές υπολογιστικές μηχανές, οι οποίες θα επέτρεπαν να επεξεργασθούν όλες τις πληροφορίες που θα έφθαναν και να συμβάλλουν στην επεξεργασία σωστών διευθυντικών λύσεων.

Αρχικά το OGAS έπρεπε να περιλάβει και το σύστημα των μη χρηματικών συναλλαγών του πληθυσμού. Αυτό το μέρος το «πελέκησαν» αμέσως, με αποτέλεσμα και ολόκληρο το OGAS «να φρεναρισθεί». Αντ� αυτού εφαρμόστηκε η μεταρρύθμιση του Κοσύγκιν, η επονομαζόμενη «λιμπερμανισμός», με το κέρδος και τον όγκο πωλήσεων ως κυρίους δείκτες της αποτελεσματικότητας της εργασίας των σοσιαλιστικών επιχειρήσεων. Αλλά ο Γκλουσκόφ δεν υποχώρησε. Σκεφτόταν πάνω στην ιδέα του OGAS ως την τελευταία ημέρα. Οι προαναφερθείσες σκέψεις προφανώς αντιπροσώπευαν μέρος της γενικής ιδέας OGAS. Ο Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς, ως αληθινός αναλυτής συστημάτων, επιπλέον και ως σχεδιαστής και πρακτικός οργανωτής της επιστήμης και της παραγωγής, συνήθιζε να σκέφτεται την ιδέα όχι μόνο συνολικά, αλλά και στις λεπτομέρειες, ως στην «ενσάρκωση στο μέταλλο».

Είναι πολύ σημαντικό να σημειωθεί ότι ο Γκλουσκόφ οδηγήθηκε στην ιδέα του αυστηρού διαχωρισμού των αγοραίων και των ίδιων κομμουνιστικών αρχών στην οικονομία μας όχι από την πολιτική οικονομία ούτε από τη φιλοσοφία. Είναι απλό. Χωρίς την επίλυση αυτού του προβλήματος δεν ήταν δυνατό να λυθεί το πρόβλημα της διεύθυνσης της παραγωγής. Αυτή τη λύση, για να κυριολεκτήσουμε, απαιτούσε η τεχνολογία. Η τεχνολογία δημιούργησε τη δυνατότητα για τη λύση του.

Ο Γκλουσκόφ δεν ήταν ο μοναδικός μεταξύ των «τεχνοκρατών», ο οποίος σκεφτόταν πάνω σε αυτά τα προβλήματα. Στα ζητήματα εισαγωγής των ηλεκτρονικών χρημάτων πολύ σοβαρά δούλεψε και ένας άλλος σημαντικός σχεδιαστής της σοβιετικής υπολογιστικής τεχνολογίας και ένας από τους ιδρυτές του προγραμματισμού στην ΕΣΣΔ, ο Α. Γ. Ακούσκιι. Το θέμα έφθασε ακόμη και στο να δοκιμαστεί αυτό το σύστημα στο Ζελένογκραντ (20) . Την ιδέα του Γκλουσκόφ σχετικά με το OGAS την υποστήριζε πλήρως ο ακαδημαϊκός Νέμτσινοφ λίγο πριν πεθάνει (21) .

Μπορούν να ισχυριστούν ότι τα ηλεκτρονικά χρήματα είναι και αυτά χρήματα. Σήμερα τα ηλεκτρονικά χρήματα σταδιακά εκτοπίζουν τα χάρτινα, αλλά με αυτό δεν εξαφανίζεται ούτε η εμπορευματική οικονομία ούτε ο καπιταλισμός. Και αυτή η παρατήρηση θα είναι σωστή. Αλλά είναι άλλο θέμα τα ηλεκτρονικά χρήματα στον καπιταλισμό και άλλο στο σοσιαλισμό, στις συνθήκες απουσίας ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.

Πάρτε ένα παράδειγμα. Σήμερα σε πολλές επιχειρήσεις και ιδρύματα του Κίεβου υποχρεωτικώς μεταφέρεται η αμοιβή των συνεργατών τους με ηλεκτρονικές κάρτες. Ο σκοπός της ενέργειας είναι σαφής. Τα χρήματα τα χρειάζονται οι τραπεζίτες. Αλλά ποιοι από εκείνους που λαμβάνουν το μισθό τους θα πάνε εθελοντικά τα χρήματα στην τράπεζα; Πράγματι δεν υπάρχει κάτι να πάνε. Τότε είχε επινοηθεί ένα «έξοχο» απλό σχήμα: «να σπρώξουν» τους μισθούς μέσω της τράπεζας πριν ακόμη δοθούν στα χέρια των εργαζομένων. Από κάθε μισθό από 0,5% καταλαβαίνετε πόσο βγαίνει! Αλλά καθώς υπάρχει μια μάζα πληρωμένων υπηρεσιών για την εξυπηρέτηση των καρτών, όπως λέμε, η εμφάνιση στην οθόνη της Αυτόματης Ταμειακής Μηχανής (ΑΤΜ) του ισολογισμού σας είναι μεγαλύτερη από την οριζόμενη ποσότητα κάθε φορά. Προφανώς, οι τραπεζίτες «λάδωσαν» με κάποιο τρόπο τους καθοδηγητές επιχειρήσεων και εκείνοι, χωρίς να κάνουν τσιριμόνιες, αναγκάζουν τους συνεργάτες τους να πάρουν κάρτα. Η υπόθεση βεβαίως είναι εθελοντική, αλλά δοκιμάστε υπό τους σημερινούς όρους να υψώσετε τη φωνή σας απέναντι στην εργοδοσία! Φυσικά κανένας δεν το δοκιμάζει, επειδή καταλαβαίνει πολύ καλά τι θα επακολουθήσει. Με άλλα λόγια, πλήρης αμοιβαία κατανόηση. Μπορούμε να μην αμφιβάλλουμε ότι σύντομα όλοι οι κρατικοδίαιτοι των μεγάλων πόλεων θα λαμβάνουν την αμοιβή τους κατ� αυτόν τον τρόπο. Με άλλα λόγια, έχουμε να κάνουμε με θρασύ και ωμό εκβιασμό.

Αλλά στο σοσιαλισμό αυτό το σύστημα της πληρωμής της αμοιβής θα παρουσίαζε τεράστια ευκολία, τόσο για τους εργαζομένους όσο και για το κράτος. Φυσικά για αυτό είναι απαραίτητο να εθνικοποιηθούν οι τράπεζες και να αρχίσει το σταδιακό πέρασμα στην υλοποίηση όλων των πληρωμών μέσω του ενιαίου ονομαστικού ηλεκτρονικού υπολογισμού στην κρατική τράπεζα. Εάν αντικαταστήσουμε την κάρτα με τα ογκώδη και ακριβά ΑΤΜ με πρόσθετα «τσιπ» στα συνηθισμένα κινητά τηλέφωνα, τα οποία θα μας επιτρέπουν με τη βοήθειά τους να κάνουμε μεταφορά χρημάτων από τον ένα λογαριασμό στον άλλο, τότε εμφανίζεται η δυνατότητα γενικά να κινούμαστε χωρίς χαρτονομίσματα. Ακόμη και στην αγορά μπορεί να λογαριαστείς με τη βοήθεια της κάρτας, μεταφέροντας χρήματα στο λογαριασμό της γιαγιάς. Στον καπιταλισμό τα κινητά τηλέφωνα στην πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι απολύτως άχρηστα για τους ιδιοκτήτες τους και προορίζονται αποκλειστικά για τη μεταφορά χρημάτων από τις τσέπες των πολιτών στις τσέπες των ιδιοκτητών των δικτύων κινητής τηλεφωνίας. Στο σοσιαλισμό αυτές (σ. μ. οι κάρτες) θα επέτρεπαν να αποφύγουμε τις μεγάλες μη παραγωγικές δαπάνες, τέτοιες όπως την παραγωγή χαρτονομισμάτων, την είσπραξη, τη φύλαξη, την πληρωμή, τον υπολογισμό, ας μην πούμε ακόμη ότι θα μας επέτρεπαν να αποφύγουμε τεράστια ποσότητα κακής χρήσης, που συνδέονται με την κυκλοφορία των χρημάτων. Η χρηματική κυκλοφορία θα μπορούσε να είναι πλήρως αυτοματοποιημένη, κάτι που θα εξασφάλιζε τη δυνατότητα πλήρους ελέγχου σε αυτή τη σφαίρα από το κράτος. Μάλιστα αυτός ο έλεγχος θα μπορούσε και ο ίδιος να είναι αυτοματοποιημένος. Καταλαβαίνετε πως η ανταλλαγή ακόμα υπάρχει, η κοροϊδία αποκλείεται! Θα συμφωνήσετε πως αυτό είναι ήδη ένα σοβαρό βήμα για την εξάλειψη των ίδιων των εμπορευματο-χρηματικών ανταλλαγών και για την οργάνωση της άμεσης κατανομής.

Μετά από την εξάλειψη της ατομικής ιδιοκτησίας, δηλαδή της τυπικής κοινωνικοποίησης των όρων παραγωγής, το δημιουργηθέν στον καπιταλισμό σύστημα της ηλεκτρονικής κυκλοφορίας των χρημάτων στα χέρια της αντικαπιταλιστικής εξουσίας μπορεί αμέσως να γίνει πανίσχυρος μοχλός της πραγματικής κοινωνικοποίησης της εργασίας, υπό τον όρο ότι αυτά τα χέρια θα αποδειχθούν αρκετά επιδέξια, η καρδιά αποφασιστική και το κεφάλι έξυπνο. Αλλά από μόνα τους τέτοια δε θα αποδειχθούν. Σήμερα οι κοινωνικές συνθήκες καθόλου δε συμβάλλουν στην αρμονική ανάπτυξη του ατόμου. Αλλά σε σχέση με αυτό δε θα σκάσουμε κιόλας. Ας θυμηθούμε τα λόγια του μεγάλου φιλόσοφου Σπινόζα, τα οποία επανέφερε στις μέρες μας ο Ιλιένκοφ: «να μην κλαίμε, να μην γελάμε, αλλά να καταλαβαίνουμε».

Αλλά είναι ακόμα καλύτερο να θυμηθούμε τα λόγια του ίδιου του Εβαλντ Βασίλιεβιτς Ιλιένκοφ που απευθύνονται στη νεολαία, σε αυτή που πρέπει να μάθει από τα λάθη του παρελθόντος: «Η μυλόπετρα της ζωής και της διαπαιδαγώγησης συνεχίζει να περιστρέφεται με τριγμούς, με τριγμούς και γδούπους, συνθλίβοντας νέες ζωές, ακρωτηριάζοντας τύχες, αυταρχικά αναγκάζοντας τη νεολαία να σκεφθεί, να σκεφθεί και να αναζητήσει διέξοδο από την τραγική κατάσταση.

Τη μοναδικά μελετημένη, θεωρητικά τεκμηριωμένη διέξοδο από αυτήν (σ.μ. την τραγική κατάσταση) προτείνει για τη νεολαία η μαρξιστική-λενινιστική θεωρία, η θεωρία του επιστημονικού κομμουνισμού. Ομως δεν είναι πάντα εύκολο για τη νεολαία των καπιταλιστικών χωρών να βρουν τον ευθύ δρόμο προς αυτή. Εντούτοις, αργά ή γρήγορα θα καταλάβει ότι αυτή η διέξοδος είναι μοναδική. Αυτή η διέξοδος βρίσκεται στον κομμουνιστικό μετασχηματισμό ολόκληρου του συστήματος των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων…» (22) .

Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται μεταφρασμένο από το περιοδικό της Ενωσης Κομμουνιστών της Ουκρανίας «Μαρξισμός και σύγχρονη εποχή», τεύχος 2/2004.

1. Ε. Β. Ιλιένκοφ: «Η διαλεκτική του αφηρημένου και του συγκεκριμένου στο «Κεφάλαιο» του Μαρξ». Μόσχα 1960, 285 σελίδες.
2. Βλέπε Β. Πιχόροβιτς: «Εναλλακτική λύση στην μεταρρύθμιση της αγοράς του 1965, χωρίς αποδέκτες», «Μαρξισμός και σύγχρονη εποχή», Νο 1/2004, σελ. 113-114, ΚΟΜΕΠ 3/2005.
3. Σ. μ.: νιτοβάρνικι ή αντιρινότσνικι: αυτοί που εναντιώνονται στην οικονομία της αγοράς.
4. «Η ανάπτυξη της πολιτικής οικονομίας στην ΕΣΣΔ και τα επίκαιρα ζητήματα του σύγχρονου σταδίου». Υπό τη σύνταξη του Ν. Α. Τσαγκόλοφ, Μόσχα 1981, σελ. 5-53.
5. Σ. μ.: ρινότσνικι: οι οπαδοί της αγοράς.
6. Ε. Β. Ιλιένκοφ, «Η ομιλία στους οικονομολόγους – Η διαλεκτική του αφηρημένου και του συγκεκριμένου στην επιστημονικο-θεωρητική σκέψη». Μόσχα 1997, σελ. 425-441.
7. Ε. Β. Ιλιένκοφ, «Η ομιλία στους οικονομολόγους – Η διαλεκτική του αφηρημένου και του συγκεκριμένου στην επιστημονικο-θεωρητική σκέψη». Μόσχα 1997, σελ. 432-433.
8. Ι. Β. Στάλιν, «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», Αθήνα, 1998, «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 117.
9. Γ. Β. Εμελιάνοφ, «Στάλιν. Στην κορυφή της εξουσίας», Μόσχα, 2003, σελ. 490-491.
10. Βλέπε Β. Πιχόροβιτς, «Εναλλακτική λύση στη μεταρρύθμιση της αγοράς του 1965, χωρίς αποδέκτες», «Μαρξισμός και σύγχρονη εποχή», Νο 1, 2004.
11. Γ. Β. Ιλιένκοφ, «Η διαλεκτική του αφηρημένου και του συγκεκριμένου στην επιστημονο-θεωρητική σκέψη», Μόσχα, 1997, σελ. 443.
12. Ι. Β. Στάλιν, «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», Αθήνα, 1998, «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 42.
13. Ι. Β. Στάλιν, «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», Αθήνα, 1998, «Σύγχρονη Εποχή».
14. Να τι γράφει ένας από τους κήρυκες των μεταρρυθμίσεων της αγοράς του 1965 Α. Μ. Μπίρμαν στην μπροσούρα του «Τι αποφάσισε η Ολομέλεια του Σεπτεμβρίου»: «Πλέον, βασικό δείκτη, σύμφωνα με τον οποίο θα κρίνουν την εργασία της επιχείρησης και… από τον οποίο θα εξαρτηθεί η ευημερία της και η άμεση δυνατότητα υλοποίησης του παραγωγικού προγράμματος, αποτελεί ο δείκτης του όγκου πραγματοποίησης (δηλαδή της πώλησης του προϊόντος)».
15. Ο ακαδημαϊκός Β. Μ. Γκλουσκόφ – ο πιονέρος της κυβερνητικής, Κίεβο, 2003, σελ. 321-323.
16. Ε. Β. Ιλιένκοφ: «Γράμμα στο Γ. Α. Ζντάνοφ». Στο βιβλίο, Ε. Β. Ιλιένκοφ: «Προσωπικότητα και δημιουργία», Μόσχα 1999, σελ. 258-261.
17. Β. Μόεβ, «Τα ηνία της διεύθυνσης», εκδόσεις «Πολιτίτσεσκοϊ Λιτερατούρι», 1997, σελ. 92.
18. Σ. μ.: Με το ««αριστερές» διαδικασίες» εννοεί τις διαδικασίες με το παράνομο χρήμα.
19. Β. Μόεβ, «Τα ηνία της διεύθυνσης», εκδόσεις «Πολιτίτσεσκοϊ Λιτερατούρι», 1977, σελ. 147.
20. Μπ. Ν. Μαλινόφσκι: «Η ιστορία της τεχνολογίας των υπολογιστών σε πρόσωπα», Κ. 1995, σελ. 298.
21. «Ο ακαδημαϊκός Β. Μ. Γκλουσκόφ, ο πιονέρος της κυβερνητικής», Κίεβο, 2003, σελ. 323-324.
22. Ε. Β. Ιλιένκοφ, «Φιλοσοφία και νιότη», στο βιβλίο: «Φιλοσοφία και πολιτισμός», Μόσχα 1991, σελ. 29.

ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΛΥΣΗ ΣΤΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΤΟΥ 1965 ΧΩΡΙΣ ΑΠΟΔΕΚΤΕΣ

ΣΤΑ 80ΧΡΟΝΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ Β. Μ. ΓΚΛΟΥΣΚΟΦ
του Β. Ντ. Πιχόροβιτς

ΣΥΝΤΟΜΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ Β. Μ. ΓΚΛΟΥΣΚΟΦ

Ο Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς Γκλουσκόφ γεννήθηκε στις 24 Αυγούστου του 1923 στο Ροστόβ, από οικογένεια μεταλλoρύχου. Το 1929 όλη η οικογένεια μετακόμισε στην πόλη Σάχτα. Τον Ιούνιο του 1941 ο Βίκτορ Γλουσκόφ με χρυσό μετάλλιο τελείωσε τη μέση εκπαίδευση στην πόλη Σάχτα. Ετοιμαζόταν να εισαχθεί στη σχολή Φυσικής του Πανεπιστημίου της Μόσχας, όμως στις 22 Ιουνίου άρχισε ο πόλεμος. Αμέσως υπέβαλε αίτηση στη σχολή πυροβολικού, αλλά λόγω προβλημάτων όρασης δεν τον πήραν.

Μετά την απελευθέρωση της πόλης Σάχτα, ο Γκλουσκόφ επιστρατεύθηκε και συμμετείχε στην αναστήλωση των ανθρακωρυχείων του Ντονμπάς. Στην αρχή εργαζόταν ως ανειδίκευτος εργάτης στα πηγάδια, κατόπιν ως επιθεωρητής ποιότητας και τεχνικής ασφάλειας.
Ηδη, το φθινόπωρο του 1943 το Ινστιτούτο εκβιομηχάνισης του Νοβοτσερκάσκ ανακοίνωσε επιλογή σπουδαστών και ο Γκλουσκόφ έγινε σπουδαστής του θερμο-τεχνικού τμήματός του. Το 1947 εισήχθη στο 5ο έτος του φυσικομαθηματικού τμήματος του Πανεπιστημίου του Ροστόβ, αλλά για να γίνει αυτό έδωσε εξετάσεις στα αντικείμενα των προηγουμένων 4 ετών (σχεδόν σε πενήντα αντικείμενα εξετάσεις!). Το επόμενο έτος ο Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς ολοκληρώνει παράλληλα και τα δυο ιδρύματα και παίρνει τα πτυχία ανώτατης τεχνικής και μαθηματικής εκπαίδευσης.
Τον Οκτώβριο του 1951 υπερασπίζει τη διατριβή του ως υποψήφιος στο θέμα «Η θεωρία των τοπικά nilpotent ομάδων, χωρίς περιστροφή και συνθήκες αποκοπής μερικών αλυσίδων σε υποομάδες» και το Δεκέμβριο του 1955 – μετά από την ολοκλήρωση του μονοετούς διδακτορικού στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας – υπεράσπισε τη διδακτορική διατριβή «Τοπολογικές τοπικές nilpotent ομάδες».

Τον Αύγουστο του 1956 ο Β. Μ. Γκλουσκόφ τέθηκε επικεφαλής στο υπολογιστικό εργαστήριο του Ινστιτούτου Μαθηματικών της Ακαδημίας Επιστημών της Ουκρανικής Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας. Αυτό ήταν ένα διάσημο εργαστήριο. Συγκεκριμένα εδώ, πέντε χρόνια πριν και υπό την καθοδήγηση του ακαδημαϊκού Σ. Α. Λέμπεντεφ, δημιουργήθηκε ο πρώτος στη Σοβιετική Ενωση ηλεκτρονικός υπολογιστής MESM.
Το Δεκέμβριο του 1957 το εργαστήριο της τεχνολογίας υπολογιστών, το οποίο καθοδηγούσε ο Β. Μ. Γκλουσκόφ, μετατράπηκε σε Κέντρο Υπολογιστών της Ουκρανικής ΣΣΔ με δικαιώματα επιστημονικού ερευνητικού ιδρύματος. Το 1962 το Κέντρο Υπολογιστών μετατράπηκε σε Ινστιτούτο Κυβερνητικής της Ουκρανικής ΣΣΔ, διευθυντής του οποίου ως το τέλος της ζωής του παρέμεινε ο Β. Μ. Γκλουσκόφ. Σε αυτό το ίδρυμα υπό την καθοδήγηση του Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς δημιουργήθηκαν δεκάδες τύποι ηλεκτρονικών υπολογιστών, πολλοί εκ των οποίων όχι μόνο δεν υπήρχαν σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και άνοιξαν απολύτως νέες κατευθύνσεις στην ανάπτυξη της υπολογιστικής τεχνολογίας. Ετσι, για παράδειγμα, οι μηχανές της σειράς MIR έγιναν το πρωτότυπο για τους προσωπικούς υπολογιστές. Είχαν σχεδιαστεί ακόμα περισσότερα διευθυντικά συστήματα και συμπλέγματα. Το ίδρυμα ήταν σημαιοφόρος στην ανάπτυξη και την εισαγωγή Αυτομάτων Συστημάτων Διεύθυνσης (ΑΣΔ). Από το 1962 ο Β. Μ. Γκλουσκόφ ήταν ο αντιπρόεδρος της Ακαδημίας Επιστημών της Ουκρανικής ΣΣΔ.

Είναι ανεκτίμητη η συμβολή του Β. Μ. Γκλουσκόφ στην ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας της Σοβιετικής Ενωσης. Ηταν επιστημονικός καθοδηγητής των εργασιών για την εισαγωγή αυτοματοποιημένων συστημάτων διεύθυνσης στα Υπουργεία του αμυντικού συμπλέγματος.
Ακόμα πιο αξιοπρόσεκτη είναι η θεωρητική δραστηριότητα του Β. Μ. Γκλουσκόφ στον τομέα της κυβερνητικής. Πραγματοποίησε κυριολεκτικά επανάσταση τόσο στον τομέα της κατασκευής τεχνολογίας υπολογιστών, όσο και στον τομέα της δημιουργίας προγραμμάτων. Αρκεί να πούμε πως η διάσημη βρετανική εγκυκλοπαίδεια, η οποία τότε ήταν κοινή βρετανο-αμερικανική έκδοση, παρήγγειλε άρθρο για την «κυβερνητική» από τον Β. Μ. Γκλουσκόφ. Στα έτη του ψυχρού πολέμου, όταν διεξαγόταν άγρια πάλη για τις προτεραιότητες στην επιστήμη, αυτό σήμαινε πάρα πολλά.

Το 1996 η διεθνής κοινότητα των υπολογιστών μεταθανάτια απένειμε στον Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς Γκλουσκόφ το μετάλλιο «της τεχνολογίας των υπολογιστών» για τη δημιουργία του Ινστιτούτου Κυβερνητικής στην Ακαδημία Επιστημών της Ουκρανίας, τη δημιουργία της θεωρίας των ψηφιακών αυτομάτων και της εργασίας στον τομέα αρχιτεκτονικών μακρο-μεταφοράς υπολογιστικών συστημάτων. Αυτό το μετάλλιο απονέμεται στον επιστήμονα για τις εξαιρετικές υπηρεσίες και τη σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη της τεχνολογίας των υπολογιστών, οι οποίες άντεξαν στο χρόνο και προώθησαν την επιστήμη των υπολογιστών.
Στη Σοβιετική Ενωση η δραστηριότητα του ακαδημαϊκού Β. Μ. Γκλουσκόφ επιβραβεύτηκε με τα βραβεία Λένιν, Κρατικό και άλλα επιστημονικά. Τιμήθηκε με τον τίτλο του Ηρωα της Σοσιαλιστικής Εργασίας και παρασημοφορήθηκε.

Ομως ο Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς Γκλουσκόφ δεν ήταν μόνο εξαιρετικός στην κυβερνητική αλλά και αξιοπρόσεκτος οργανωτής στον τομέα της επιστήμης. Ηταν θέληση της μοίρας να βρεθεί στο κέντρο της πάλης γύρω από το ζήτημα, με ποια οικονομική πολιτική θα κινηθεί η ΕΣΣΔ: θα επιστρέψει στην πολιτική ενίσχυσης των εμπορευματο-χρηματικών σχέσεων ή θα κινηθεί στην κατεύθυνση της τελειοποίησης της κεντρικά διευθυνόμενης οικονομίας, στη βάση της εισαγωγής της τεχνολογίας των υπολογιστών. Ζήτημα ζωής θεωρούσε ο Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς το OGAS δηλαδή τη δημιουργία παγκρατικού αυτοματοποιημένου συστήματος διεύθυνσης. Δυστυχώς, αυτή η ιδέα του σαν τέτοια δεν πραγματοποιήθηκε στη Σοβιετική Ενωση.
Τα δημοσιευόμενα παρακάτω υλικά αναφέρονται ακριβώς στην ποικίλη εφαρμογή των οικονομικών ιδεών του Β. Μ. Γκλουσκόφ.

Μεταξύ του μεγάλου πλήθους καινοτόμων επιστημονικών ιδεών του Β. Μ. Γκλουσκόφ πρέπει να ξεχωρίσουμε μία, εκείνη την οποία θεωρούσε υπόθεση ζωής. Αυτή είναι η ιδέα του πανκρατικού αυτοματοποιημένου συστήματος διεύθυνσης της οικονομίας (OGAS). (1)Πραγματικά μόνο σήμερα μπορούμε να αξιολογήσουμε και να εκτιμήσουμε ολοκληρωμένα την κλίμακα της προσωπικότητας του Γκλουσκόφ και του ρόλου, τον οποίο κατόρθωσε να παίξει (ακριβέστερα, δεν πέτυχε) στην ιστορία της χώρας μας. Ακόμη και ο ίδιος ο Γκλουσκόφ τότε δεν μπόρεσε να εκτιμήσει τη σημασία που θα μπορούσε να έχει (αλλά δεν είχε) η ιδέα για το OGAS στην ιστορία μας. Αυτός βεβαίως πρόβλεψε ότι τη χώρα αναμένουν «μεγάλες δυσκολίες» στη διεύθυνση της οικονομίας, εάν δεν εκτιμηθεί εγκαίρως ο ρόλος τον οποίο καλείται να παίξει σε αυτή την υπόθεση η ηλεκτρονική υπολογιστική τεχνολογία, αλλά ακόμη δεν μπορούσε να υποθέσει, πως στα τέλη της δεκαετίας του �80 τη χώρα μας αναμένει η καταστροφή.

Η ουσία της ιδέας OGAS ήταν η ακόλουθη: Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 έγινε ολοφάνερο ότι η ροή των οικονομικών πληροφοριών έγινε τόσο ισχυρή, που για να τις επεξεργαστείς με το χέρι ή με τη βοήθεια της πρωτόγονης λογιστικής τεχνολογίας που υπήρχε εκείνη την περίοδο δεν ήταν πλέον δυνατόν. Αυτό το πρόβλημα με ιδιαίτερη οξύτητα μπήκε στις συνθήκες της σχεδιασμένης οικονομίας μας. Ολα αυτά ήταν απαραίτητο να ελεγχθούν εκ των προτέρων και στο βαθμό του δυνατού στις λεπτομέρειες. Αυτή είναι η μια πλευρά του ζητήματος. Το άλλο πρόβλημα συνίστατο στο ότι το ίδιο το σύστημα της συλλογής των οικονομικών πληροφοριών και η λήψη αποφάσεων μετά από την αναγκαία επεξεργασία τους απαιτούσε επειγόντως τον εκσυγχρονισμό του. Η αντικατάσταση της ξεπερασμένης τεχνολογίας με νέα, πιο προηγμένη από μόνη της σε καμία περίπτωση δεν μπόρεσε να λύσει το πρόβλημα. Οι Αμερικανοί στον τομέα της ηλεκτρονικής τεχνολογίας υπολογισμού στη δεκαετία του ’50 ουσιαστικά μας είχαν ξεπεράσει (και στον τομέα των μηχανών που προορίζονταν για οικονομικούς υπολογισμούς δεν είχαμε τίποτα), όμως αυτό δεν τους απάλλαξε από τα οικονομικά προβλήματα. Οι περιοδικές οικονομικές κρίσεις στις καπιταλιστικές χώρες δεν εξαφανίστηκαν από αυτό, δηλαδή από τη χρήση πολλών μηχανών για τους οικονομικούς υπολογισμούς.

Είχαμε πλεονέκτημα, δεδομένου ότι η σοσιαλιστική οικονομία δε γνώριζε το αυθόρμητο της αγοράς λόγω της απουσίας της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Ο Β. Μ. Γκλουσκόφ πρότεινε να χρησιμοποιήσουμε αυτό το πλεονέκτημα για συντονισμένη αναπροσαρμογή του συστήματος διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας στη βάση της αυτοματοποίησής της. Η ιδέα αρχικά έγινε αποδεκτή. Το 1963 εκδόθηκε απόφαση της ΚΕ του ΚΚΣΕ και του Υπουργικού Συμβουλίου της ΕΣΣΔ, στην οποία τονιζόταν η ανάγκη δημιουργίας στη χώρα Ενιαίου Συστήματος Σχεδιασμού και Διεύθυνσης (YESPU) και Κρατικής Αλυσίδας Υπολογιστικών Κέντρων. Μετέπειτα η έννοια YESPU στα επίσημα έγγραφα μετασχηματίστηκε σε OGAS (Παγκρατικό αυτοματοποιημένο σύστημα σχεδιασμού και διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας).
Στη βάση αυτής της απόφασης ξετυλίχτηκε πλατιά δουλιά. Δημιουργήθηκαν μερικά επιστημονικά ερευνητικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων και το TSEMI (Κεντρικό Οικονομικο-μαθηματικό Ινστιτούτο), που επεξεργάστηκαν τις βασικές αρχές του μελλοντικού συστήματος. Προτάθηκε να δημιουργηθεί ενιαίο κρατικό δίκτυο υπολογιστικών κέντρων και να τα εξοπλίσουν με ισχυρά ηλεκτρονικά υπολογιστικά μηχανήματα, τα οποία θα επέτρεπαν να επεξεργαστούν όλες τις εισερχόμενες πληροφορίες. Να πώς έβλεπαν τη δομή του:

«Η δομή του ενιαίου κρατικού δικτύου πρέπει οργανικά να συνδυάσει τις εδαφικές και κλαδικές αρχές, για να είναι σταθερά όσον αφορά την πιθανή δομή αλλαγών στα όργανα του προγραμματισμού και του ελέγχου.
Την πλέον χρήσιμη εφαρμογή, κατά την άποψή μας, αντιπροσωπεύει η σε τρία επίπεδα δομή αυτού του δικτύου. Το χαμηλότερο επίπεδο πρέπει να διαμορφωθεί από τα ενιαία κέντρα υπολογιστών, τα σημεία συγκέντρωσης και αρχικής επεξεργασίας των πληροφοριών και επίσης κέντρα υπολογιστών των επιχειρήσεων και μερικών ερευνητικών οργανώσεων. Οι βασικές υπολογιστικές δυνάμεις συγκεντρώνονται σε μερικές δεκάδες μεγάλα κέντρα με ισχύ κάθε κέντρου της τάξης των 1-1,5 εκατομμυρίων διαδικασιών ανά δευτερόλεπτο. Αυτά τα κέντρα πρέπει να βρίσκονται σε περιοχές μεγαλύτερης συγκέντρωσης ροής οικονομικών πληροφοριών και να εξυπηρετούν τη γύρω περιοχή. Επιπλέον, πρέπει να λειτουργούν υπό καθεστώς ενιαίου συστήματος υπολογισμού, το οποίο είναι εξαιρετικά σημαντικό για την οργάνωση του βέλτιστου λαϊκο-οικονομικού σχεδιασμού. Το επικεφαλής κέντρο πρέπει να είναι το τρίτο βήμα του ενιαίου κρατικού δικτύου κέντρων υπολογιστών, που θα υλοποιεί την επιχειρηματική καθοδήγηση ολόκληρου του δικτύου και άμεσα τα ανώτερα κυβερνητικά όργανα».

Ετσι ήρθαν τα πράγματα που, σε σχέση με το OGAS, η σοβιετική ηγεσία βρέθηκε μπροστά σε εναλλακτική λύση: ποιο δρόμο να ακολουθήσει – είτε το δρόμο της βελτίωσης του συστήματος σχεδιασμού της παραγωγής στην κλίμακα όλης της χώρας είτε το δρόμο της αποκατάστασης των ρυθμιστών αγοράς των παραγωγικών δυνάμεων. Ο Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς στις αναμνήσεις του σημειώνει ότι αυτό το ζήτημα δε λύθηκε και πάρα πολύ απλά. Για μεγάλο χρονικό διάστημα η ανώτερη ηγεσία ταλαντευόταν. Το γεγονός ότι ανέθεσαν στον Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς να ηγείται της επιτροπής για την προετοιμασία των υλικών για απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου σε σχέση με το OGAS, λέει πολλά.
Σήμερα δεν είναι μέχρι τέλους κατανοητοί οι λόγοι γιατί αντί αυτής της απόφασης έγινε αποδεκτή η απόφαση που έδωσε την εκκίνηση στην πασίγνωστη οικονομική μεταρρύθμιση του 1965, η βασική ιδέα της οποίας ήταν να κάνει την αγορά βασικό ρυθμιστή της παραγωγής. Να τι γράφει ένας από τους κήρυκες της μεταρρύθμισης της αγοράς του 1965, ο Α. Μ. Μπίρμαν στην μπροσούρα «Τι αποφάσισε η Ολομέλεια του Σεπτεμβρίου»: «Πλέον, βασικό δείκτη, σύμφωνα με τον οποίο θα κρίνουν την εργασία της επιχείρησης και… από τον οποίο θα εξαρτηθεί η ευημερία της και η άμεση δυνατότητα υλοποίησης του παραγωγικού προγράμματος, αποτελεί ο δείκτης του όγκου πραγματοποίησης (δηλαδή της πώλησης του προϊόντος)». (2)

Οι θεωρητικές πηγές αυτής της μεταρρύθμισης είναι αρκετά διαφανείς. Στα τέλη της δεκαετίας του �50 αρχές της δεκαετίας του ’60 το σύστημα διεύθυνσης της σοβιετικής λαϊκής οικονομίας άρχισε έντονα να γλιστρά. Ηδη από το 1954 άρχισε να εισάγεται έντονα η μια ή η άλλη μορφή αποκέντρωσης με σκοπό την αύξηση της τοπικής πρωτοβουλίας. Το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, το 1956, αποτέλεσε στάδιο αυτής της διαδικασίας. Εκεί ψηφίστηκαν ειδικές αποφάσεις όσον αφορά το ζήτημα αυτό. Η μάζα των διοικητικών λειτουργιών μεταφέρθηκε από τα κεντρικά όργανα στα υπουργεία των δημοκρατιών. Η καθιέρωση των συμβουλίων της εθνικής οικονομίας και ο χωρισμός των κομματικών οργανώσεων σε βιομηχανικές και αγροτικές ήταν η αποθέωση αυτού του σταδίου των μεταρρυθμίσεων. Η αφερεγγυότητα αυτού του τύπου των λύσεων έγινε προφανής αρκετά γρήγορα. Με την αντικατάσταση Χρουστσιόφ τα συμβούλια της εθνικής οικονομίας διαλύθηκαν, αλλά το πρόβλημα παρέμεινε. Η αναπτυγμένη και απίθανα περίπλοκη λαϊκή οικονομία απαιτούσε επιτακτικά αλλαγές στο σύστημα διεύθυνσης. Ο Γκλουσκόφ άρχισε να δουλεύει το OGAS με εντολή του Κοσύγκιν από το 1962. Είναι περίπλοκο τώρα για να κρίνουμε κατά πόσο αυτή η εντολή συνδεόταν με την υιοθέτηση του νέου Προγράμματος του ΚΚΣΕ, σύμφωνα με το οποίο ως το 1985 επρόκειτο να χτίσουμε τον κομμουνισμό. Το γεγονός είναι ότι οι προτάσεις του Γκλουσκόφ για την επεξεργασία συστήματος μη χρηματικών συναλλαγών με τον πληθυσμό απορρίπτονταν κάθε φορά. Επιπλέον, όλα τα προπαρασκευαστικά υλικά σε αυτό το ζήτημα τον ανάγκασαν να τα καταστρέψει. Αλλά με την κατάργηση των συμβουλίων της λαϊκής οικονομίας ήταν απαραίτητο επειγόντως να λύσουν το πρόβλημα σε ποια κατεύθυνση πρέπει να κινηθούν οι αλλαγές στο σύστημα διεύθυνσης. Ως τη τελευταία στιγμή το σχέδιο του Γκλουσκόφ για τη δημιουργία ενιαίου συστήματος διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας στη βάση της τεχνολογίας των υπολογιστών παρέμεινε βασικό. Ομως απορρίφθηκε την τελευταία στιγμή. Προτιμήθηκε η εισαγωγή των μηχανισμών αγοράς στη διεύθυνση της λαϊκής οικονομίας.

Θα ήταν εσφαλμένο να θεωρήσουμε, πως ο Β. Μ. Γκλουσκόφ ήταν το μόνο πρόσωπο που προώθησε την ιδέα της βελτίωσης της συγκεντρωμένης διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας στη βάση της τεχνολογίας ηλεκτρονικού υπολογισμού. Σε πάρα πολλούς ανθρώπους έγινε σαφές ότι είναι απαραίτητη όχι η αποκέντρωση της διεύθυνσης, η οποία στερεί από την ΕΣΣΔ το σημαντικότερο πλεονέκτημα έναντι των ΗΠΑ και της Δυτικής Ευρώπης, αλλά η βελτίωση των μεθόδων κεντρικής διεύθυνσης στη βάση των επιτευγμάτων της επιστημονικής και τεχνικής προόδου. Το 1959 ο Α. Ι. Κίτοφ, ο καθοδηγητής του κέντρου υπολογιστών του Υπουργείου Αμύνης της ΕΣΣΔ (αργότερα έγινε ένας από τους κοντινότερους συνεργάτες του Β. Μ. Γκλουσκόφ στην υπόθεση εισαγωγής των αυτομάτων συστημάτων διεύθυνσης στους αμυντικούς κλάδους), πρότεινε την ιδέα της δημιουργίας ενιαίου αυτοματοποιημένου συστήματος διεύθυνσης για τις ένοπλες δυνάμεις και τη λαϊκή οικονομία της χώρας στη βάση των κέντρων υπολογιστών του Υπουργείου Αμύνης. Τότε αυτή η ιδέα δεν υλοποιήθηκε. Ακόμη πιο πριν, το 1955, η Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ εκπόνησε προτάσεις για δημιουργία συστήματος κέντρων υπολογιστών για επιστημονικούς σκοπούς. Αυτό πραγματοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό για επιστημονικές μελέτες και έρευνες. Αργότερα την έννοια του ενιαίου συστήματος κέντρων υπολογιστών για την επεξεργασία των οικονομικών πληροφοριών την προώθησε ο ακαδημαϊκός Β. Σ. Νέμτσινοφ.

Και σε αυτήν την κατεύθυνση έγιναν πάρα πολλά. Δημιουργήθηκαν μηχανές, πολλές εκ των οποίων σε τίποτα δεν υπολείπονταν από τις αμερικάνικες (παραδείγματος χάριν η Μ-20 το 1958 του Λέμπεντεφ που έγινε αποδεκτή από την κρατική επιτροπή με την πιστοποίηση ως «η πλέον γρήγορη στον κόσμο» αν και διέθετε πέντε φορές λιγότερους λαμπτήρες απ’ ό,τι ο αντίστοιχος αμερικάνικος υπολογιστής «Nork»). (3) Επεξεργάστηκαν τους μηχανισμούς σύνδεσης μεταξύ των μηχανών. Για παράδειγμα, η μηχανή που ήταν εγκατεστημένη σε ερευνητικό σκάφος στον Ατλαντικό Ωκεανό μετέδιδε από τον ασύρματο στοιχεία άμεσα στο κέντρο υπολογιστών του Κίεβου, όπου αυτά υποβάλλονταν σε επεξεργασία. Αλλά η εφαρμογή των ηλεκτρονικών υπολογιστικών μηχανών στο αντιπυραυλικό σύστημα μας επέτρεψε να ξεφύγουμε αρκετά χρόνια μπρος σε αυτόν τον τομέα σε σύγκριση με τους Αμερικανούς. Η συνένωση των μέσων της τεχνολογίας υπολογιστών σε ενιαίο σύστημα, τα οποία επέβλεπαν πολύ καλά καταρτισμένοι ειδικοί, θα ήταν επίσης σημαντική, προκειμένου να αμβλυνθεί κάπως η καθυστέρησή μας σε σχέση με τις ΗΠΑ στην παραγωγή αυτής της τεχνολογίας. Το 1964 μετά βίας κάποιος εκ των σοβαρών καθοδηγητών της παραγωγής ή της επιστήμης θα μπορούσε να αμφισβητήσει ότι το μέλλον βρίσκεται στην ηλεκτρονική τεχνολογία υπολογισμού. Γι� αυτό ακριβώς το λόγο το OGAS δεν αντιμετωπίστηκε με πλήρη κατανόηση.

Πολύ περισσότερο είναι ακατανόητο, πώς μπόρεσε να συμβεί αυτό, ότι προτιμήθηκε την τελευταία στιγμή το πρόγραμμα των λεγόμενων «οικονομολόγων». Οι άνθρωποι που είχαν την πρωτοβουλία «της μεταρρύθμισης», ήταν ελάχιστα γνωστοί, έπεσαν σαν κεραυνός εν αιθρία και αμέσως άρχισαν να έχουν ρόλο, εν ολίγοις, κλειδί στη σοβιετική οικονομική επιστήμη. Παραδείγματος χάριν, ο Ε. Γ. Λίμπερμαν (το άρθρο του οποίου στην «Πράβντα»: «Σχέδιο, κέρδος, ανταμοιβή» θεωρήθηκε ως η επιστημονική «θεμελίωση» της μεταρρύθμισης, στο όνομα του οποίου οι επιστήμονες που έβλεπαν τη μεταρρύθμιση με σκεπτικισμό, την ονόμασαν «Λιμπερμανισμό»), ενώ μέχρι τότε ήταν ένας μέτριος καθηγητής ενός από τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα του Χάρκοβου και δεν υπήρχε ως τότε στον τομέα της οικονομικής επιστήμης κάτι για το οποίο να έχει δοξαστεί.
Είναι πολύ ενδιαφέρον το ότι η δραστηριότητα των «ρινότσνικι» (4) είχε ως κατεύθυνση την εναντίωση στο σχέδιο του Γκλουσκόφ. Μάλιστα τα επιχειρήματα ήταν μερικές φορές κωμικά και άγρια. Για παράδειγμα, οι συντάκτες του προγράμματος της αγοράς έβαλαν στον πειρασμό τον Κοσύγκιν με το γεγονός ότι η οικονομική μεταρρύθμισή τους δε θα κοστίσει τίποτα, δηλαδή θα κοστίσει ακριβώς τόσο όσο στοιχίζει το χαρτί στο όποιο θα τυπωθεί η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και θα αποδώσει περισσότερα απ’ ό,τι το πολύ ακριβό σχέδιο OGAS που απαιτούσε ένταση των προσπαθειών ολόκληρης της χώρας για την πλήρη ανασυγκρότηση του παλαιού συστήματος διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας. Αυτά ακριβώς τα επιχειρήματα διαδραμάτισαν μοιραίο ρόλο, δεδομένου ότι το πρόγραμμα δημιουργίας τεχνικής βάσης υπό το υπάρχον εκείνη την περίοδο σχεδιοποιημένο σύστημα διεύθυνσης της οικονομίας παραγκωνίστηκε και έγινε αποδεκτό το πρόγραμμα το όποιο εξασφάλισε τη στροφή, τη διολίσθηση της οικονομίας στην άβυσσο της αναρχίας της αγοράς.

Για να κατανοήσουμε πώς μπορούσε κάτι τέτοιο να συμβεί, είναι πολύ σημαντικό να καταλάβουμε ποια εικόνα παρουσίαζε η επιστήμη της πολιτικής οικονομίας εκείνη την περίοδο.
Το ότι η κατάσταση ήταν λυπηρή το είχε δείξει ήδη η συζήτηση, σε σχέση με το εγχειρίδιο της πολιτικής οικονομίας, που πραγματοποιήθηκε το 1951. Μέρος των οικονομολόγων δεν μπορούσαν να ερμηνεύσουν ότι υπάρχουν αντικειμενικοί οικονομικοί νόμοι, την κατάργηση των οποίων ή την παράκαμψή τους δεν είχε τη δύναμη να κάνει ούτε και η ΚΕ του ΚΚΣΕ. Αυτοί οι άνθρωποι απαίτησαν την κατ� εντολή κατάργηση του εμπορίου και των χρημάτων. Αντίθετα, άλλοι οικονομολόγοι πάλεψαν για τη νομιμοποίηση και ακόμα και -για να το πούμε καλύτερα- για τη διευθέτηση των εμπορικών σχέσεων, οι οποίες διατηρήθηκαν εκείνη την περίοδο λόγω της ανεπαρκούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας μας, η ύπαρξη μαζί με την κρατική ιδιοκτησία και της συνεταιριστικής ιδιοκτησίας (κολχόζ), που ήταν ακόμα μακριά από τη δυνατότητα της κομμουνιστικής αφθονίας, από την παραγωγικότητα της εργασίας κλπ.

Η αιτία για αυτήν την κατάσταση των πραγμάτων, καταρχήν, ήταν ότι και αυτοί, και οι άλλοι επιστήμονες-οικονομολόγοι με ολόκληρη την αντίθεση των απόψεών τους είχαν την ίδια ανεπάρκεια: δεν είχαν, όπως το εξέφρασε ο Στάλιν στα «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», «ικανοποιητική μαρξιστική διαπαιδαγώγηση», (5) δηλαδή δεν κατείχαν τη διαλεκτική, ήταν κατά βάση εμπειριστές. Αλλά καθώς ο σοσιαλισμός από οικονομική άποψη είναι καταρχήν μετάβαση από την εμπορευματική παραγωγή στη μη εμπορευματική, στην άμεσα κοινωνική, τότε σε αυτόν είναι παρούσες και οι παλαιές μορφές, και οι νέες που έρχονται να τις αντικαταστήσουν. Συνεπώς υπάρχει ικανοποιητικό εμπειρικό υλικό τόσο για εκείνους που δεν μπορούν να σκεφθούν, τους υποστηρικτές της εμπορευσιμότητας, όσο και για τους «αδελφούς τους στο μυαλό» από τους «νετοβάρνικι». (6) Στα «Οικονομικά προβλήματα» ο Στάλιν ξεκαθάρισε το ζήτημα σε αμφοτέρους, εξηγώντας ότι ο στόχος του σοσιαλισμού έγκειται στην υπερνίκηση της εμπορευματικής φύσης της παραγωγής, αλλά αυτή η υπερνίκηση δεν μπορεί να εμφανιστεί με την υποκειμενική επιθυμία των ηγετών, του κόμματος ή του λαού συνολικά. Είναι αδύνατη χωρίς να ληφθούν υπόψη οι αντικειμενικοί οικονομικοί νόμοι. Ομως κεντρικός στόχος του Κομμουνιστικού Κόμματος στις συνθήκες του σοσιαλιστικού σταδίου ανάπτυξης της κοινωνίας, για τον οποίο σε κανέναν δεν πρέπει να παραμένει οποιαδήποτε αμφιβολία, είναι η μετάβαση στις κομμουνιστικές, μη εμπορικές μορφές.

Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι αυτή η σκέψη δεν έγινε κατανοητή ακόμη και στους πιο στενούς συνεργάτες του Στάλιν. Ο συγγραφέας μιας από τις πιο λεπτομερείς και αντικειμενικότερες βιογραφίες του Στάλιν, ο Γ. Β. Εμελιάνοφ εστιάζει την προσοχή του σε ένα πολύ ενδιαφέρον γεγονός. Θεωρεί ότι τα «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» δεν είχαν την υποστήριξη των μελών του Πολιτικού Γραφείου. Οταν ο Στάλιν τους γνωστοποίησε το περιεχόμενο της μπροσούρας, ουσιαστικά όλοι προσπάθησαν να μην εκφράσουν την άποψή τους. Δεν είναι υπερβολικό να παραθέσουμε ένα μεγάλο κομμάτι από το βιβλίο του Εμελιάνοφ:

«Οπως βεβαιώνει ο Μικογιάν, αντιμετώπιζε κριτικά μια σειρά θέσεις της μπροσούρας του Στάλιν, με το που γνώρισε το περιεχόμενό της. �Αφού τη διάβασα έμεινα έκπληκτος: σε αυτή βεβαιωνόταν ότι το στάδιο κυκλοφορίας εμπορευμάτων στην οικονομία εξαντλήθηκε και ότι είναι απαραίτητο να περάσουμε στην ανταλλαγή προϊόντων μεταξύ πόλης και χωριού. Αυτό ήταν πιθανώς αριστερίστικη στροφή. Την εξήγησα με το ότι ο Στάλιν προφανώς σχεδίαζε να πραγματοποιήσει την οικοδόμηση του κομμουνισμού στη χώρα μας όντας ακόμη εν ζωή, που ήταν βεβαίως κάτι το εξωπραγματικό�. Σύμφωνα με τον Μικογιάν, �σύντομα μετά από τη συζήτηση στο εξοχικό, περπατούσαμε με το Στάλιν στο διάδρομο του Κρεμλίνου και με πικρό χαμόγελο είπε: �Ησουν πολύ σιωπηλός, δεν είχες κανένα ενδιαφέρον για το βιβλίο. Εσείς, βεβαίως, καταπιάνεστε με την κυκλοφορία των εμπορευμάτων σας, με το εμπόριο�. Απάντησα στο Στάλιν: �Εσείς ο ίδιος μας διδάξατε, ότι δεν μπορούμε να είμαστε βιαστικοί και να πηδάμε από το ένα στάδιο στο άλλο και ότι η κυκλοφορία εμπορευμάτων και το εμπόριο θα παραμείνουν για πολύ ακόμα ως μέσα ανταλλαγής στη σοσιαλιστική κοινωνία. Αμφιβάλλω πραγματικά ότι ήρθε τώρα η ώρα να περάσουμε στην ανταλλαγή προϊόντων�. Είπε: �Ε, έτσι, παρέμεινες! Τώρα ακριβώς είναι ο καιρός!� Στη φωνή του υπήρχε μια δόση κακίας. Ηξερε πως αυτά τα ζητήματα τα καταλαβαίνω περισσότερο από κάποιον άλλον και του ήταν δυσάρεστο το ότι δεν τον υποστήριξα. Αργότερα μετά από αυτήν τη συνομιλία με το Στάλιν ρώτησα το Μόλοτοφ: �Θεωρείς, ότι ήρθε η ώρα να περάσουμε από το εμπόριο στην ανταλλαγή προϊόντων;� Μου απάντησε ότι αυτό είναι ένα σύνθετο και αμφισβητήσιμο ζήτημα, δηλαδή εξέφρασε τη διαφωνία του».(7)

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το ότι η πλειοψηφία των οικονομολόγων, των συγγραφέων του εκδοθέντος -μετά από το θάνατο του Στάλιν, αλλά που ετοιμάστηκε υπό την εποπτεία του- εγχειριδίου της πολιτικής οικονομίας του 1954 παρουσιάστηκαν μετέπειτα ως ενεργοί υποστηρικτές των μεταρρυθμίσεων της αγοράς στην οικονομία. Κατ� αυτόν τον τρόπο αποστασιοποιήθηκαν από τους «ρινότσνικι» πιθανώς μόνο οι Ντ. Τ. Σεπίλοφ και Α. Ι. Πάσκοφ.
Ο Λ. Α. Λεόντιεφ αποδείχτηκε ένας από τους πιο ένθερμους προπαγανδιστές των μεταρρυθμίσεων της αγοράς. Ο Κ. Β. Οστροβιτιάνοφ (8) υποστήριζε με κάθε δυνατό τρόπο τους ρινότσνικι και ασκούσε άγρια κριτική στους «αντι-ρινότσνικι». Ο Λ. Μ. Γκατόφσκι (9) υποστήριζε τις μεταρρυθμίσεις της αγοράς με κάθε δυνατό τρόπο και μιλούσε ενάντια στο OGAS. Ο Β. Ν. Σταρόφσκι δεν αντιστάθηκε καθόλου στη μεταρρύθμιση της αγοράς.
Οι λεγόμενοι «νετοβάρνικι» ομαδοποιήθηκαν στην ουσία γύρω από την έδρα της Πολιτικής Οικονομίας, της Οικονομικής Σχολής του Κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας που φέρει το όνομα του Μ. Β. Λομονόσοφ. Μάλλον -και εξ αιτίας αυτού- τους ενδιέφεραν περισσότερο τα μεθοδολογικά ζητήματα, τα προβλήματα της ιστορίας της πολιτικής οικονομίας στην ΕΣΣΔ και θέματα της διδασκαλίας της Πολιτικής Οικονομίας στα ΑΕΙ. Το 1963 εξέδωσαν το δίτομο «Πολιτικής Οικονομίας» (10)   για τα πανεπιστήμια, το οποίο αποτέλεσε μεγάλο γεγονός στην υπόθεση διδασκαλίας της Πολιτικής Οικονομίας, αλλά φυσικά σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να επηρεάσει τις πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις της ηγεσίας του κόμματος και του κράτους.

Στη συνδιάσκεψη σχετικά με την εφαρμογή των μαθηματικών στην οικονομία, το 1964, τα υλικά της οποίας δημοσιεύτηκαν υπό τον τίτλο «Οικονομολόγοι και μαθηματικοί στρογγυλό τραπέζι»(11) , η μαρξιστική άποψη σε αυτό το ζήτημα ουσιαστικά δε διατυπώθηκε. Εάν και μερικοί οικονομολόγοι, όπως ο Μ. Β. Κολγκάνοφ και ο Α. Γ. Μπογιάρσκι, εκεί γειτνίαζαν με (σ.μ.: τις απόψεις) τους «νετοβάρνικι», δεν εμφανίστηκαν ως ανεξάρτητη ομάδα από τη δική τους οπτική γωνία. Επιπλέον, επικεντρώθηκαν στην κριτική μεμονωμένων ανεπαρκειών των «μαθηματικών» και αντικειμενικά κατ� αυτόν τον τρόπο καθάρισαν το δρόμο για τους «ρινότσνικι». Αφιέρωσαν καθ� ολοκληρία τις ομιλίες τους στην κριτική των ιδεών του Καντορόβιτς και του Σ. Γ. Στρουμίλιν.

Αλλά κατά βάση φιλονικούσαν μεταξύ τους οι αυθεντικοί ρινότσνικι και «μαθηματικοί», οι οποίοι κατά τον έλεγχο όλοι αποδείχτηκαν ρινότσνικι. Για παράδειγμα, ένας από τους κύριους «μαθηματικούς», στον οποίο επικεντρώθηκαν τα πυρά της κριτικής από την πλευρά των ρινότσνικι, ο ακαδημαϊκός Λ. Β. Καντορόβιτς μιλάει άμεσα για την αφερεγγυότητα των αξιώσεων προς το πρόσωπό του από τον Ε. Γκ. Λίμπερμαν, ότι τάχα δεν αποδέχεται το κέρδος ως βασικό δείκτη της εργασίας των εργοστασίων.(12)
Στην πράξη οι τοποθετήσεις των υποστηρικτών του OGAS, των ακαδημαϊκών Ν. Π. Φεντορένκο (13), Μ. Β. Γκλουσκόφ (14), Α. Α. Ντορόντνιτσα (15), αποδείχτηκαν φωνή βοώντος στην έρημο. Είναι χαρακτηριστικό ότι το περιοδικό «Ζητήματα οικονομίας» αφιέρωσε σε αυτές τις τρεις τοποθετήσεις λιγότερο από μιάμιση σελίδα, ενώ στον ακαδημαϊκό Καντορόβιτς αφιέρωσαν 6 σελίδες. Προφανώς η άποψη των δημιουργών του OGAS απλά δεν ενδιέφερε τους σοβιετικούς οικονομολόγους.

Η επιτροπή ακόμα συνέχιζε να απασχολείται για τη δημιουργία του OGAS, ακόμα οι δημιουργοί του ήλπιζαν ότι τα αντίστοιχα έγγραφα θα γίνουν αποδεκτά από το πλέον υψηλό επίπεδο (άλλωστε η ίδια η συνδιάσκεψη πραγματοποιήθηκε ακριβώς σε σχέση με την αναμενόμενη υιοθέτηση αυτού του σχεδίου), αλλά οι οικονομολόγοι ήταν βέβαιοι ότι η απόφαση για τα ζητήματα της βελτίωσης της διεύθυνσης θα πραγματοποιηθεί αποκλειστικά στους δρόμους της αντικατάστασης των «διοικητικών» μεθόδων από «οικονομικές» και η «εφαρμογή των μαθηματικών» θα έχει υποταγμένο χαρακτήρα. Να πώς μίλησε γι� αυτό ο διευθύνων αυτό το στρογγυλό τραπέζι, αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Επιστημών (ΑΕ) της ΕΣΣΔ, ένας από τους συντάκτες του εγχειριδίου της πολιτικής οικονομίας του 1954, Λ. Μ. Γκατόφσκι: «Προχωρούμε στη δημιουργία πιο προηγμένου οικονομικού μηχανισμού με τη συνεπακόλουθη εφαρμογή της οικονομικής ιδιοσυντήρησης και των υλικών κινήτρων… Τα μαθηματικά μας επιτρέπουν να βελτιώσουμε αρκετά την εφαρμογή του μηχανισμού κινήτρων, να ενισχύσουμε την αποδοτικότητα του, την έγκαιρη και ενεργή αντίδραση στην πορεία της αναπαραγωγής για τα συμφέροντα της λαϊκής οικονομίας» (16) . Πολύ δύσκολα θα μπορούσε κανείς σε αυτά τα λόγια να διακρίνει την τάση -αν μη τι άλλο- να περάσει το σύστημα του κεντρικού σχεδιασμού της λαϊκής οικονομίας σε νέο επίπεδο, λόγω της αυτοματοποίησής του και της εφαρμογής των μαθηματικών μοντέλων, τότε τουλάχιστον, τη μεγάλη επιθυμία των οικονομολόγων να συνεργαστούν με τους μαθηματικούς και τους κυβερνητικούς. Στην πραγματικότητα η συντριπτική τους πλειοψηφία βασανίστηκε ήδη από την «ευφυή» ως προς την απλότητά της ιδέα: είναι απαραίτητο να γίνει το κέρδος το κύριο κριτήριο της δραστηριότητας από τις σοσιαλιστικές επιχειρήσεις και όλα τα προβλήματα θα λυθούν από μόνα τους. Ο Γκλουσκόφ με την πολυσύνθετη και πανάκριβη ιδέα του OGAS προκαλούσε σε αυτούς τους «ειδικούς» μόνο ενόχληση και πικρία. Απλά το 1964 δε θα μπορούσαν να μιλήσουν ανοικτά ενάντια σε αυτή την επιστημονικά τεκμηριωμένη και προφανώς έγκαιρη ιδέα που κατέθετε. Να τι θα γράψει γι� αυτήν ένας από τους ιδεολόγους της μεταρρύθμισης, ο Α. Μ. Μπίρμαν, το 1965, στη μπροσούρα του «Τι αποφάσισε η Ολομέλεια του Σεπτεμβρίου»:

«Μερικοί σύντροφοι θεωρούν πως τίποτα ουσιαστικά δεν είναι απαραίτητο να αλλάξει, όλα πρέπει να παραμείνουν έτσι όπως ήταν, παρά μόνο πρέπει να βελτιωθεί η δουλιά των σχεδιαστικών, οικονομικών και άλλων οργάνων. Πρέπει να τους εξοπλίσουμε με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, να διευρύνουμε την εφαρμογή των μαθηματικών. Αυτό υποθετικά θα επιτρέψει στα υποδειχθέντα όργανα να τα απλώσουν σε ολόκληρη τη λαϊκή οικονομία για να εξασφαλιστεί η κανονική της ανάπτυξη» (17). Με άλλα λόγια, τους συντάκτες του OGAS, χωρίς να νιώθουν καμιά ντροπή, τους παρουσίαζαν σαν αντιδραστικούς, οι οποίοι -βλέπετε- «θεωρούσαν ότι τίποτα ουσιαστικά δεν είναι απαραίτητο να αλλάξει». Που σημαίνει ότι εκείνοι που προτείνουν να περάσει η διεύθυνση σε νέα επιστημονικο-τεχνική βάση και να εναρμονιστεί με το καθήκον που έθεσε το κόμμα, το καθήκον της μετάβασης στον κομμουνισμό, είναι αντιδραστικοί και εκείνοι που προτείνουν να επιστρέψουμε στις παλαιές, της εποχής των παππούδων μας, μεθόδους διεύθυνσης της αγοράς, να υποτάξουμε την παραγωγή στην επίτευξη του μέγιστου κέρδους και την εργασία στην υλική ενθάρρυνση, είναι οι πρωτοπόροι της προόδου. Τέτοιο μπέρδεμα των εννοιών – πού είναι εμπρός, πού πίσω, πού η πρόοδος και πού η κοινή υποβάθμιση, πού αριστερά, πού δεξιά, πού ο κομμουνισμός, και πού οι αυταπάτες των μικροαστών – έγινε επίσης την εποχή της περεστρόικα. Και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, όπως στην εποχή της περεστρόικα, έτσι και τότε στα μέσα της δεκαετίας του �60, αυτή η προφανώς παράλογη σύγχυση δεν προκάλεσε καμία ανησυχία ούτε στην ηγεσία του κόμματος ούτε στις κομματικές μάζες.

Απλά εκείνη την περίοδο δεν απαιτήθηκαν λόγοι λογικής. Το OGAS θάφτηκε με αξιόπιστο τρόπο: μέσω υπόγειων δολοπλοκιών και φανταστικών υποσχέσεων. Εμοιαζε με καθολικό θόλωμα των μυαλών. Η υπερβολική ιδέα για το ότι αξίζει να καταστήσουμε το κέρδος ως κύριο κριτήριο της δραστηριότητας των επιχειρήσεων και όλα τα προβλήματα του σοσιαλισμού θα λυθούν αυτομάτως, που εκφράστηκε από τον άσημο καθηγητή του Χάρκοβου Εφσέεφ Γκριγκόριεβιτς Λίμπερμαν -που η μεγαλύτερη επιστημονική εργασία του αποτελείτο από το εκδοθέν, το 1950, βιβλιαράκι 200 σελίδων «Η οικονομική ιδιοσυντήρηση του μηχανο-κατασκευαστικού εργοστασίου» (18)  και όλες οι υπόλοιπες «επιστημονικές εργασίες» εξαντλήθηκαν σε δεκάδες μικρές μπροσούρες μεθοδολογικού χαρακτήρα, όλως απροσδόκητα «καταλαμβάνει τις μάζες» των ακαδημαϊκών, των αντεπιστελλόντων μελών της ΑΕ, χωρίς να μιλήσουμε για την κατώτερη πολιτικοοικονομική αδελφότητα.

Στο στρατόπεδο των ρινότσνικι γρήγορα βρέθηκαν και εκείνοι, εναντίον των οποίων στο πρόσφατο παρελθόν οι ρινότσνικι μιλούσαν άγρια. Ετσι, για παράδειγμα, κύριος στόχος της κριτικής από την πλευρά των ρινότσνικι το 1964 ήταν η θεωρία του βέλτιστου σχεδιασμού και της διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας, για την οποία ο Λ. Β. Καντορόβιτς με τον Β. Β. Νοβοζίλοφ και τον Β. Σ. Νέμτσινοφ το 1965 έλαβαν το βραβείο Λένιν. Αλλά ήδη, πολύ σύντομα, ο Β. Β. Νοβοζίλοφ όχι μόνο δεν αντιτάχθηκε στις μεταρρυθμίσεις της αγοράς, αλλά και προσπάθησε με κάθε δυνατό τρόπο να υπογραμμίσει την πίστη του σε αυτές. Επιπλέον, στην εισαγωγή στο βιβλίο του αποθανόντος από το 1964 Β. Σ. Νέμτσινοφ «Κοινωνική αξία και σχεδιοποιημένη τιμή» θα γράψει ότι ο τελευταίος «αναμφισβήτητα έπαιξε εξέχοντα ρόλο στη θεμελίωση των οικονομικών μεταρρυθμίσεων του 1965». (19) Και δεν μπορεί να αμφιβάλλει κανείς, πως ο Νοβοζίλοφ δεν παρέβηκε καθόλου τη συνείδησή του. Αρκεί να κοιτάξει κανείς τις βασικές ιδέες που εκθέτονται στο εξώφυλλο του βιβλίου που εκδόθηκε αμέσως μετά το θάνατο του συγγραφέα του Β. Σ. Νέμτσινοφ «Για την περαιτέρω βελτίωση της σχεδιοποίησης και διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας». (20) Να μερικές από αυτές:

Οι παλαιές μέθοδοι σχεδιοποίησης δεν ανταποκρίνονται στα νέα καθήκοντα.
Να εισάγουμε οικονομικές μεθόδους διεύθυνσης.
Βασικό κριτήριο το κέρδος.
Να πλησιάσουν οι τιμές το αξιακό επίπεδο κλπ. (21)

Το σύνθημα για το «βασικό κριτήριο», αναμφισβήτητα, στη συνείδηση των συντακτών – συγγραφέων του βιβλίου είναι πιο προσεκτικά διατυπωμένο, ως προς την αξιολόγηση του ρόλου του κέρδους, που αν και αναφέρεται ως το μη σημαντικότερο κριτήριο της αποτελεσματικότητας της παραγωγής, αλλά ως ένα από τα «συλλογικά κίνητρα», αναγνωρίζει την ευεργετική επίδραση στην οικονομία του σοσιαλισμού.
Ακόμα και σήμερα είναι περίπλοκο να αντιληφθούμε πόσο παράφωνα σε αυτήν την κατάσταση έπρεπε να ηχεί το βιβλίο του ακαδημαϊκού Σ. Γκ. Στρουμίλιν «Ο κόσμος μας μετά από 20 χρόνια» (22), που καλούνταν – σύμφωνα με την ιδέα του συγγραφέα – να εξυπηρετήσει την εκλαΐκευση των βασικών ιδεών του Προγράμματος του ΚΚΣΕ, στο οποίο αναφερόταν πως έως το 1985 στην ουσία θα είχε χτιστεί κατά βάση ο κομμουνισμός. Ο συντάκτης ευπρόσιτα και συναρπαστικά παρουσιάζει τις προοπτικές της σοβιετικής κοινωνίας σε σχέση με την εφαρμογή του Προγράμματος οικοδόμησης του κομμουνισμού. Το βιβλίο προοριζόταν για το πλατύ κοινό. Αλλά, προφανώς, ο συντάκτης έσφαλλε στο κύριο. Κανένας εκείνο τον καιρό δεν ήθελε ιδιαίτερα να θυμάται τις υποσχέσεις που δόθηκαν πριν λίγο καιρό. Τον αφελή ακαδημαϊκό – είναι απαραίτητο να υποθέσουμε – τον θεώρησαν επικίνδυνο ουτοπιστή που στερείται της αίσθησης της πραγματικότητας. Μόνο κατ� αυτόν τον τρόπο είναι δυνατό να εξηγήσουμε ότι αυτό το αξιοπρόσεκτο βιβλίο για τον κομμουνισμό, το οποίο, με μεγάλο όφελος για τους ιδίους, θα μπορούσαν να διαβάσουν οι μαθητές μεγαλυτέρων τάξεων, εκδόθηκε στα γελοία για εκείνη την εποχή αντίτυπα των 22.000 βιβλίων.

Είναι απαραίτητο να υποθέσουμε ότι ο Β. Μ. Γκλουσκόφ, ο οποίος επίσης σοβαρά αντιμετώπιζε το Πρόγραμμα του κόμματος και αμέσως πρότεινε το – αντίστοιχο με τα προγραμματικά καθήκοντα – σύστημα διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας, στα μάτια των υπαλλήλων, τόσο των κρατικών και κομματικών, όσο και των επιστημονικών δε φάνταζε ρεαλιστής. Πολλοί οικονομολόγοι τον θεωρούσαν τεχνοκράτη-ουτοπιστή. Ομως ουτοπιστές αποδείχτηκαν ακριβώς οι οικονομολόγοι με τις συνταγές για θεραπεία του σοσιαλισμού μέσω της αγοράς. Αντίθετα, οι ιδέες του Γκλουσκόφ αποδείχτηκαν πλήρως τεκμηριωμένες και τεχνικά εφικτές. Για παράδειγμα όταν ο Γκλουσκόφ πρότεινε στα πλαίσια πειράματος σε μια περιοχή να αντικατασταθούν τα χρήματα με ηλεκτρονικούς υπολογισμούς για κάθε εργαζόμενο, έθαψαν την ιδέα, καθώς τάχα η τεχνολογία ακόμα δεν επέτρεπε να υλοποιηθεί αυτό. Στην πραγματικότητα αυτό ήταν πρόφαση. Το θέμα εδώ δεν ήταν στην τεχνολογία, αλλά στην οικονομία. Τέλος πάντων, ο Γκλουσκόφ, ο οποίος πρότεινε το πείραμα, κατείχε κάπως καλύτερα τις δυνατότητες της τεχνολογίας υπολογιστών από ό,τι αυτοί που εμπόδισαν το πείραμα. Δεν πέρασαν ούτε δύο δεκαετίες, καθώς στη Δύση άρχισαν τα χαρτονομίσματα να υποκαθίστανται μαζικά από ηλεκτρονικά χρήματα. Στις συνθήκες της οικονομίας της αγοράς, το να πάνε παραπέρα ήταν βεβαίως αδύνατο. Αλλά στις συνθήκες της σοβιετικής οικονομίας, της σχεδιοποιημένης από ενιαίο κέντρο, ήταν δυνατό να οργανωθεί ο υπολογισμός και ο έλεγχος για το μέτρο της εργασίας και της κατανάλωσης και χωρίς τη μεσολάβηση των χρημάτων. Ολα αυτά τα τεχνικά προβλήματα λύθηκαν εύκολα, ακόμα και κάπως νωρίτερα από ό,τι σχεδίαζε ο άκρως ήσυχος και προσεκτικός στις προγνώσεις Γκλουσκόφ.

Ο Γκλουσκόφ πρότεινε το OGAS, αλλά έγινε αποδεκτή η λύση να ακολουθηθεί ο δρόμος της ενίσχυσης των σχέσεων αγοράς. Ομως σε αυτό το δρόμο η ΕΣΣΔ δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί τη Δύση, τουλάχιστον καθώς η ευημερία της αγοράς της Δύσης οικοδομήθηκε με την αλύπητη εκμετάλλευση των πόρων του Τρίτου κόσμου, ενώ η ΕΣΣΔ, αντίθετα, βοηθούσε συνεχώς τον Τρίτο κόσμο. Θα μπορούσαμε να ανταγωνιστούμε τη Δύση μόνο στις συνθήκες της παραπέρα κοινωνικοποίησης της παραγωγής, για την οποία και πρότεινε ο Γκλουσκόφ το OGAS ως τεχνική βάση. Αλλά νίκησε η άποψη «των οικονομολόγων». Σήμερα ο χρόνος επιβεβαίωσε εξ ολοκλήρου το πόσο δίκιο είχε ο Γκλουσκόφ. Η υποτιθέμενη «τεχνοκρατική ουτοπία» του ήταν στην πραγματικότητα πιο ρεαλιστική απ’ ό,τι οι εμπειρικές κατασκευές των οικονομολόγων – ρινότσνικι.
Μετά μεγάλης λύπης, συχνά και με ευθύνη των βιογράφων του Βίκτορα Μιχαΐλοβιτς Γκλουσκόφ, το OGAS, εκλαμβάνεται ως ειδικά τεχνικό πράγμα, ως ορισμένο πρωτότυπο του Διαδικτύου, το οποίο δε διαδόθηκε στην πρακτική στη Σοβιετική Ενωση με ευθύνη των γραφειοκρατών. Αλλά αυτό είναι ψεύδος, τόσο σε σχέση με τον Γκλουσκόφ όσο και σε σχέση με το OGAS, τουλάχιστον αυτό όπως το σκέφτηκε αρχικά ο επιστήμονας.

Στο βιβλίο του Β. Μόεβ «Τα ηνία της διεύθυνσης», το οποίο είναι μια μεγάλη συνέντευξη με τον επιστήμονα, ο Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς Γκλουσκόφ ρίχνει την ιδέα σύμφωνα με την οποία η ανθρωπότητα έζησε στην ιστορία της δύο, όπως εκφράζεται χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των ασχολουμένων με τη κυβερνητική, πληροφοριακούς φραγμούς, των πρόθυρων ή της κρίσης διεύθυνσης. Το πρώτο εμφανίστηκε στις συνθήκες της εξαφάνισης της κοινοτικής – πρωτόγονης οικονομίας και επιλύθηκε με την εμφάνιση, από τη μια πλευρά των εμπορευματο-χρηματικών σχέσεων και απ� την άλλη με το ιεραρχικό σύστημα διεύθυνσης, στο οποίο ο προϊστάμενος διευθύνει τους νεότερους και αυτοί είναι εκτελεστές.

Ο Γλουσκόφ θεωρεί – αρχίζοντας από τη δεκαετία του ’30 του εικοστού αιώνα – ότι γίνεται προφανές πως ξεκινά το δεύτερο «πληροφοριακό φράγμα», κατά το οποίο πλέον δε βοηθούν ούτε η ιεραρχία στη διεύθυνση ούτε οι εμπορευματο-χρηματικές σχέσεις. Ως αιτία αυτής της κρίσης εμφανίζεται η αδυναμία ακόμη πολλών ανθρώπων να αντιληφθούν όλα τα προβλήματα της διεύθυνσης της οικονομίας. Ο Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς έλεγε πως σύμφωνα με υπολογισμούς του στη δεκαετία του ’30 για τη λύση των προβλημάτων διεύθυνσης της τότε οικονομίας μας ήταν απαραίτητο να εκτελεσθούν 1014 μαθηματικές διαδικασίες ετησίως και στην περίοδο κατά την οποία έγινε αυτή η συζήτηση, δηλαδή στα μέσα της δεκαετίας του �70, περίπου 1016. Εάν δεχτούμε ότι ένας άνθρωπος χωρίς την ενίσχυση της τεχνολογίας είναι ικανός να παράγει 106 διαδικασίες κατά μέσο όρο, δηλαδή 1 εκατομμύριο διαδικασίες το χρόνο, τότε είναι απαραίτητοι περίπου 10 δισεκατομμύρια άνθρωποι ώστε η οικονομία να παραμείνει καλά διευθυνόμενη. Στη συνέχεια θα θέλαμε να παραθέσουμε τα λόγια του ίδιου του Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς: «Από τώρα και στο εξής «χωρίς τη βοήθεια των μηχανών» οι προσπάθειες για τη διεύθυνση είναι λίγες. Το πρώτο πληροφοριακό εμπόδιο ή τα πρόθυρα, η ανθρωπότητα μπορούσε να το υπερνικήσει γιατί εφηύρε τις εμπορευματο-χρηματικές σχέσεις και τη σταδιακή δομή διεύθυνσης. Η ηλεκτρονική υπολογιστική τεχνολογία είναι η σύγχρονη εφεύρεση η οποία θα μας επιτρέπει να υπερπηδήσουμε το δεύτερο εμπόδιο.

Γίνεται ιστορική στροφή στη διάσημη σπείρα της ανάπτυξης. Οταν εμφανιστεί το κρατικό αυτοματοποιημένο σύστημα διεύθυνσης, με ενιαία άποψη θα καλύψουμε εύκολα ολόκληρη την οικονομία. Στο νέο ιστορικό στάδιο, με τη νέα τεχνολογία, στο νέο αναπτυγμένο επίπεδο εμείς σαν να «κολυμπάμε» πάνω από εκείνο το σημείο της διαλεκτικής σπείρας, κάτω από το οποίο, σε μακρινές από εμάς χιλιετίες, παρέμεινε η περίοδος κατά την οποία ο άνθρωπος μπορούσε να ερευνήσει τη φυσική οικονομία του, εύκολα με γυμνό μάτι.
Οι άνθρωποι άρχισαν με τον πρωτόγονο κομμουνισμό. Η μεγάλη στροφή της σπείρας θα τους ανυψώσει στον επιστημονικό κομμουνισμό» (23).

Σήμερα μπορεί να εκπλησσόμαστε, μπορεί να λυπούμαστε, αλλά παραμένει γεγονός ότι το ήδη έτοιμο σχέδιο απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου για την έναρξη και το ξεδίπλωμα των εργασιών του OGAS παραμερίστηκε και στη θέση του έκαναν αποδεκτή την πρόταση των «οικονομολόγων» που άνοιξε την εποχή του περάσματος της σοβιετικής οικονομίας στις ράγες της αγοράς. Είναι χαρακτηριστικό ότι την πάλη κατά του Γκλουσκόφ τη διεξήγαγαν οι ίδιες εκδόσεις και ιδρύματα, τα οποία στην πορεία έγιναν τα κύρια όργανα της αστικής αντεπανάστασης. Ηταν ολοφάνερα ψευδές και σαφώς επί παραγγελία το άρθρο ενός από τους ηγέτες του Ινστιτούτου «ΗΠΑ – Καναδάς», στο οποίο αναφερόταν ότι στις χώρες της Δύσης η ζήτηση για τεχνολογία ηλεκτρονικών υπολογιστών τάχα πέφτει, που δημοσιεύθηκε στην «Ιζβέστια», η οποία στην πορεία έγινε το κύριο έντυπο φερέφωνο των αντι-σοβιετικών στοιχείων. Να μια ακόμα απόδειξη ανάλογων μεθόδων πάλης για «δημοκρατία και αγορά», που προκαλούν εκτός των άλλων τη σκέψη ότι η εκστρατεία του ψέματος υποκινήθηκε και συντονίστηκε από κάποιον.

Τον Ιανουάριο του 1975, κατά τη διάρκεια συνάντησης στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου του Κιέβου «Αρσενάλ», έγινε η ακόλουθη ερώτηση στον Γκλουσκόφ: «Στο περιοδικό «ΕΚΟ» (Νο 4, 1974) λέγεται πως στην Αγγλία τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστικών μηχανών για τη διεύθυνση της παραγωγής, τη θεωρούν μη αποδοτική. Πώς εκτιμάτε αυτόν τον ισχυρισμό;».
Η απάντηση του ακαδημαϊκού ήταν μονοσήμαντη: «Αφήστε αυτόν τον ισχυρισμό να παραμένει στη συνείδηση του περιοδικού «ΕΚΟ». Η Αγγλία δε συμμερίζεται αυτήν την άποψη. Πολύ πρόσφατα συναντήθηκα με τους Αγγλους ειδικούς, οι οποίοι αντιθέτως θεωρούν ότι σήμερα δεν είναι δυνατό να διευθύνουν την αγγλική οικονομία, εάν σταματήσουν τη χρήση των κομπιούτερ» (24).

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι ακριβώς το περιοδικό «ΕΚΟ» αποδείχτηκε ένας από τους προάγγελους της περεστρόικα. Σε αυτό ακριβώς εμφανίστηκαν το 1986 τα πρώτα άρθρα για την περεστρόικα, που ανοικτά εναντιώνονταν στον κεντρικό προγραμματισμό και ένθερμα προπαγάνδιζαν την αγορά.
Μετά από αυτό, αντί να αρχίσουν να δουλεύουν με το OGAS, έγινε αποδεκτή η λεγόμενη οικονομική μεταρρύθμιση του 1965, όμως το OGAS δεν απορρίφθηκε εντελώς. Εγινε σύσταση στον Γκλουσκόφ απλά να «χαμηλώσει τον πήχη», δηλαδή να ασχοληθεί με την εισαγωγή των διευθυντικών συστημάτων στις επιχειρήσεις και στους κλάδους, για να συνδεθούν στο μέλλον αυτά τα συστήματα σε ενιαίο σύστημα. Από την άποψη της «συστηματικής σκέψης» ήταν ισοδύναμο. Ομως στην πράξη δεν ήταν έτσι. Αυτό το κατάλαβαν θαυμάσια ο Γκλουσκόφ και πολλοί άλλοι επιστήμονες.

Για παράδειγμα, ο διευθυντής του Κεντρικού Οικονομικο-μαθηματικού Ινστιτούτου ακαδημαϊκός Ν. Π. Φεντορένκο ακόμη από το 1964, την περίοδο της προετοιμασίας του σχεδίου απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου της ΕΣΣΔ για το OGAS, είπε τα ακόλουθα: «Συχνά ειδικοί στις οικονομικο-μαθηματικές μεθόδους απλά αντιγράφουν το δρόμο τον οποίο πέρασαν οι καπιταλιστικές χώρες, το δρόμο της ενδοεταιρικής, μεμονωμένης εισαγωγής αυτών των μεθόδων σε εφαρμογή. Αυτός ο τρόπος ήταν αναπόφευκτος για τις καπιταλιστικές χώρες, αλλά είναι όχι μόνο ανεπαρκής για το σοσιαλιστικό κράτος, αλλά και επιβλαβής, καθώς θα οδηγήσει σε μεγάλη διασπορά υλικών και εργατικών πόρων και δε θα επιτρέψει να συνενωθούν σε ενιαίο σύστημα το σύνολο των «τοπικών» υποσυστημάτων» (25).

Είναι ενδιαφέρον ότι η ηγεσία του κόμματος και η κυβέρνηση ακολούθησαν αυτόν ακριβώς τον «επιβλαβή» τρόπο. Οχι μόνο στον τομέα της πληροφορικής, αλλά και στην οικονομία γενικότερα. Σιγά-σιγά η οικονομία συνολικά άρχισε να κυλά στα «τοπικά υποσυστήματα», μέχρι που μετά από λίγο καιρό η μεμονωμένη επιχείρηση ανακηρύχτηκε ως πρωτογενής μονάδα της σοσιαλιστικής οικονομίας.
Με ομιλίες, σε αυτήν τη σύνοδο του Προεδρείου της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, τοποθετήθηκαν ο Φεντορένκο καθώς και ο Β. Μ. Γκλουσκόφ. Στην ομιλία του (σ.μ. ο Φεντορένκο) έκανε διάφορες κριτικές παρατηρήσεις προς την ηγεσία της Κεντρικής Στατιστικής Διεύθυνσης (ΚΣΔ) της ΕΣΣΔ. Ισχυριζόταν, ότι η ΚΣΔ δεν εισάγει τα πρωτοπόρα συστήματα συλλογής και επεξεργασίας πληροφοριών και ότι προσανατολίζει τη δουλιά της στα παλαιά διάτρητα δελτία μηχανογράφησης και αυτό δεν τονώνει την ανάπτυξη της τεχνολογίας των υπολογιστών και αποτρέπει από το να γίνουν οι πληροφορίες εύχρηστες και επιχειρηματικές (26).

Αργότερα, τότε που αποφασιζόταν η μοίρα του OGAS, ακριβώς, ο ηγέτης της ΚΣΔ της ΕΣΣΔ ο Β. Ν. Σταρόφκσι αντιτάχθηκε πιο έντονα από όλους στο σχέδιο, κάτι το οποίο από πολλές απόψεις καθόρισε εκ των προτέρων τη θλιβερή τύχη του (27).
Παρ� όλα αυτά για τις ιδέες του Γκλουσκόφ ενδιαφέρθηκε πολύ η «άμυνα». Πρότειναν στο Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς να αναλάβει την επιστημονική καθοδήγηση για την άμεση εισαγωγή των αυτοματοποιημένων συστημάτων διεύθυνσης σε μερικά αμυντικά υπουργεία, στο καθένα εκ των οποίων για αυτόν το λόγο δημιουργήθηκαν ειδικά ερευνητικά ινστιτούτα. Από αυτήν τη στιγμή ως το τέλος της ζωής του ο Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς Γκλουσκόφ ζει παράλληλα: τη μισή εβδομάδα στη Μόσχα και την άλλη μισή καθώς και τις αργίες στο Κίεβο.

Το γεγονός ότι η ιδέα για το OGAS δεν έγινε αποδεκτή συνολικά στενοχώρησε πολύ τον Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς, όμως ποτέ δε σκέφτηκε να σταυρώσει τα χέρια. Πολύ περισσότερο που το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του ’60 αποτέλεσε την αιχμή της θεωρητικής και οργανωτικής του παραγωγικότητας.
Στη Διεθνή Εκθεση «Interorgtechnics – �66» στη Μόσχα στα δημιουργήματα του Ινστιτούτου Κυβερνητικής της ΑΕ της Ουκρανικής ΣΣΔ – το οποίο καθοδηγούσε ο Γκλουσκόφ – απονεμήθηκαν διπλώματα: στον ψηφιακό υπολογιστή «ΜΙR-1», στο «Promin», «Promin – Μ», στο ψηφιακό-αναλογικό σύμπλεγμα «Dnepr – ΜΝ – 10M» και σε διάφορα άλλα.
Πρέπει να σημειώσουμε ότι το «ΜΙR» δεν ήταν μία απλή μηχανή της σειράς. Αποτελούσε σε ορισμένο βαθμό σημαντική ανακάλυψη. Οι Αμερικανοί δεν το αγόραζαν τυχαία. Συγκεκριμένα, το «ΜΙR» αποδείχτηκε εκείνη η μηχανή, με την εμφάνιση της οποίας έγινε σαφές ότι το χάσμα μεταξύ της δικής μας και της αμερικανικής τεχνολογίας υπολογιστών εξαλείφθηκε και εξαλείφθηκε εντελώς. Εμείς όχι απλά φτάσαμε τα αμερικανικά μηχανήματα σε αυτές ή άλλες παραμέτρους. Το «ΜΙR» απέδειξε ότι είμαστε ικανοί όχι απλώς να τους φτάσουμε, αλλά και να φτιάξουμε πρωτότυπα μηχανήματα, να αναπτύξουμε νέες κατευθύνσεις στην τεχνολογία των υπολογιστών. Γι� αυτό και οι Αμερικανοί ανησύχησαν όταν εμφανίστηκαν τα «ΜΙR».

Ο επόμενος χρόνος, το 1967, αποδείχθηκε πολύ κορεσμένος. Τέθηκε στη χρήση το πρώτο στη χώρα μας αυτοματοποιημένο σύστημα διεύθυνσης επιχειρήσεων με μαζικό χαρακτήρα παραγωγής «L’vov». Το εγκατέστησαν στο τηλεοπτικό εργοστάσιο του Λβόφ. Το Αυτοματοποιημένο Σύστημα Διεύθυνσης (ΑΣΔ) «L’vov» προτάθηκε για μαζική παραγωγή. Εγινε επίδειξη της δουλιάς του απομακρυσμένου τερματικού Λβόβ – Μόσχα με καθεστώς «ερώτηση – απάντηση» σε παραγωγικές συνθήκες στο σύστημα «L’vov». Κατά την ανάπτυξη αυτού του συστήματος επεξεργάστηκαν πολλές αρχές που χρησιμοποιήθηκαν ως βάση ΑΣΔ άλλων τύπων. Η εισαγωγή αυτού του συστήματος εξασφάλισε μια αύξηση στην παραγωγή προϊόντων κατά 7%, μια μείωση του επιπέδου αποθεμάτων κατά 20%, επιτάχυνση του κύκλου εργασιών της κυκλοφορίας του κεφαλαίου σε 10%, επήλθε ουσιαστική μείωση του μηχανο-τεχνικού και διοικητικού προσωπικού.

Ο Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς πρώτος άρχισε την επανεκτίμηση των αρχών του Ντζ. Φον Νέιμαν, στη βάση των οποίων ήταν αναπτυγμένη ολόκληρη η ηλεκτρονική τεχνολογία υπολογιστών από τη στιγμή της εμφάνισής της. Ο Β. Μ. Γκλουσκόφ πρότεινε θεμελιώδεις αλλαγές στη δομή των υπολογιστών, προώθησε νέες ιδέες σχετικά με τη δημιουργία συστημάτων επεξεργασίας πληροφοριών νέων γενεών, διατύπωσε την αρχή της μακρομεταφερόμενης επεξεργασίας δεδομένων. Η ουσία της συνίστατο στο ότι οι επεξεργαστές δεν εκτελούσαν εντολές συνεχώς και παράλληλα αυτόνομα χωρίς αλληλεπίδραση με τους άλλους επεξεργαστές. Η εισαγωγή αυτής της αρχής επέτρεπε την χωρίς όρια αύξηση της παραγωγικότητας των μηχανών αναλογικά προς την αύξηση των μέσων. Οι πρώτες σοβιετικές μηχανές με τη χρήση αυτής της αρχής φτιάχτηκαν μετά από το θάνατο του Γκλουσκόφ και σύμφωνα με την εκτίμηση της κρατικής επιτροπής για την αποδοχή τους δεν υπήρχαν ανάλογες στον κόσμο. Μία από αυτές η EC-1766 είχε παραγωγικότητα της τάξης των δύο δισεκατομμυρίων διαδικασιών ανά δευτερόλεπτο.

Ο Β. Μ. Γκλουσκόφ εξέλαβε σαν το σοβαρότερο στρατηγικό λάθος την απόφαση της ηγεσίας της χώρας να μην δοθεί ώθηση στη δουλιά στην κατεύθυνση της παραπέρα ανάπτυξης των ίδιων πρωτότυπων συστημάτων και να ακολουθηθεί η γραμμή της αντιγραφής του IBM/360. Θεωρούσε ότι αυτό αργά ή γρήγορα θα μας οδηγούσε σε αδιέξοδο. Αργότερα έτσι συνέβη, αλλά στη δεκαετία του ’70 δεν υπήρχαν σημάδια γι� αυτό. Αντίθετα, παρατηρείται έκρηξη στην παραγωγή της ηλεκτρονικής τεχνολογίας υπολογισμού. Οι καθολικές μηχανές μέσης και υψηλής παραγωγικότητας τρίτης γενεάς του τύπου EC- EVM, ήταν συμβατές τόσο μεταξύ τους όσο και με τους IΒM/360. Στην επεξεργασία συμμετείχαν ειδικοί από την ΕΣΣΔ, τη Βουλγαρία, την Ουγγαρία, την Πολωνία, την Τσεχοσλοβακία, τη ΛΔΓ.

Συγχρόνως με αυτά δημιουργήθηκαν πολυεπεξεργαστές και αναλογικοί υπολογιστές, μίνι – υπολογιστές, «ΜΙR- 31», «ΜΙR- 32», «ΝΑΙRΙ- 34», ηλεκτρονικοί υπολογιστές της σειράς ASVT Μ- 6000 και Μ- 7000 για τη διεύθυνση των τεχνολογικών διαδικασιών. Ηλεκτρονικοί υπολογιστές με ενσωματωμένα μικροκυκλώματα, επιτραπέζιοι μίνι-υπολογιστές Μ-180 «ELECTRONICA -100», «ELECTRONICA -200», «ELECTRONICA DZ- 28», «ELECTRONICA NTS – 60», και άλλοι. Δημιουργήθηκαν συστήματα σχεδιασμού εκτυπωτών και μεγάλης κλίμακας ολοκληρωμένα κυκλώματα (BRI). Στα έτη 1975-76 κυκλοφόρησαν οι επεξεργασμένοι, με την κοινή προσπάθεια των ειδικών από τις διάφορες σοσιαλιστικές χώρες, μίνι – υπολογιστές CM-1, CM-2, CM-3 και CM-4, οι όποιοι προορίζονταν για αξιοποίηση στις επιστημονικές εργασίες, για τη διεύθυνση τεχνολογικών διαδικασιών, για την επεξεργασία των πειραματικών στοιχείων, για την αυτοματοποίηση της εφαρμοσμένης μηχανικής και των διοικητικών εργασιών κλπ. Στη δεκαετία του ’70 στην ΕΣΣΔ άρχισε η επεξεργασία και κυκλοφορία των πλέον διαφορετικών τύπων microcalculators – μικροϋπολογιστών, επιτραπέζιων και φορητών.

Με τις προσπάθειες του Γκλουσκόφ το 1971 η ιδέα του OGAS επανεμφανίζεται πάλι για κάποιο διάστημα στο κέντρο της προσοχής ολόκληρης της σοβιετικής κοινωνίας και της ηγεσίας της χώρας. Οπως έχει ήδη ειπωθεί, αν και το 1965 η ιδέα του OGAS σαν τέτοια δεν έγινε αποδεκτή προς υλοποίηση σε κρατική κλίμακα, εντούτοις έγινε πολύ κοπιαστική δουλιά για την εισαγωγή των ΑΣΔ στις επιχειρήσεις των υπουργείων Αμυνας. Την ίδια περίοδο εγκαταστάθηκε τυποποιημένο ΑΣΔ σε 600 επιχειρήσεις. Δηλαδή έγινε πολύ δουλιά. Με την εισαγωγή αυτών των συστημάτων ασχολήθηκε το Ινστιτούτο Α. Ι. Ντανιλτσένκο, το οποίο ήταν ο κύριος σχεδιαστής ΑΣΔ και αυτό που εισήγαγε την τεχνολογία των υπολογιστών στην αμυντική βιομηχανία. Για το συντονισμό των εργασιών σε αυτήν την κατεύθυνση δημιουργήθηκε διυπηρεσιακή επιτροπή (MVK) εννέα κλάδων και συμβούλιο διευθυντών των κύριων Ινστιτούτων (SDGI) των αμυντικών κλάδων για τον έλεγχο, την οικονομία και την πληροφορική. Επιστημονικός καθοδηγητής του MVK και του SDGI έγινε ο Β. Μ. Γκλουσκόφ.

Το 1971 σύμφωνα με προτροπή του Γκλουσκόφ ο πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου της ΕΣΣΔ Α. Ν. Κοσύγκιν επισκέφθηκε το Ινστιτούτο Ντανιλτσένκο, προκειμένου να γνωριστεί επί τόπου με το τι ήδη είχε γίνει. Η γνωριμία με τις εργασίες που είχαν γίνει προκάλεσαν στον πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου τεράστια εντύπωση. Συγχρόνως του εξηγήθηκε ότι η εισαγωγή της ηλεκτρονικής τεχνολογίας υπολογισμού στη διεύθυνση των επιχειρήσεων συναντά στο δρόμο της πολλά εμπόδια. Ενας από τους κύριους λόγους για το φρενάρισμα αποδείχτηκε η μη κατανόηση της σπουδαιότητας αυτού του θέματος από τους καθοδηγητές διαφόρων βαθμίδων.
Προκειμένου να εξαλειφθεί αυτό το πρόβλημα, πολύ εύστοχα δημιουργήθηκε ειδικό σχολείο στο οποίο έπρεπε να εκπαιδευθούν στην τεχνολογία των υπολογιστών οι ανώτεροι καθοδηγητές. Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα το σχολείο μετατράπηκε σε Ινστιτούτο διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας. Ο Β. Μ. Γκλουσκόφ έγινε επικεφαλής έδρας αυτού του Ινστιτούτου. Ακροατές αυτού του Ινστιτούτου ήταν οι υπουργοί, οι αναπληρωτές τους και άλλοι ανώτεροι υπάλληλοι. Λήφθηκαν μέτρα για την εκπαίδευση των ενδιάμεσων καθοδηγητών και των καθοδηγητών εδρών των ΑΕΙ κλπ.

Το 1973 ολοκληρώνεται η εργασία για τη μοναδική στο είδος έκδοση της δίτομης «Εγκυκλοπαίδειας της κυβερνητικής», η οποία κυκλοφόρησε το επόμενο έτος σε τριάντα χιλιάδες αντίτυπα. Προορίζονταν όχι μόνο για τους ειδικούς στον τομέα της κυβερνητικής, αλλά και για όλους τους επιστήμονες, τους μηχανικούς, τους διευθυντές, τους σπουδαστές, οι οποίοι ενδιαφέρονται για τα θέματα επεξεργασίας πληροφοριών. Αυτό ήταν πραγματικά θεμελιώδες έργο, στο οποίο συμμετείχαν εκατοντάδες επιστημόνων από πολλές πόλεις της ΕΣΣΔ. Αλλά η βασική εργασία εκτελέστηκε από το Ινστιτούτο Κυβερνητικής της Ουκρανικής ΣΣΔ υπό την καθοδήγηση του Β. Μ. Γκλουσκόφ.
Το 1974 ο Β. Μ. Γκλουσκόφ γίνεται μέλος της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών. Στο συνέδριο της IFIP (28), το 1974 στη Στοκχόλμη, του απενεμήθη η «Ασημένια καρδία». Με αυτόν τον τρόπο η Γενική Συνέλευση της IFIP τίμησε τη μεγάλη συμβολή του επιστήμονα στη δουλιά αυτής της οργάνωσης ως μέλος της Προγραμματικής Επιτροπής των συνεδρίων του 1965 και του 1968, και επίσης ως πρόεδρο Προγραμματικής Επιτροπής του συνεδρίου του 1971.

Το πορτρέτο του Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς Γκλουσκόφ θα ήταν ελλιπές, εάν δεν περιγράφαμε λεπτομερέστερα τις κοινωνικές και πολιτικές του απόψεις. Παρά το ότι ήταν για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα μέλος της ΚΕ του ΚΚΣΕ, είχε πρόσβαση στα μέλη του Πολιτικού Γραφείου και κατέλαβε στην πράξη υπουργικά καθήκοντα, δεν ήταν ποτέ πολιτικός υπό τη συνηθισμένη έννοια της λέξης. Και στην πολιτική, και στις κοινωνικές επιστήμες ήταν πρώτα απ� όλα κυβερνητικός. Είναι γεγονός πως και ως κυβερνητικός δεν ήταν επίσης – με την ακριβή έννοια της λέξης – στενά ειδικός, ο οποίος πέρα από τις καθαρά επιστημονικές και τεχνικές περιοχές δεν ήθελε τίποτα να δει. Η πολύ βαθιά γνώση του στον τομέα των μαθηματικών, της κυβερνητικής και της τεχνολογίας των υπολογιστών δεν περιόρισαν τους ορίζοντες του Γκλουσκόφ στους υπόλοιπους κλάδους της ανθρώπινης γνώσης, αλλά αντίθετα του επέτρεψαν ακόμη και τον ανάγκασαν να σπάσει όλες τις συνήθεις προκαταλήψεις σε σχέση με την «εμβάθυνση της ειδίκευσης» και θαρραλέα να διαπεράσει, όπως φαινόταν, τις μακρινές από τη διπλωματική του ιδιότητα περιοχές της ανθρώπινης γνώσης.

Σε αυτήν την περίπτωση οι κρίσεις του σε αυτές τις περιοχές αποδείχτηκαν αρκετά τολμηρές και συγχρόνως ασύγκριτα ρεαλιστικές, σε αντίθεση με τις στομφώδεις, αλλά κενές ψευδο-επιστημονικές κακογραφίες, που εντέλει μπερδεύουν μέσα μη κατανοητές αναφορές των κλασικών ακαδημαϊκών των όποιων παραπολιτικών επιστημών.
Ας πάρουμε έστω την ιδέα της χρηματικής διανομής, για την οποία οι ηγέτες του κόμματος και του κράτους, όσο και οι επίσημοι πολιτικοί οικονομολόγοι προσπάθησαν γενικά να την αποσιωπήσουν. Είναι ενδεικτικό, ότι κατά την προετοιμασία του πρώτου σχεδίου του OGAS, το μέρος που αφορούσε αυτό το ζήτημα το απέκλεισαν αμέσως από την εξέταση ως πρόωρο και όλα τα προπαρασκευαστικά υλικά διέταξαν να καταστραφούν.

Πολύ περισσότερο ο Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς συνέχισε να δουλεύει σε αυτό το ζήτημα, χωρίς να αμφιβάλλει ότι θα έρθει «ο καιρός του» και μάλιστα γνώριζε πολύ καλά την πολυπλοκότητα του ζητήματος, συμπεριλαμβανομένου και του ότι αυτή η μορφή διανομής δε θα γίνει μια και έξω και ότι απέχει πολύ από το να συναντήσει ενθουσιώδη υποδοχή. Πράγματι εκτός από την επίσημη αμοιβή πολλοί είχαν ακόμα «αριστερές» (29) πηγές εισοδήματος.
Γι� αυτό ο Β. Μ. Γκλουσκόφ πρότεινε για αρχή σωστά να οργανωθεί η διανομή με τη βοήθεια των χρημάτων, διαιρώντας την κυκλοφορία των χρημάτων στον τομέα της διανομής σε δύο τομείς: στον ένα εκ των οποίων θα κυκλοφορούν μόνο τα «τίμια» χρήματα, στον άλλο – όλα τα άλλα. Γι� αυτό πρότεινε να οργανωθούν ειδικές τράπεζες. Ο Γκλουσκόφ παρουσιάζει την ιδέα του στη συνέντευξή του στον Β. Μόεβ. Παραθέτουμε το κομμάτι από το βιβλίο «Τα ηνία της διεύθυνσης»: «Ας συμφωνήσουμε ότι στους προσωπικούς λογαριασμούς στην τράπεζα θα γίνονται δεκτές οι καταθέσεις μόνο από τις επίσημες οργανώσεις, που πληρώνουν την ανταμοιβή των ανθρώπων για την εργασία τους. Μπορείτε να κάνετε ανάληψη από το λογαριασμό σας, αλλά δεν μπορείτε να κάνετε κατάθεση…

…Εάν η τράπεζα, που είναι εντός του συστήματος αυτοματοποιημένων μη χρηματικών συναλλαγών, αρχίσει να λαμβάνει τα χρήματα μόνο από τις επίσημες οργανώσεις, όπου οι άνθρωποι λαμβάνουν την αμοιβή, σε αυτή την κυκλοφορία δεν μπορούν να μπουν σε καμία περίπτωση ιδιωτικές αμοιβές και αμφισβητήσιμες. Το να καταστρέψεις με διάταγμα, μέσα σε μια μέρα, όλες τις λεγόμενες «αριστερές» διαδικασίες με τα χρήματα είναι αδύνατο. Με αυτή την προϋπόθεση η κυκλοφορία τους θα κλειδωθεί σε περιορισμένο κύκλο. Από τον πρώτο, τον «επίσημο» κύκλο, τον κύκλο της κυκλοφορίας στον δεύτερο μπορούν να περάσουν χρήματα, αρκεί να γίνει ανάληψη μέρους των αποδοχών του από τον τραπεζικό λογαριασμό, από τον δεύτερο κύκλο στον πρώτο αυτά ποτέ δε θα γυρίσουν» (30).

Με αυτό τον τρόπο μπορεί να επιτευχθεί σαφής διαχωρισμός της κυκλοφορίας των «τίμιων» από τα «μαύρα» χρήματα, έτσι ώστε στη συνέχεια να γίνει δυνατό να εκκαθαριστεί βαθμιαία αυτός ο «σκιερός» τομέας γενικά. Αυτό, σύμφωνα με την άποψη του Γκλουσκόφ, είναι δυνατό να επιτευχθεί μέσω της ολόπλευρης λογιστικοποίησης, με τη βοήθεια της πλατιάς διάδοσης της ηλεκτρονικής υπολογιστικής τεχνικής, των πραγματικών αναγκών των ανθρώπων και της επιστημονικής ανάλυσης των επιθυμιών τους και επίσης με τη δημιουργία και ολόπλευρη ανάπτυξη και ενθάρρυνση συστήματος ενώσεων καταναλωτών στους τόπους κατοικίας, όπου με τη δημοκρατική οδό και όχι μέσω του συστήματος κυβερνητικού ελέγχου και εξαναγκασμού (αστυνομία, OBKHSS (31) κλπ.) θα ρυθμιζόταν η κατανάλωση των αγαθών που δεν είναι πρώτης ανάγκης.
Σε κάποιους αυτές οι προτάσεις μπορούν να φανούν πολύ τολμηρές ακόμα και φανταστικές, τουλάχιστον σε αυτούς οι οποίοι ακόμα και αν αναλάβουν να τις πραγματοποιήσουν, θα την πραγματοποιήσουν μόνο σταδιακά και όχι αμέσως. Περίπου έτσι και έγινε με το OGAS στα μέσα της δεκαετίας του �60. Δεν το απέρριψαν κατ� αρχάς, αλλά αποφάσισαν να μην το πραγματοποιήσουν αμέσως, αλλά σταδιακά. Ο Γκλουσκόφ και πάλι είχε τη δική του βαθιά τεκμηριωμένη άποψη. Είπε τα ακόλουθα:

«Στο κράτος μας από τα πρώτα χρόνια ύπαρξής του έχει συσσωρευτεί αξιοπρόσεκτη εμπειρία υλοποίησης μεγαλύτερων στοχοπροσηλωμένων κοινωνικοοικονομικών προγραμμάτων. Πάρτε τη ΝΕΠ (Νέα Οικονομική Πολιτική), την εκβιομηχάνιση, την κολλεκτιβοποίηση. Να η εμπειρία της μοναδικά σωστής στρατηγικής υλοποίησης μεγάλων προγραμμάτων!
Πού βρίσκεται η ουσία;
Αρχίζει από τη θεμελιώδη και ριζοσπαστική λύση σε αυτό! Σε αυτή περιγράφεται όλος ο όγκος της προγραμματισμένης αναδόμησης και – που είναι πολύ σημαντικό – όλο το διάστημα, κατά τη διάρκεια του οποίου πρέπει να πραγματοποιηθεί. Αυτό αναγκάζει όλους να δουν το ζήτημα αποφασιστικά, αποθαρρύνει στο να μπαίνουν εμπόδια, επισείοντας διαφόρου είδους δυσκολίες, σκοπέλους που παρουσιάζονται στην πορεία της υπόθεσης…

Επομένως, το μεγάλο σχέδιο πρέπει υποχρεωτικά να ξεκινά από τη γενική και πλέον «αποφασιστική» γι� αυτό απόφαση. Ναι, η εξάπλωση αυτού του σχεδίου πιθανότατα μπορεί να είναι και πρέπει να είναι βαθμιαία, χωρισμένη σε στάδια.
Το κύριο είναι να μην μπει κατά μέρος, στο βάθος των συρταριών, να μη συνδέουμε με φαντασιώσεις αυτό που μπορούμε να επιτύχουμε πραγματικά» (32) .
Δυστυχώς, το κόμμα μας έπραξε το αντίθετο. Συνέδεσε με τις φαντασιώσεις αυτό που υποχρεωτικά ήταν απαραίτητο να πραγματοποιηθεί, δηλαδή την ιδέα να περάσει η κεντρική διεύθυνση της οικονομίας σε νέα τεχνική και επιστημονική βάση και ανέλαβε να υλοποιήσει αυτό, που στην πράξη αποδείχτηκε αναλφάβητη και επιβλαβής φαντασίωση – την ιδέα της διεύθυνσης του ενιαίου δυναμικά αναπτυσσόμενου λαϊκο-οικονομικού συμπλέγματος της χώρας, που ήδη έχει διαβεί το μισό δρόμο προς τον κομμουνισμό, με τη βοήθεια των αρχαϊκών μεθόδων της αγοράς, τις οποίες προ πολλού είχαν απορρίψει τα καπιταλιστικά μονοπώλια.

Οταν επεξεργάζονταν το σχέδιο GOELRO εμφανίστηκε ο λενινιστικός αφορισμός «Κομμουνισμός είναι η Σοβιετική Εξουσία συν ο εξηλεκτρισμός όλης της χώρας». Είναι σήμερα σαφές ότι αυτή η διατύπωση απεικόνιζε με ακρίβεια μόνο την ιδιαιτερότητα της πρώτης φάσης του κομμουνισμού. Η δεύτερη φάση – ο πλήρης κομμουνισμός – δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς την αυτοματοποίηση της διεύθυνσης της σοσιαλιστικής οικονομίας. Αλίμονο, αυτό δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τότε – στα μέσα της δεκαετίας του �60.
Η θαυμάσια ευκαιρία, την οποία έδινε στη χώρα μας η εισαγωγή του OGAS, δεν αξιοποιήθηκε και η πολιτική της βίαιης εισαγωγής των μεθόδων αγοράς στη διεύθυνση, νομοτελειακά οδήγησε την οικονομία μας στο λυπηρό τέλος. Το πιο φοβερό είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των σημερινών κομμουνιστών δεν είναι σε θέση να αφομοιώσει αυτό το μάθημα της πρόσφατης ιστορίας μας.
Οσον αφορά τις ιδέες του Γκλουσκόφ, ειδικά η ιδέα του παγκρατικού συστήματος αυτοματοποιημένης διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας, αναμένουν ακόμα την πραγματοποίησή τους.

Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται μεταφρασμένο από το περιοδικό της Ενωσης Κομμουνιστών Ουκρανίας «Μαρξισμός και σύγχρονη εποχή», τεύχος 1/2004. Η μετάφραση ενδεχομένως παρουσιάζει προβλήματα ακριβούς απόδοσης στα ελληνικά ορισμένων πολύ ειδικών όρων.

1. OGAS: Παγκρατικό αυτοματοποιημένο σύστημα διεύθυνσης.
2. Α. Μ. Μπίρμαν: «Τι αποφάσισε η Ολομέλεια του Σεπτεμβρίου», Μόσχα, Εκονόμικα, 1965, σελ. 16.
3. Μπ. Ν. Μαλινόφσκι: «Η ιστορία της τεχνολογίας των υπολογιστών σε πρόσωπα», Κ. 1995, σελ. 57.
4. Σ.μ.: Ρινότσνικι: οι οπαδοί της οικονομίας της αγοράς.
5. Ι. Β. Στάλιν: «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», βλέπε ακόμη Ρίτσαρντ Κοσολάποβ: «Ο λόγος στο σ. Στάλιν», σελ. 201 (ρωσ. έκδοση).
6. Σ.μ.: Νετοβάρνικι ή αντι-ρινότσνικι: αυτοί που εναντιώνονταν στην εμπορευσιμότητα.
7. Γ. Β. Εμελιάνοφ, «Στάλιν. Στην κορυφή της εξουσίας», Μόσχα 2003, σελ. 490-491.
8. Ακαδημαϊκός Κ. Β. Οστροβιτιάνοφ, «Μεθοδολογικά ζητήματα της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού», «Ζητήματα οικονομίας», Νο 9, 1964, σελ. 111-128.
9. «Οικονομολόγοι και μαθηματικοί σε στρογγυλό τραπέζι», «Ζητήματα οικονομίας», Νο 9, 1964, σελ. 65.
10. «Πολιτική Οικονομία» υπό την αρχισυνταξία του Ν. Α. Τσαγκόλοφ, Μόσχα, 1963.
11. «Οικονομολόγοι και μαθηματικοί στρογγυλό τραπέζι», «Ζητήματα οικονομίας», Νο 9, 1964, σελ. 63-110.
12. «Οικονομολόγοι και μαθηματικοί σε στρογγυλό τραπέζι», «Ζητήματα οικονομίας», Νο 9, 1964, σελ. 81.
13. «Οικονομολόγοι και μαθηματικοί σε στρογγυλό τραπέζι», «Ζητήματα οικονομίας», Νο 9, 1964, σελ. 73.
14. «Οικονομολόγοι και μαθηματικοί σε στρογγυλό τραπέζι», «Ζητήματα οικονομίας», Νο 9, 1964, σελ. 98.
15. «Οικονομολόγοι και μαθηματικοί σε στρογγυλό τραπέζι», «Ζητήματα οικονομίας», Νο 9, 1964, σελ. 97.
16. «Οικονομολόγοι και μαθηματικοί σε στρογγυλό τραπέζι», «Ζητήματα οικονομίας», Νο 9, 1964, σελ. 65.
17. Α. Μ. Μπίρμαν, «Τι αποφάσισε η Ολομέλεια του Σεπτεμβρίου», Μόσχα, 1965, σελ. 8.
18. Ε. Γκ. Λίμπερμαν, «Η οικονομική ιδιοσυντήρηση του μηχανο-κατασκευαστικού εργοστασίου», Μόσχα, 1950, 212 σελίδες.
19. Β. Σ. Νέμτσινοφ, «Κοινωνική αξία και σχεδιοποιημένη τιμή», Μόσχα, 1970, σελ. 4.
20. Β. Σ. Νέμτσινοφ, «Για την περαιτέρω βελτίωση σχεδιοποίησης και διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας», 2η έκδοση, Μόσχα, 1965.
21. Β. Σ. Νέμτσινοφ, «Για την περαιτέρω βελτίωση σχεδιοποίησης και διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας», 2η έκδοση, Μόσχα, 1965.
22. Σ. Γκ. Στρουμίλιν, «Ο κόσμος μας μετά από 20 χρόνια», Μόσχα 1964, 202 σελίδες.
23. Β. Μόεβ, «Τα ηνία της διεύθυνσης», εκδόσεις «Πολιτίτσεσκοϊ Λιτερατούρι», 1997, σελ. 92.
24. «Τοβάριτς», Νο 41, Οκτώβριος 1997.
25. Για τη δουλιά του Κεντρικού Οικονομικο-μαθηματικού Ινστιτούτου. Εισήγηση του ακαδημαϊκού Ν. Π. Φεντορένκο, «Βέστνικ» ΑΕ ΕΣΣΔ, 1964, Νο 10, σελ. 4.
26. Για τη δουλιά του Κεντρικού Οικονομικο-μαθηματικού Ινστιτούτου. Εισήγηση του ακαδημαϊκού Ν. Π. Φεντορένκο, «Βέστνικ» ΑΕ ΕΣΣΔ, 1964, Νο 10, σελ. 10.
27. «Ο ακαδημαϊκός Β. Μ. Γκλουσκόφ – ο πιονέρος της κυβερνητικής», Κίεβο, 2003, σελ. 324.
28. IFIP: Διεθνής Συνομοσπονδία για την επεξεργασία πληροφοριών.
29. Σ. μ.: Λέγοντας «αριστερές» πηγές εισοδήματος οι σοβιετικοί εννοούσαν τις παράνομες πηγές (αυτά τα λεφτά έμπαιναν στην αριστερή τσέπη).
30. Β. Μόεβ, «Τα ηνία της διεύθυνσης», εκδόσεις «Πολιτίτσεσκοϊ Λιτερατούρι», 1977, σελ. 147.
31. Σ. μ.: Η OBKHSS ήταν υπηρεσία δίωξης οικονομικού εγκλήματος.
32. Β. Μόεβ, «Τα ηνία της διεύθυνσης», εκδόσεις «Πολιτίτσεσκοϊ Λιτερατούρι», 1977, σελ. 174.

ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ «ΓΙΑ ΤΑ 60 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΝΙΚΗ ΤΩΝ ΛΑΩΝ» 9 ΜΑΗ 1945


Ενα από τα μεγαλύτερα ιστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (1939 – 1945), σφραγίστηκε με τη νίκη των λαών κατά του φασιστικού ιμπεριαλιστικού μπλοκ Γερμανίας – Ιαπωνίας – Ιταλίας και των συμμάχων τους.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε διάρκεια 2.194 μέρες και απλώθηκε σε έκταση 22 εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων. Πάνω από 110 εκατομμύρια άνθρωποι επάνδρωσαν τους τακτικούς στρατούς. Οι νεκροί στον πόλεμο, στρατιωτικοί και μη, έφτασαν τα 50 εκατομμύρια.
Το ΚΚΕ τιμά όσες και όσους έδωσαν τη ζωή τους, έμειναν ανάπηροι ή αγωνίστηκαν με οποιονδήποτε τρόπο κατά των εισβολέων κατακτητών, στα πεδία των μαχών, στις πόλεις, στα βουνά, στις θάλασσες και στον αέρα, στην παρανομία. Εκείνους και εκείνες που πάλεψαν με το όπλο ή με την προκήρυξη, κράτησαν ηρωική στάση στα κρατητήρια και στα εκτελεστικά αποσπάσματα. Αυτούς που έκρυψαν αγωνιστές ή πήραν μέρος στις απεργίες, στις διαδηλώσεις και τα σαμποτάζ. Τους ανώνυμους μαχητές της Ευρώπης, της Ασίας, της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής, του Ειρηνικού και του Ατλαντικού Ωκεανού, της Μεσογείου. Ολες και όλοι έβαλαν το λιθαράκι τους, για να έρθει η νικηφόρα έκβαση.
Αποτίουμε φόρο τιμής στους νεκρούς από την πείνα, στα εκατομμύρια θύματα των φοβερών στρατοπέδων θανάτου, κάθε χώρου φρίκης, όπου η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο έφτασε στο αποκορύφωμα, με την απόλυτη απαξίωση της ανθρώπινης ύπαρξης.

Στη μεγάλη λαϊκή νίκη ήταν αποφασιστική, καθοριστική, η συμβολή της Σοβιετικής Ενωσης. Η προσφορά του λαού της, του σοβιετικού κράτους και των Ενόπλων Δυνάμεών της έχει καταγραφεί ως αθάνατη εποποιία.
Αξίζει αιώνια τιμή και δόξα στο Κομμουνιστικό Κόμμα των Μπολσεβίκων! Στους ηρωικούς Κομσομόλους! Στους άντρες, στις γυναίκες και τα παιδιά της χώρας του επαναστατικού Οχτώβρη!
Το ΚΚΕ τιμά τη συμβολή των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων στις κατεχόμενες καπιταλιστικές χώρες, στις πόλεις και τα χωριά. Τιμά τους ηρωικούς παρτιζάνους και τις «Διεθνείς Ταξιαρχίες», τους αγωνιστές στις κατακτήτριες χώρες, τα κινήματα λατινοαμερικανικών χωρών, που συγκέντρωναν βοήθεια προς τη Σοβιετική Ενωση.

Τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα καθήλωσαν 100άδες εχθρικές μεραρχίες. Προξένησαν σημαντικές καταστροφές στα στρατεύματα κατοχής, με την ηρωική πάλη τους, που στρεφόταν ταυτόχρονα κατά των κυβερνήσεων του «Αξονα» και των στρατιωτικοπολιτικών μηχανισμών τους σε κάθε κατεχόμενη χώρα.
Σε μια σειρά από χώρες της Ασίας και της Αφρικής (Ινδία, Ιράν, Ιράκ, Αλγερία, Μαρόκο κ.ά.), που βρίσκονταν κάτω από την αποικιοκρατική κυριαρχία της Μ. Βρετανίας, της Γαλλίας και του Βελγίου, η αντιφασιστική πάλη στόχευε και στην εξάλειψη της αποικιοκρατίας.
Τα λαϊκά κινήματα στη Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα ήταν από τα πιο μαζικά των κατεχόμενων χωρών. Πολύ σημαντικά στα Βαλκάνια ήταν το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα της Αλβανίας και το αντιφασιστικό της Βουλγαρίας.
Βασική δύναμη του τιτάνιου αγώνα, ψυχή και καθοδηγητής ήταν τα Κομμουνιστικά Κόμματα. Εκατομμύρια κομμουνιστές και κομμουνίστριες έδωσαν και τη ζωή τους για έναν καλύτερο κόσμο.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, όπως και ο πρώτος (1914 – 1918), γεννήθηκε στους κόλπους του καπιταλιστικού συστήματος, ως συνέπεια της μεγάλης όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων για το ξαναμοίρασμα του κόσμου. Γι’ αυτό και δε διεξήχθη αμιγώς ανάμεσα στα δύο αντίθετα κοινωνικοοικονομικά συστήματα, το σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό, παρότι κοινός εχθρός και στόχος όλων των καπιταλιστικών δυνάμεων ήταν η Σοβιετική Ενωση. Τη Σοβιετική Ενωση ήθελαν να εξαφανίσουν από προσώπου Γης.
Ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός, σε συνδυασμό με το νόμο της ανισόμετρης οικονομικής ανάπτυξης – άρα και της ανισόμετρης πολιτικής και στρατιωτικής δύναμης των καπιταλιστικών κρατών – που αναπόφευκτα γεννά και τον ανταγωνισμό για το μοίρασμα αγορών και σφαιρών επιρροής, οδήγησε στην εκ νέου αναβάθμιση κρατών στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, κυρίως της Γερμανίας και της Ιαπωνίας. Η ισχυροποίησή τους έδινε τη δυνατότητα, μαζί με την Ιταλία, να επιδιώξουν και να επιτύχουν την ανατροπή των σε βάρος τους αποτελεσμάτων του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Η ύπαρξη του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους, της ΕΣΣΔ, καθώς και η μεγάλη οικονομική κρίση του 1929 – 1933, που υπονόμευσε τη σταθερότητα του καπιταλιστικού συστήματος, όξυναν ακόμη περισσότερο τις αντιθέσεις ανάμεσα στα ισχυρότερα καπιταλιστικά κράτη.
Η κρίση του 1929 – 1933 επιτάχυνε τις ανακατατάξεις στο συσχετισμό των δυνάμεων, κυρίως οδήγησε στην παραπέρα στρατιωτικοποίηση της οικονομίας των ισχυρότερων καπιταλιστικών κρατών.
Η Γερμανία έγινε και πάλι μεγάλη οικονομική και στρατιωτική δύναμη, δύναμη κρούσης του διεθνούς ιμπεριαλισμού, χάρη και στην ενίσχυση που της παρείχαν οι νικήτριες καπιταλιστικές δυνάμεις του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, προκειμένου να τη στρέψουν κατά της Σοβιετικής Ενωσης. Βοηθήθηκε με όλους τους τρόπους, επειδή ήταν φανερό πως δε θα μπορούσε να επιτεθεί στηριγμένη μόνο στις δικές της δυνατότητες και των συμμάχων της.

Οικονομικοί γίγαντες των ΗΠΑ («Στάνταρτ Οϊλ», «Ντιπόν», «Φορντ» κ.ά.) συντέλεσαν ουσιαστικά στην ταχύτατη οικονομική ανόρθωση και στην ενδυνάμωση της Γερμανίας, με συμφέρουσες συναλλαγές. Πραγματοποίησαν τεράστιες επενδύσεις, χρηματοδότησαν αφειδώς το «εθνικοσοσιαλιστικό» κόμμα και την ανάπτυξη του εξοπλισμού και της στρατιωτικοποίησης της Γερμανίας, όπως έκαναν και τα γερμανικά μονοπώλια και οι τράπεζες («Κρουπ», «Τίσεν», «Φλικ», κ.ά.). Οικονομικοί κολοσσοί των ΗΠΑ, της Γαλλίας και της Βρετανίας συνέχισαν τις εμπορικές σχέσεις με τη Γερμανία και κατά τη διάρκεια του πολέμου. Στήριξη τα μονοπώλια («Τέξας Οϊλ», «Ρενό» κ.ά.) πρόσφεραν και στον Φράνκο.

Το φασιστικό – ναζιστικό τέρας είναι γέννημα των κεφαλαιοκρατικών αναγκών και στοχεύσεων, τις οποίες υπηρέτησαν τα συντηρητικά αστικά κόμματα, αλλά και τα σοσιαλδημοκρατικά.
Ενα από τα πολλά χαρακτηριστικά παραδείγματα της στάσης των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων είναι εκείνο της γαλλικής κυβέρνησης του «Λαϊκού Μετώπου» (με πρωθυπουργό τον Λεόν Μπλουμ), που βοήθησε πολιτικά τον Φράνκο στην επίθεση κατά του ισπανικού λαού και άφησε ανενόχλητη τη φασιστική οργάνωση στη Γαλλία. Και αυτά, την ίδια ώρα που η γαλλική αστική τάξη, πιο ειδικά οι μεγιστάνες της βιομηχανίας, μαζί με τους Γάλλους μεγαλογαιοκτήμονες, πολιτικές δυνάμεις τους και την Καθολική Εκκλησία, δημιουργούσαν, ενίσχυαν, εξόπλιζαν και ανέπτυσσαν τις φασιστικές οργανώσεις («Πύρινοι Σταυροί» κ.ά.).

Στην Ιταλία, ο σχηματισμός κυβέρνησης ανατέθηκε στον Μουσολίνι από το βασιλιά Βίκτωρ Εμμανουέλ (29 Οκτώβρη 1922), ενώ από το 1920 η ιταλική κυβέρνηση χρηματοδοτούσε τους «μελανοχίτωνες» και το Γενικό Επιτελείο Στρατού τους εφοδίαζε με όπλα.
Αυτός ο ρόλος των αστικών κομμάτων φάνηκε ακόμη πιο ανάγλυφα μετά το τέλος του πολέμου, όταν στελέχη του ναζισμού (στο στρατό, στο Δικαστικό Σώμα κ.λπ.) ανέλαβαν ηγετικούς ρόλους για την ανασύνταξη του γερμανικού («δημοκρατικού» πλέον) αστικού κράτους. Τέτοια στελέχη επιλέχθηκαν από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ για την επάνδρωση οργανώσεων στο πλαίσιο του σχεδίου «Stay Behind» («Γκλάντιο», «Κόκκινη Προβιά» κ.ά.).

Τα «εθνικοσοσιαλιστικά» κόμματα, αν και κόμματα των μονοπωλίων, με βαθύτατα αντικομμουνιστική – αντιλαϊκή, ανοιχτά τρομοκρατική και ρατσιστική πολιτική, χάρη σε μια σειρά από παράγοντες μπόρεσαν να παγιδεύσουν στις γραμμές τους τμήματα της εργατικής τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων και να αποκτήσουν έτσι ευρεία λαϊκή βάση.
Ενας βασικός λόγος, που συντέλεσε σε αυτό, ήταν και η κοινωνικοοικονομική κατάσταση των εργαζομένων. Η απότομη και εκτεταμένη εξαθλίωση, ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης και της κρίσης στη διαχείριση των συντηρητικών κομμάτων, δημιούργησε προϋποθέσεις πιο αντιδραστικής, σοβινιστικής στροφής λαϊκών δυνάμεων και της νεολαίας, εξαιτίας και της πολιτικής των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Οι στρατιές των ανέργων και των πεινασμένων εναπέθεσαν τις ελπίδες τους στα «εθνικοσοσιαλιστικά» κόμματα.

Η συνθηκολόγηση, που υποχρεώθηκε να υπογράψει η Γερμανία ως ηττημένη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου (Συνθήκη Βερσαλλιών – 28 Ιούνη 1919), είχε εξάψει τις ρεβανσιστικές επιδιώξεις της γερμανικής άρχουσας τάξης, η οποία χρησιμοποίησε στους σχεδιασμούς της και τα αισθήματα ταπείνωσης που διακατείχαν εκατομμύρια Γερμανούς.
Στο έδαφος αυτό κάρπισε η δημαγωγία για το «σοσιαλισμό», που τα «εθνικοσοσιαλιστικά» κόμματα δήθεν επιδίωκαν να φέρουν.
Καλλιεργήθηκαν ο φανατισμός και χίμαιρες ότι η λαϊκή ευημερία θα ερχόταν με τη δημιουργία μιας μεγάλης και ισχυρής Γερμανίας. Ετσι, με εκλογικές διαδικασίες, ο Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία (30 Γενάρη 1933).
Επιβεβαιώθηκε ότι οι αντικειμενικές συνθήκες, η οικονομική και η γενικότερη κρίση, δεν οδηγούν από μόνες τους σε πολιτικές εξελίξεις υπέρ του λαού. Αντίθετα, μπορούν να οδηγήσουν και σε μεγαλύτερη στρέβλωση των συνειδήσεων και στην εμφάνιση αντιδραστικών μαζικών κινημάτων.

Οι ΗΠΑ – Γαλλία – Βρετανία ανέχτηκαν την προσάρτηση της Αυστρίας (12 Μάρτη 1938) από τη Γερμανία. Της παραχώρησαν την Τσεχοσλοβακία (Σύμφωνο του Μονάχου, 30 Σεπτέμβρη 1938) και ουσιαστικά της παρέδωσαν την Πολωνία (1 Σεπτέμβρη 1939). Στο μεταξύ, η Ιαπωνία είχε καταλάβει ανενόχλητη τη Μαντζουρία (εισέβαλε στις 18 Σεπτέμβρη 1931) και η Ιταλία είχε κατακτήσει την Αιθιοπία (στις 3 Οκτώβρη 1935 εισέβαλε και στις 9 Μάη 1936 την προσάρτησε). Αργότερα κατέλαβε και την Αλβανία (7 Απρίλη 1939) και στις 28 Οκτώβρη 1940 επιτέθηκε κατά της Ελλάδας. Η κατάκτηση της Νορβηγίας, της Δανίας, της Φινλανδίας και του Βελγίου αποδείχτηκε για τη Γερμανία μια εύκολη υπόθεση, καθώς επέλαυνε απερίσπαστη.

Στις 26 Νοέμβρη 1936 μεταξύ της Γερμανίας και της Ιαπωνίας υπογράφτηκε σύμφωνο στρατιωτικής συνεργασίας, γνωστό και ως «αντικομιντέρν σύμφωνο». Στο «σύμφωνο κατά της Κομμουνιστικής Διεθνούς» προσχώρησαν σταδιακά η Ιταλία, η Μαντζουρία και οι Ουγγαρία, Ισπανία, Βουλγαρία, Κροατία, Δανία, Φινλανδία, Ρουμανία, Σλοβακία και Κίνα του Νανκίν.
Ισχυρή στήριξη πρόσφερε στην ενίσχυση της Γερμανίας και της Ιταλίας το Βατικανό, που συστάθηκε ως κράτος το 1929 από τον Μουσολίνι. Το Βατικανό αναγνώρισε αμέσως το Γ΄ Ράιχ. Στο πρόσωπο της Γερμανίας έβλεπε τη δύναμη που θα συντρίψει τη Σοβιετική Ενωση. Γι’ αυτό, όταν η Γερμανία κατέλαβε την Καθολική Πολωνία, το Βατικανό δεν αντέδρασε. Το ίδιο έκανε και για το ολοκαύτωμα των Εβραίων.

Στην Κροατία, η Καθολική εκκλησία ήταν από τους φανατικούς υποστηρικτές των Γερμανών κατακτητών. Παροιμιώδεις έχουν μείνει οι σφαγές που διέπραξε εναντίον αγωνιστών Κροατών. Ανάλογος ήταν και ο ρόλος της Εκκλησίας στην Ισπανία, εναντίον του «Δημοκρατικού Στρατού» στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου (1936 – 1939).
Το Βατικανό φυγάδευσε ηγέτες των ναζί στις ΗΠΑ και στην Αργεντινή μετά τη συντριβή της Γερμανίας, ενώ σε όλη τη διάρκεια του πολέμου επέμενε να δημιουργηθεί ενιαίο καπιταλιστικό μέτωπο κατά της ΕΣΣΔ.

Στις επίμονες και συνεχείς προσπάθειες της ΕΣΣΔ να συνάψουν αντιφασιστική συμμαχία, οι ΗΠΑ – Βρετανία – Γαλλία κρατούσαν αρνητική στάση. Ταυτόχρονα, συνέχιζαν την πολιτική της υπονόμευσης και επίθεσης εναντίον της.
Κατά τη σύγκρουση ΕΣΣΔ – Φινλανδίας (30 Νοέμβρη 1939 – 12 Μάρτη 1940) οι Αγγλογάλλοι οργάνωσαν πολεμική επιχείρηση εναντίον των στρατευμάτων της Σοβιετικής Ενωσης. Επενέβησαν στη Φινλανδία με μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις. Στα τέλη του 1939 σχεδίασαν το βομβαρδισμό των σοβιετικών εγκαταστάσεων πετρελαίου στο Μπατούμ. Και ενώ ο «Αξονας» κατακτούσε χώρες, οι ΗΠΑ κήρυσσαν «ουδετερότητα».

Οι ΗΠΑ – Βρετανία – Γαλλία υπολόγιζαν ότι μια πολεμική σύγκρουση της Γερμανίας με την ΕΣΣΔ θα οδηγούσε στην εξασθένιση και των δύο, ώστε να υπερισχύσουν εκείνες.
Από την άλλη, όταν η Γερμανία επιτέθηκε εναντίον της Γαλλίας, η γαλλική αστική τάξη προτίμησε να παραδώσει τη Γαλλία και στη συνέχεια να στηρίξει τη γερμανική κατοχή, αλλά και τη δική της εξουσία, με τη γαλλική κατοχική κυβέρνηση του Βισύ.
Εξίσου χαρακτηριστική ήταν η στάση τους και τότε που πρότειναν στη Σοβιετική Ενωση σχέδια συνθηκών κατά του «Αξονα», προκειμένου να κρατούν τα προσχήματα. Οι προτάσεις περιείχαν ετεροβαρείς υποχρεώσεις. Γινόταν προσπάθεια να αναλάβει η Σοβιετική Ενωση ολόκληρο το βάρος του πολέμου και εκείνες να μείνουν μακριά, ώστε να αποκτήσουν τη δυνατότητα να υπαγορεύσουν τους όρους τους στους εμπολέμους την κατάλληλη στιγμή.

Στις 29 Ιούλη 1939, η σοβιετική κυβέρνηση πρότεινε στις κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Βρετανίας να οργανωθεί στη Μόσχα σύσκεψη για να ξεπεραστούν οι πολιτικές δυσκολίες συνεννόησης. Ομως και αυτές οι συζητήσεις οδηγήθηκαν από τους ιμπεριαλιστές σε ναυάγιο.
Στις 23 Αυγούστου 1939 υπογράφτηκε το γερμανοσοβιετικό «σύμφωνο μη επίθεσης», 10χρονης διάρκειας, το γνωστό ως «σύμφωνο Μολότοφ – Ρίμπεντροπ». Πολύ αργότερα (13 Απρίλη 1941) υπογράφτηκε και το σοβιετοϊαπωνικό «σύμφωνο ουδετερότητας».
Το «σύμφωνο Μολότοφ – Ρίμπεντροπ» έχει δεχτεί πυρά από τους υποκριτικούς υπερασπιστές των ελευθεριών και από τους οπορτουνιστές. Αποκρύπτουν το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τα καπιταλιστικά κράτη, τόσο αυτά με αστικά δημοκρατικά πολιτεύματα, όσο και τα άλλα με φασιστικά, ενεργούσαν έχοντας στόχο την ανατροπή της σοβιετικής εξουσίας.

Το «σύμφωνο Μολότοφ – Ρίμπεντροπ» εξυπηρετούσε τη Σοβιετική Ενωση. Χρειαζόταν χρόνο, για να προετοιμαστεί καλύτερα μπροστά στην επικείμενη αναπόφευκτη πολεμική επίθεση.
Το «σύμφωνο» χρειαζόταν και στη Γερμανία, επειδή δεν μπορούσε να αποδυθεί σε πόλεμο με τη Σοβιετική Ενωση, δίχως να έχει προηγουμένως εξασφαλίσει την απαραίτητη οικονομική δύναμη. Διαφορετικά, έστω κι αν νικούσε, θα αποδυναμωνόταν κατά πολύ, με αποτέλεσμα να γίνει προβληματική έως αδύνατη η αντιμετώπιση από την πλευρά της των άλλων ανταγωνιστικών της καπιταλιστικών δυνάμεων με αξιώσεις νίκης.
Το σοβιετογερμανικό «σύμφωνο μη επίθεσης» διήρκεσε μέχρι την 22α Ιούνη 1941, οπότε η Γερμανία το παραβίασε και επιτέθηκε κατά της ΕΣΣΔ.

Οταν η Γερμανία κατέλαβε τη Γαλλία και τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, η τακτική της βρετανικής αστικής τάξης άλλαξε και ο Τσόρτσιλ αντικατέστησε στην πρωθυπουργία τον Τσάμπερλεν (Μάης 1940). Τότε ουσιαστικά η Βρετανία μπήκε στον πόλεμο κατά της Γερμανίας, αν και τυπικά, μαζί με τη Γαλλία, τον είχαν κηρύξει από το 1939, δίχως όμως να τον διεξάγουν!… Επρόκειτο για ένα «παράξενο πόλεμο», όπως έχει χαρακτηριστεί.
Στη συνέχεια, τον πόλεμο κατά των Γερμανίας – Ιαπωνίας – Ιταλίας κήρυξαν και οι ΗΠΑ μετά την επίθεση της Ιαπωνίας (7 Δεκέμβρη 1941) εναντίον τους στο Περλ Χάρμπορ του Ειρηνικού. Πέραν των άλλων συγκρούονταν στην Απω Ανατολή τα συμφέροντα των ιαπωνικών μονοπωλίων με τα αντίστοιχα των αμερικανικών.

Ωστόσο, και εκείνα τα χρόνια και αργότερα δεν έλειψαν οι μεταξύ τους προσπάθειες συνεννόησης, για να αντιμετωπιστεί η Σοβιετική Ενωση. Ακόμη και τους τελευταίους μήνες του πολέμου, όταν ο Τσόρτσιλ ζητούσε από τον Στάλιν να παρατάξει τη μέγιστη δύναμη κατά της Γερμανίας, ακόμη και τότε τα εγγλέζικα και τα αμερικανικά στρατεύματα άφηναν ανενόχλητα τα γερμανικά, που εγκατέλειπαν κατακτημένες χώρες, ώστε απερίσπαστα να αντιμετωπίσουν τον Κόκκινο Στρατό.
Δείγμα των στόχων τους ήταν και ότι μετά τη δημιουργία του «αντιφασιστικού συμφώνου», μεταξύ της Σοβιετικής Ενωσης και της Βρετανίας (12 Ιούλη 1941), οι ΗΠΑ – Βρετανία δεν άνοιγαν δεύτερο μέτωπο στην Ευρώπη κατά του «Αξονα».
ΗΠΑ και Βρετανία συγκροτούσαν τη μεγαλύτερη οικονομική και στρατιωτική δύναμη. Γνώριζαν πως η Γερμανία δεν ήταν σε θέση να διεξάγει μακρόχρονο πόλεμο. Ελεγχαν τις βασικές πηγές των πρώτων υλών και τις θαλάσσιες μεταφορές.

Το 1944 ήταν η χρονιά που η Σοβιετική Ενωση καταδίωκε τις γερμανικές στρατιές από τα εδάφη της. Είχε γίνει φανερό ότι ο Κόκκινος Στρατός προετοιμαζόταν να απελευθερώσει και τις κατεχόμενες χώρες της Ευρώπης. Τότε οι ΗΠΑ – Βρετανία υποχρεώθηκαν να ανοίξουν το δεύτερο μέτωπο στην Ευρώπη, μόλις στις 6 Ιούνη 1944, με την απόβαση στη Νορμανδία. Φοβούνταν, δικαιολογημένα, ότι μπορούσε ο Κόκκινος Στρατός να μπει μόνος στο Βερολίνο, στην καρδιά και το στρατηγικό κόμβο της Ευρώπης, χώρο σκληρής ταξικής σύγκρουσης για τον έλεγχό του. Επομένως, δε χωρούσε άλλη κωλυσιεργία.
Ετσι ξεκίνησε ένας αγώνας δρόμου, ποιος θα φτάσει πρώτος, για να καταλάβει τη γερμανική πρωτεύουσα.
Στις 2 Μάη 1945 η Κόκκινη Σημαία υψώθηκε στη Γερμανική Βουλή (Ράιχσταγκ). Στις 8 του ίδιου μήνα, η Γερμανία συνθηκολόγησε άνευ όρων. Τέσσερις μήνες αργότερα, μετά την επίθεση και της Σοβιετικής Ενωσης εναντίον της, η Ιαπωνία συνθηκολόγησε (2 Σεπτέμβρη 1945). Νωρίτερα οι ΗΠΑ, δίχως να υπάρχει στρατιωτική ανάγκη, έριξαν την ατομική βόμβα στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι (6 και 9 Αυγούστου 1945).
Επρόκειτο για ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού κατά της ανθρωπότητας στον 20ό αιώνα.

Η Σοβιετική Ενωση, με την καθοδήγηση του ΚΚΣΕ, που είχε ΓΓ της ΚΕ τον Ι. Β. Στάλιν, σήκωσε το κύριο βάρος του αγώνα.
Συνολικά στο Ανατολικό μέτωπο καταστράφηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν 607 γερμανικές μεραρχίες, που σημαίνει ότι οι ναζί είχαν εκεί μέχρι και τετραπλάσιες απώλειες σε σύγκριση με όλα τα άλλα μέτωπα μαζί (Β. Αφρική, Δ. Ευρώπη, Ιταλία).
Σε περισσότερα από 30 εκατομμύρια έφθασαν οι ανθρώπινες θυσίες της Σοβιετικής Ενωσης μαζί με τους ανάπηρους και τους τραυματισμένους. 20 εκατομμύρια ήταν οι νεκροί της, ανάμεσά τους το άνθος των κομμουνιστών, που έδωσαν ό,τι πολυτιμότερο για τη σωτηρία της σοσιαλιστικής πατρίδας. Αντίστοιχα, οι νεκροί της Βρετανίας ανέρχονταν σε 375.000. Των ΗΠΑ σε 405.000.
Τρομακτικές ήταν ακόμη και οι άλλες καταστροφές που υπέστη η ΕΣΣΔ: 1.710 πόλεις μετατράπηκαν σε σωρούς ερειπίων. Κάηκαν 70.000 χωριά και κεφαλοχώρια. Καταστράφηκαν ολοκληρωτικά ή εν μέρει 32.000 βιομηχανικές επιχειρήσεις και 65.000 χιλιόμετρα σιδηροδρομικών γραμμών. Καταληστεύτηκαν 98.000 κολχόζ, 5.000 σοβχόζ και μηχανοτρακτερικοί σταθμοί, χιλιάδες νοσοκομεία, σχολεία, ανώτερα ιδρύματα και βιβλιοθήκες.

Η γιγάντια συμβολή της Σοβιετικής Ενωσης στη νίκη κατά της Γερμανίας και των συμμάχων της επιτεύχθηκε χάρη: Στο ρόλο της εργατικής σοβιετικής εξουσίας στη δημιουργία και στην οργάνωση της αμυντικής θωράκισης της Σοβιετικής Ενωσης. Στα πλεονεκτήματα που προσφέρει η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και ο κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο των λαϊκών μαζών, με ηγέτιδα δύναμη την εργατική τάξη. Στο ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος ως επαναστατικής εργατικής πρωτοπορίας.
Αν η Σοβιετική Ενωση δεν είχε διανύσει πριν από τον πόλεμο, στη διάρκειά του και σε ελάχιστο χρόνο μια τεράστια απόσταση στο δρόμο της συνειδητά σχεδιασμένης κοινωνικοοικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης, της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, θα ήταν αδύνατη η σωτηρία της. Στη μάχη του Στάλινγκραντ, που αποτέλεσε τη ριζική στροφή προς τη νίκη, νικητής ήταν ο σοσιαλισμός και όχι η παγωνιά του ρωσικού χειμώνα, όπως προβάλλεται σκόπιμα από διάφορες πλευρές.
Η κολοσσιαία προσπάθεια του νεαρού σοβιετικού κράτους αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, αν συνυπολογιστεί ότι πραγματοποιήθηκε σε συνθήκες καπιταλιστικής περικύκλωσης, εμπορικού αποκλεισμού, ιμπεριαλιστικής προετοιμασίας νέου παγκόσμιου πολέμου, αποβολής της ΕΣΣΔ από την Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ), ανοιχτής παραβίασης διεθνών συμφωνιών και υπονόμευσης από οργανωμένες αντεπαναστατικές εγχώριες αστικές δυνάμεις, ακόμη και μέσα στον στρατό, καθώς και από τη διαβρωτική, υπονομευτική δράση του οπορτουνισμού, με τη μορφή κυρίως του τροτσκισμού.

Τα Κομμουνιστικά Κόμματα ακολούθησαν τη γραμμή της συγκρότησης των «αντιφασιστικών μετώπων», την οποία επεξεργάστηκε και πρόβαλε ενιαία η «Κομμουνιστική (ή Τρίτη) Διεθνής» στο 7ο Συνέδριό της (25 Ιούλη έως 21 Αυγούστου 1935).
Κάθε ΚΚ, πρωτοστατώντας στην πάλη στη δική του χώρα, υπεράσπιζε ταυτόχρονα τη Σοβιετική Ενωση, τη νέα σοσιαλιστική κοινωνία, που είχε γίνει φάρος και ελπίδα όλων των λαών.
Στα μέσα του πολέμου (13 Μάη 1943) η «Κομμουνιστική Διεθνής» αποφάσισε την αυτοδιάλυσή της και στις 15 του ίδιου μήνα απευθύνθηκε στα ΚΚ με τη σχετική πρόταση, που εγκρίθηκε ομόφωνα, τότε ή αργότερα.
Αυτή η απόφαση αδυνάτιζε ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα για αυτοτελή ενιαία στρατηγική του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος απέναντι στη στρατηγική του διεθνούς ιμπεριαλισμού.
Η όλη εξέλιξη έδειξε ότι στις χώρες της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης η αντιφασιστική πάλη οδήγησε στην ανατροπή της αστικής εξουσίας και με την άμεση διεθνιστική στήριξη των λαϊκών κινημάτων από τον Κόκκινο Στρατό. Ωστόσο, στην καπιταλιστική Δύση τα ΚΚ δεν κατόρθωσαν να διαμορφώσουν στρατηγική μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου ή του απελευθερωτικού αγώνα σε πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας. Βρέθηκαν αδύναμα απέναντι στην ευελιξία της αστικής τάξης της χώρας τους να διαμορφώνει συμμαχίες υπεράσπισης της εξουσίας της και να αναδιατάσσει έγκαιρα τις διεθνείς συμμαχίες της. Δεν έχουν διερευνηθεί ακόμη όλοι οι παράγοντες που οδήγησαν στην απόφαση της αυτοδιάλυσης.

Οταν τα στρατεύματα της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Βουλγαρίας κατέκτησαν την Ελλάδα και οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα (27 Απρίλη 1941), οι κομμουνιστές που δραπέτευσαν από τους τόπους εξορίας, όπου τους κρατούσε η κυβέρνηση Μεταξά, καθώς και άλλοι, που δρούσαν στην παρανομία, έσπευσαν να ανασυγκροτήσουν το ΚΚΕ και να οργανώσουν την Αντίσταση κατά των κατακτητών.

Με πρωτοβουλία του ΚΚΕ δημιουργήθηκε το Εργατικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΕΑΜ – 16 Αυγούστου 1941) και στις 27 Σεπτέμβρη του 1941 το ΕΑΜ. Στις 16 Φλεβάρη 1942 δημιουργήθηκε το ένοπλο τμήμα του, ο ΕΛΑΣ, με καπετάνιο τον Αρη Βελουχιώτη. Λίγο αργότερα (23 Φλεβάρη 1943) ιδρύθηκε η Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων, η θρυλική ΕΠΟΝ, που συσπείρωσε στις γραμμές της την πλειοψηφία της νεολαίας. Δίπλα σε αυτές τις οργανώσεις έδρασαν η Εθνική Αλληλεγγύη, η Επιμελητεία του Αντάρτη και ο φρουρός των λαϊκών αγωνιστών, η Οργάνωση για την Προστασία του Λαϊκού Αγώνα (ΟΠΛΑ). Το Μάρτη του 1943 ιδρύθηκε στο Λονδίνο η Ομοσπονδία Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργανώσεων (ΟΕΝΟ), με πρωτοβουλία της Κομματικής Οργάνωσης Ναυτεργατών του ΚΚΕ (ΚΟΝ). 2.500 Ελληνες ναυτεργάτες έδωσαν τη ζωή τους στη διάρκεια του πολέμου, πειθαρχώντας στο μαχητικό σύνθημα της ΟΕΝΟ «ΚΡΑΤΕΙΤΕ ΤΑ ΠΛΟΙΑ ΕΝ ΚΙΝΗΣΕΙ».

Σημαντική ήταν και η συμβολή του Εθνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Ναυτικού (ΕΛΑΝ), που δημιουργήθηκε το 1943. Πλησιάζοντας η απελευθέρωση, το ΕΛΑΝ διέθετε 100 σκάφη με περισσότερους από 1.200 μαχητές ναύτες και αξιωματικούς.
Των παραπάνω ιστορικών γεγονότων είχε προηγηθεί (31 Οκτώβρη 1940) το «ανοιχτό γράμμα προς τον ελληνικό λαό» του Νίκου Ζαχαριάδη, Γενικού Γραμματέα της ΚΕ του ΚΚΕ, από τα μπουντρούμια της Κρατικής Ασφάλειας, που χάραξε τη γραμμή της πάλης στον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Στη γραμμή του «ανοιχτού γράμματος» κινήθηκε σε συνέχεια και η δράση του ΕΑΜ.
Το ΚΚΕ είχε βγει βαριά χτυπημένο από τη βασιλομεταξική δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936. Η Κρατική Ασφάλεια μπόρεσε να διαμορφώσει την «Προσωρινή Διοίκηση» σε ρόλο καθοδηγητικού οργάνου του Κόμματος, η οποία εξέδιδε τον κατευθυνόμενο «Ριζοσπάστη»! Αυτό το όργανο αποτελέστηκε από στελέχη του ΚΚΕ που είχαν περάσει στην υπηρεσία του ταξικού εχθρού, καθώς και από άλλα, που, εν αγνοία τους, είχαν πέσει στην παγίδα.

Στο ίδιο διάστημα, με πρωτοβουλία στελεχών του ΚΚΕ, είχε συγκροτηθεί η «Παλιά Κεντρική Επιτροπή», που λειτουργούσε ως καθοδηγητικό όργανο του Κόμματος.
Το ΚΚΕ είχε στερηθεί τις σημαντικές υπηρεσίες εκατοντάδων στελεχών του, τα οποία η κυβέρνηση Μεταξά παρέδωσε στους Γερμανούς, καθώς και του Γενικού Γραμματέα του, που επίσης τον παρέδωσε στην Γκεστάπο και αυτή τον έστειλε στο στρατόπεδο Νταχάου.
Οι πολιτικές δυνάμεις, που μαζί με το ΚΚΕ συγκρότησαν το ΕΑΜ, ήταν η «Ενωση Λαϊκής Δημοκρατίας» (ΕΛΔ), το «Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας» (ΣΚΕ) και το «Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας» (ΑΚΕ).

Στο ΕΑΜ – μεμονωμένα, όχι ως παράταξη – προσχώρησαν και βενιζελικά στοιχεία, καθώς και ορισμένοι φιλοβασιλικοί παράγοντες. Προσχώρησε και τμήμα του λαϊκού κλήρου, αλλά και επιφανείς ανώτεροι κληρικοί, σε αντίθεση με τον αντιλαϊκό ρόλο που έπαιξε η πλειοψηφία της επίσημης Εκκλησίας. Προσχώρησαν ακόμη και ορισμένοι μόνιμοι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί. Υπήρξε κι ένα πολύ μικρό τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου που συνεργάστηκε με το ΕΑΜ, δίχως να προσχωρήσει (Σβώλος κ.ά.).
Στο ΕΑΜ συσπειρώθηκε η μεγάλη πλειοψηφία του λαού (εργατική τάξη, μικρομεσαία αγροτιά, μεσαία στρώματα της πόλης). Το ΚΚΕ υπήρξε η ψυχή, η καθοδηγητική δύναμη και ο κύριος αιμοδότης της ΕΑΜικής Αντίστασης. Η Καισαριανή, το Κούρνοβο, το Χαϊδάρι, η Ακροναυπλία, ο Αϊ – Στράτης είναι μερικοί μόνο από τους τόπους της θυσίας.
Το ΕΑΜ έσωσε το λαό από την πείνα. Δημιούργησε φύτρα εξουσίας στις απελευθερωμένες περιοχές (Αυτοδιοίκηση, Λαϊκή Δικαιοσύνη). Τροφοδότησε τη λαϊκή πολιτιστική ανάταση. Στις 10 Μάρτη 1944 ορκίστηκε η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), το κεντρικό πολιτικό όργανο διοίκησης των απελευθερωμένων περιοχών.
Μετά από εκλογές (23 Απρίλη 1944), που έγιναν στις συνθήκες της Κατοχής, εκλέχτηκε το «Εθνικό Συμβούλιο» με έδρα τις Κορυσχάδες (30 Απρίλη 1944). Στις εκλογές ψήφισαν για πρώτη φορά οι γυναίκες και οι νέοι από 18 χρόνων. Συμμετείχαν περίπου 1.800.000 ψηφοφόροι, δίχως να υπολογίζονται τα αποτελέσματα της Κρήτης, της Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης και των νησιών του Αιγαίου. Σημειώνεται ότι στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 1936 είχαν πάρει μέρος 1.000.000 ψηφοφόροι.

Χάρη στο ΕΑΜ δε στάλθηκε ούτε ένας εργάτης για να δουλέψει στα γερμανικά εργοστάσια, με εξαίρεση αυτούς που είχαν συλλάβει ομήρους οι Γερμανοί. Χάρη στο ΕΑΜ δε στάλθηκε ούτε ένας για να πολεμήσει κατά της Σοβιετικής Ενωσης.
Η δράση του ΕΑΜ περιλάμβανε όλες τις μορφές πάλης: Απεργίες, διαδηλώσεις, συλλαλητήρια, διαβήματα, ένοπλη οργάνωση. Πλατιά και πολλές φορές πρωτότυπη ήταν η μαζική προπαγανδιστική δουλιά του.
Ο ΕΛΑΣ καθήλωσε 8 έως και 12 εχθρικές μεραρχίες. Προξένησε στους κατακτητές απώλειες 30.000 νεκρούς και συνέλαβε 6.500 αιχμαλώτους. Κατέστρεψε 37 μεγάλες γέφυρες, 85 ατμομηχανές, 1.000 περίπου βαγόνια και 1.000 αυτοκίνητα. Το σύνολο σχεδόν του οπλισμού του προερχόταν από τις επιχειρήσεις του εναντίον των Γερμανών και των Ιταλών. Την Ανοιξη του 1944 ο ΕΛΑΣ είχε υπό τον έλεγχό του τα 2/3 της χώρας και τη στιγμή της απελευθέρωσης περισσότερο από το 90% του εδάφους.
Στη διάρκεια του πολέμου οι νεκροί από τον ελληνικό πληθυσμό έφθασαν συνολικά τους 405.000 (θάνατοι από την πείνα, εκτελεσμένοι, νεκροί του ελληνοϊταλικού και του ελληνογερμανικού πολέμου, χιλιάδες που εξοντώθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης – κυρίως Εβραίοι της Θεσσαλονίκης – κ.ά.).

Ενα τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου επέλεξε το δρόμο της ανοιχτής συνεργασίας με τους κατακτητές. Ηταν οι γνωστοί «δοσίλογοι», που σχημάτισαν τις κατοχικές κυβερνήσεις με πρωθυπουργούς κατά σειρά τους Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλο και Ι. Ράλλη. Με την ενίσχυσή τους σχηματίστηκαν το «Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας», η «Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωσις» (ΕΣΠΟ), η «Οργάνωσις Εθνικών Δυνάμεων Ελλάδος» (ΟΕΔΕ) κ.ά.
Η κυβέρνηση Ράλλη δημιούργησε τα «Τάγματα Ασφαλείας» (Νοέμβρης 1943), προκειμένου να ισχυροποιηθεί η δράση κατά του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Μεταξύ των πρωτεργατών της δημιουργίας τους ήταν ο «φιλελεύθερος» στρατιωτικός δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος και ο Στυλιανός Γονατάς, υπαρχηγός του «Κόμματος των Φιλελευθέρων». Παράλληλα, δρούσε η οργάνωση «Χ» και άλλες, στηρίγματα του αστικού κράτους και διώκτες του αγωνιζόμενου λαού. Στα «Τάγματα Ασφαλείας» προσχώρησαν και βενιζελικοί αξιωματικοί. Παρόμοιες ένοπλες οργανώσεις είχαν δημιουργηθεί και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας.

Ενα άλλο τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου, μαζί και το Παλάτι, διέφυγε στο εξωτερικό, παίρνοντας τεράστιες ποσότητες κρατικών αποθεμάτων σε χρυσό. Εγκαταστάθηκε στην Αίγυπτο, από όπου ανέπτυσσε ιδιαίτερες σχέσεις με τους Εγγλέζους συμμάχους, σχεδιάζοντας τον εγκλωβισμό του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ σε κινήσεις που θα οδηγούσαν στη μεταπολεμική ανόρθωση της αστικής εξουσίας στην Ελλάδα.
Το ρόλο της υπονόμευσης του ΕΑΜ διεκπεραίωνε και η εγγλέζικη στρατιωτική αποστολή στα ελληνικά βουνά. Σε αυτό το πλαίσιο χρηματοδότησε και στήριξε πολιτικά και στρατιωτικά τη δημιουργία (Οκτώβρης 1941) και τη δράση του Εθνικού Δημοκρατικού Ελληνικού Συνδέσμου (ΕΔΕΣ), ηγετικά στελέχη του οποίου συνεργάζονταν και με τους Γερμανούς, ενώ άλλα κατατάχθηκαν και στα «Τάγματα Ασφαλείας». Παράλληλα, οι Εγγλέζοι αξιοποιούσαν και άλλες πολιτικές και στρατιωτικές οργανώσεις, όπως η ΕΚΚΑ («Εθνική Και Κοινωνική Απελευθέρωση», που ιδρύθηκε το Νοέμβρη του 1942).

Το μεγαλύτερο τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου της εποχής συγκαταλέγεται στους απόντες του αγώνα: Ο Γ. Καφαντάρης των «Προοδευτικών», ο Ι. Σοφιανόπουλος του «Αγροτικού Κόμματος», ο Γ. Παπανδρέου του «Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος», ο Παν. Κανελλόπουλος του «Εθνικού Ενωτικού Κόμματος» κ.ά., απείχαν. Οι περισσότεροι πήγαν στην Αίγυπτο λίγο πριν από το τέλος του πολέμου και ηγήθηκαν των διπλωματικών και άλλων επιχειρήσεων για την ανάκτηση της εξουσίας μετά τον πόλεμο.
Ο Γ. Καφαντάρης αρνήθηκε πρόταση του ΚΚΕ να προσχωρήσει στην Αντίσταση. Το ίδιο και ο Γ. Παπανδρέου, στον οποίο προτάθηκε να ηγηθεί του ΕΑΜ. Εξάλλου, από τη Νίκαια της Γαλλίας, όπου βρισκόταν στη διάρκεια της Κατοχής, ο Ν. Πλαστήρας κάλεσε, με επιστολή του, το λαό να συνεργαστεί με τους κατακτητές.

Μετά τη νίκη της αντεπανάστασης στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες (1989 – 1991), ξεκίνησε μια πιο συντονισμένη παγκόσμια προσπάθεια
αναθεώρησης της ιστορίας του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ενταγμένη σε γενικότερο σχεδιασμό ιδεολογικής επίθεσης που διαρκεί.
Επιχειρεί να μειώσει ή και να σβήσει την προσφορά του Κομμουνιστικού Κινήματος στους λαούς όλου του κόσμου. Επιδιώκει να δηλητηριάσει τη συνείδηση των νεότερων γενεών, να τις καταστήσει ευάλωτες στη μαύρη προπαγάνδα. Να χειραγωγήσει μαζικά τις νεότερες γενιές στα σημερινά εγκλήματα της ιμπεριαλιστικής τάξης. Κυρίως, αποτελεί παγκόσμια ιδεολογική και πολιτική δράση των δυνάμεων του κεφαλαίου, προκειμένου να υψωθούν απέραστα τείχη, για να μη βγει ο κόσμος από το πισωγύρισμα όπου τον έφερε η αντεπανάσταση του 1989 – 1991.
Τα «κέντρα» της «αναθεώρησης της ιστορίας» συγκαλύπτουν συνειδητά ότι οι άδικοι πόλεμοι ξεπηδούν από τη φλέβα του καπιταλιστικού συστήματος. Οτι δεν οφείλονται σε κάποιους μανιακούς, όπως διάφοροι παρουσιάζουν τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι. Οι πόλεμοι γίνονται, επειδή υπάρχει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Ταυτόχρονα, αποσιωπούν το γεγονός ότι η ΕΣΣΔ κατέβαλε μεγάλες και πολύχρονες προσπάθειες για να αποσοβηθεί η πολεμική έκρηξη. Οτι ακολουθούσε με συνέπεια πολιτική ειρήνης, επειδή μόνο απ’ αυτήν είχε συμφέρον για να οικοδομηθεί η σοσιαλιστική κοινωνία. Εχοντας καταργήσει την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, είχε καταργήσει και το κίνητρο της συμμετοχής στο μοίρασμα και στο ξαναμοίρασμα του κόσμου. Η Σοβιετική Ενωση υποχρεώθηκε να διεξάγει έναν πόλεμο που προκάλεσε ο ιμπεριαλισμός και που η ίδια, βεβαίως, δεν τον ήθελε.
Η Σοβιετική Ενωση διεξήγαγε έναν πόλεμο δίκαιο. Το γεγονός ότι επιδίωξε και βοήθησε να αξιοποιήσουν λαϊκά αντιστασιακά κινήματα την ήττα του «Αξονα», για να ανοίξουν δρόμο προς τα εμπρός, πρέπει να υπολογιστεί στη θετική στάση της προς όφελος των λαών. Κι εξάλλου οι λαοί υπέφεραν από το σύνολο των καπιταλιστικών κρατών, των εμπρηστών του πολέμου.
Κρύβουν επίσης επιμελώς ότι ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος αναθέρμανε τις ελπίδες των αντεπαναστατικών δυνάμεων στη Σοβιετική Ενωση. Τον είδαν ως τη μεγάλη ευκαιρία για την παλινόρθωση του καπιταλισμού και συμμάχησαν με τους Γερμανούς.

Τα αντικομμουνιστικά «κέντρα» ονοματίζουν σήμερα την Αντίσταση τρομοκρατία! Εμφανίζουν ως σφαγές αμάχων την παραδειγματική τιμωρία των «δοσίλογων». Και εντοπίζουν, ως βασική αιτία της δημιουργίας οργανώσεων τύπου «Ταγμάτων Ασφαλείας» και της συνεργασίας με τους κατακτητές, την ανάγκη «αθώων να προστατευτούν από το αιματηρό όργιο που εξαπέλυσαν εναντίον τους οι Κομμουνιστές»!
Αντιστρέφουν πλήρως την πραγματικότητα. Γιατί δεν είναι μόνο οι δυνάμεις του «Αξονα» που διέπραξαν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Είναι και οι κυβερνήσεις των «δημοκρατικών» ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Από τα πιο χαρακτηριστικά εγκλήματα των ΗΠΑ – Βρετανίας ήταν ο βομβαρδισμός της Δρέσδης (13 προς 14 Φλεβάρη 1945), στη διάρκεια του οποίου η πόλη μεταμορφώθηκε σε σωρούς ερειπίων, χάθηκαν πάνω από 120.000 άνθρωποι και καταστράφηκε ανυπολόγιστης αξίας πολιτιστικός πλούτος. Κι αυτό, παρότι ο βομβαρδισμός της Δρέσδης δεν είχε στρατιωτική σημασία. Ενώ σήμερα δε λείπουν και εκείνοι που ισχυρίζονται ότι η Δρέσδη βομβαρδίστηκε μετά από απαίτηση του Στάλιν!! Ομως, τα εργοστάσια της Γερμανίας, όπου οι ΗΠΑ είχαν επενδύσεις, παρέμειναν άθικτα…

Τα νέα στοιχεία που έρχονται στο φως, επιβεβαιωμένα και από αστούς ιστοριογράφους, αποδείχνουν ότι αποτελεί ταξική υπέρ του ιμπεριαλισμού προπαγάνδα ο ισχυρισμός των «αναθεωρητών της ιστορίας» και των οπορτουνιστών, πως ο σοβιετικός λαός έδρασε στον πόλεμο υπό την πίεση ενός συγκεντρωτικού και αυταρχικού πολιτικού συστήματος.
Τέτοια έκρηξη αυτενέργειας, όπως εκείνη που έδειξε το μεγαλύτερο τμήμα του σοβιετικού λαού, τέτοια προσήλωση στο στόχο και συνειδητή πειθαρχία δεν μπορούν να υπάρξουν σε συνθήκες τρόμου σε βάρος του λαού. Αλλά και τέτοιας έκτασης και βάθους γιγάντιες στρατιωτικές επιχειρήσεις, όπως αυτές που διεξήγαγε ο Κόκκινος Στρατός, ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθούν δίχως την αυτονομία στη δράση και την ελεύθερη επιλογή από τους πολιτικούς και στρατιωτικούς ιθύνοντες κάθε χώρου.

Αυτή η πραγματικότητα δεν κατασκευάζεται με «ιδεολογικές παρωπίδες της ψυχροπολεμικής εποχής», όπως υποστηρίζουν οι «αναθεωρητές». Είναι η πραγματικότητα, που μόνο η ιδεολογική «παγκοσμιοποιημένη» σκοπιμότητα του κεφαλαίου μπορεί να αγνοεί.
Οι ταξικές κοινωνικές αντιθέσεις υπάρχουν αντικειμενικά, είναι ασυμφιλίωτες και καμιά εκστρατεία για την εμπέδωση της «ταξικής συνεργασίας» δεν είναι σε θέση να τις εξαφανίσει. Η προσπάθεια να κατασυκοφαντηθεί η ταξική πάλη και οι αξίες της θα πέσει στο κενό.
Από αυτή την άποψη, δεν αντέχει στην κριτική μια από τις βασικές μεθοδολογικές αρχές των «αναθεωρητών» της ιστορίας, να «εξηγήσουν» τα ιστορικά γεγονότα με τον εξορκισμό της πάλης των τάξεων, που την ονοματίζουν ξεπερασμένη, μετά την κορύφωση των αντεπαναστατικών εξελίξεων του 1989 – 1991. Κρύβουν, και με αυτόν τον τρόπο, ότι στο όνομα της αντικειμενικότητας, που την υπηρετεί δήθεν η αταξική θεώρηση των πραγμάτων, υπηρετούν οι ίδιοι την αστική πολιτική.

Σήμερα, στα κράτη της καπιταλιστικής παλινόρθωσης της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης, η ιδεολογική και πολιτική τρομοκρατία εκφράζεται με την αναστήλωση των χιτλερικών συμβόλων, τις διώξεις κομμουνιστών, τις διακρίσεις σε βάρος τους.
Εξέχοντα ρόλο στο σβήσιμο της ιστορικής μνήμης παίζει η Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ). Πρωτοστατώντας στην αντικομμουνιστική υστερία καθιέρωσε την 9η Μάη ως «Ημέρα της Ευρώπης», απαλείφοντας την «Ημέρα της νίκης των λαών»!
Η ανάρτηση της κόκκινης σημαίας στο Ράιχσταγκ, γενικά ο ρόλος της Σοβιετικής Ενωσης, συνεχίζουν να είναι καρφί στο μάτι του ιμπεριαλισμού. Καθόλου τυχαίο ότι η εκδίωξη των γερμανικών στρατευμάτων από τον Κόκκινο Στρατό και η απελευθέρωση των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, ονοματίζεται από τους «αναθεωρητές» κατοχή! Στη Γερμανία και στην Αυστρία οι λιποτάκτες του γερμανικού στρατού, που αυτομόλησαν στους αντιπάλους, κυρίως στο Σοβιετικό Στρατό, ουσιαστικά θεωρούνται «εθνική ντροπή»! Φασίστες αποκαθίστανται υλικά και ηθικά ως «εθνικοί ήρωες»!

Καμία πλαστογραφία δε θα σβήσει τις εποποιίες: Του Στάλινγκραντ, του Λένινγκραντ, της Μόσχας, του Κουρσκ, της Σεβαστούπολης, όλων των ηρωίδων πόλεων. Των μικρότερων και μεγάλων μαχών του Κόκκινου Στρατού, του Κόκκινου Ναυτικού, της Κόκκινης Αεροπορίας, των παρτιζάνων στα μετόπισθεν, τον απίστευτο ηρωισμό εκατομμυρίων. Των οικοδόμων του σοσιαλισμού, που μετέφεραν στα ενδότερα της Σοβιετικής Ενωσης χιλιάδες εργοστάσια και επιχειρήσεις των δυτικών περιοχών, για να συνεχιστεί η παραγωγή. Των οικοδόμων του σοσιαλισμού που, μεσούντος του πολέμου, έχτιζαν από την αρχή τις ερειπωμένες περιοχές, όταν οι γερμανικές στρατιές τις εγκατέλειπαν νικημένες.
Αποτελεί χρέος των κομμουνιστών και κάθε προοδευτικού επιστήμονα που σέβεται την αλήθεια, κάθε εργαζόμενου, να αποκρούσει αποφασιστικά: Την παραχάραξη της ιστορίας. Την κατευθυνόμενη από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα επιχείρηση «αποϊδεολογικοποίησης» της ιστοριογραφίας. Τη συκοφαντική ταύτιση του κομμουνισμού με το φασισμό, του Στάλιν με τον Χίτλερ, παρότι γνωρίζουν την πραγματικότητα.

Πρόκειται για τα ίδια «κέντρα» που έφτασαν να επικρίνουν ακόμη και τον Τσόρτσιλ, επειδή συμμάχησε με τον Στάλιν!
Παράλληλα, συνεχίζεται η αναπαραγωγή των προπαγανδιστικών αστικών επιχειρημάτων, που υποστηρίζονται ένθερμα από τον οπορτουνισμό, για το «μοίρασμα του κόσμου», που δήθεν συμφωνήθηκε στη Γιάλτα (11 Φλεβάρη 1945) ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και στις ΗΠΑ – Βρετανία.
Στο υποτιθέμενο «μοίρασμα του κόσμου» ανακαλύπτουν την αιτία που ο Κόκκινος Στρατός πέρασε ξυστά από τα ελληνικά σύνορα, με αποτέλεσμα το ΕΑΜ να νικηθεί από την ντόπια άρχουσα τάξη και τους Εγγλέζους.
Πάνω σε ένα ανύπαρκτο γεγονός, όπως είναι το «μοίρασμα του κόσμου», επιχειρούν ουσιαστικά να στηρίξουν την καταδίκη της ένοπλης λαϊκής πάλης, του Δεκέμβρη 1944 και των χρόνων 1946 – 1949. Αυτή ενοχλεί. Ομως ο ηρωικός αγώνας του λαού της Αθήνας και του Πειραιά το Δεκέμβρη 1944, όπως και ο αγώνας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) είναι ορόσημα. Αποτελούν τις κορυφαίες ταξικές συγκρούσεις του 20ού αιώνα στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από τα λάθη που έγιναν κατά την προετοιμασία και τη διεξαγωγή τους.

Το ΚΚΕ προσπαθεί να συσσωρεύει τη θετική και αρνητική εμπειρία από την 10ετία 1940 – 1949, στην προκειμένη περίπτωση από τα χρόνια 1941 – 1944. Ακόμη, από τη μεταπολεμική και τη σχετικά πρόσφατη πολιτική ιστορία, σε διαφορετικές βεβαίως συνθήκες.
Η συνύπαρξη του κοινωνικοταξικού περιεχομένου της λαϊκής πάλης με το εθνικοαπελευθερωτικό, πέραν των άλλων πολιτικών και πολεμικών συγκρούσεων με τις στρατιωτικές οργανώσεις του «δοσιλογισμού», που έτσι κι αλλιώς περιείχαν και το ταξικό στοιχείο, επιβεβαιώνεται και από τις ένοπλες συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με τις αντιχιτλερικές και τις αγγλόφιλες οργανώσεις, όπως ο ΕΔΕΣ. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούν και οι συνεχείς προστριβές του ΕΛΑΣ με τους Εγγλέζους, η αμείωτη ιδεολογική και πολιτική πάλη των αστικών ελληνικών κυβερνήσεων της Μέσης Ανατολής κατά της ΠΕΕΑ και του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, καθώς και η αιματηρή καταστολή, από τους Εγγλέζους και την ελληνική κυβέρνηση στο Κάιρο, της ηρωικής «Αντιφασιστικής Στρατιωτικής Οργάνωσης» (ΑΣΟ) τον Απρίλη του 1944.
Οι δυνάμεις που συμμετείχαν στο ΕΑΜ εξέφραζαν διαφορετικά συμφέροντα. Εκτός από το ΚΚΕ, συμμετείχαν και δυνάμεις σοσιαλδημοκρατικές, φιλελεύθερες, γενικά αστικής πολιτικής κατεύθυνσης. Επρεπε να θεωρηθεί βέβαιο ότι δεν ήταν δυνατό η εργατική τάξη να βαδίσει μαζί τους σε όλες τις φάσεις της πάλης, πολύ περισσότερο όσο πλησίαζε το τέλος της Κατοχής.

Ηταν, επίσης, αναγκαίο να μελετηθεί η τακτική του αντίπαλου (Εγγλέζων και των εγχώριων αστικών δυνάμεων) και να προσαρμοστεί ανάλογα η στρατηγική του ΚΚΕ. Εφόσον ο ταξικός αντίπαλος προετοιμαζόταν για την «επόμενη μέρα του πολέμου», για τις μεταπολεμικές πολιτικές εξελίξεις, έπρεπε να κάνει το ίδιο από τη δική του σκοπιά και ο λαϊκός παράγοντας.
Το ΚΚΕ έδωσε στον αγώνα χιλιάδες από τα καλύτερα παιδιά του. Δημιούργησε πρότυπα στάσης ζωής μέσα από ένα μαζικό ηρωισμό, που κλόνισε το αστικό πολιτικό σύστημα και οδήγησε τα αστικά κόμματα σε απομαζικοποίηση και ανυποληψία.
Δεν μπόρεσε, ωστόσο, να διαμορφώσει τη στρατηγική που θα οδηγούσε προς την επαναστατική επίλυση του προβλήματος της πολιτικής εξουσίας. Υπέταξε την πάλη γι’ αυτήν στις εθνικοαπελευθερωτικές επιδιώξεις και τότε ακόμη που οι συνθήκες επέβαλαν, ιδίως μετά το 1943, να θέσει το ζήτημα της κατάκτησης της εξουσίας ως αποτελέσματος της αντιστασιακής πάλης και επάθλου του λαϊκού αγώνα. Ετσι, οδηγήθηκε στην υπαγωγή του ΕΛΑΣ στο εγγλέζικο στρατηγείο της Μ. Ανατολής (5 Ιούλη 1943) και αργότερα στις συμφωνίες του Λιβάνου (20 Μάη 1944) και της Καζέρτας (26 Σεπτέμβρη 1944), για να διατηρήσει και να διευρύνει την «εθνική ενότητα». Και δε διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις μιας πορείας που θα είχε μεγάλες πιθανότητες να οδηγήσει στη νίκη.
Η κριτική αποτίμηση του κινήματός μας βρίσκεται σε απόλυτη αντίθεση με τη λαθολογία και το μηδενισμό. Στοχεύει στην ισχυροποίηση του εργατικού κινήματος και γενικότερα του λαϊκού παράγοντα σήμερα. Αντίθετα, ο εξωραϊσμός αντικειμενικά οδηγεί στην αποδυνάμωση και στον ιδεολογικό παροπλισμό.

Εξήντα χρόνια μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, τα διδάγματα από αυτόν έχουν θεμελιακή χρησιμότητα για την οργάνωση της επαναστατικής πάλης. Συναρτώνται με τη θεωρητική τεκμηρίωση της θέσης ότι στην καπιταλιστική βαρβαρότητα ο σοσιαλισμός και η κομμουνιστική προοπτική αποτελεί τη μόνη εναλλακτική λύση. Η επικαιρότητα και η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού δεν καθορίζονται από τον αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων. Εχουν αντικειμενικό χαρακτήρα.
Ανάμεσα στον καπιταλισμό και στο σοσιαλισμό δε μεσολαβεί κάποιο ενδιάμεσο κοινωνικό σύστημα, άρα δεν μπορεί να υπάρξει και ενδιάμεση πολιτική εξουσία μεταξύ της αστικής και της επαναστατικής εργατικής εξουσίας.
Η ικανότητα του ΚΚ να επιβεβαιώνει τον αυτοτελή ιδεολογικοπολιτικό και οργανωτικό ρόλο του εκφράζεται με την επιστημονική θεμελίωση της στρατηγικής του, κατά συνέπεια με την αντικειμενική ανάλυση του καπιταλισμού, με την ορθή ανάλυση της διάταξης των ταξικών δυνάμεων, την τακτική του ταξικού αντίπαλου. Συνδέεται, τελικά, με την ανάπτυξη της θεωρίας του επιστημονικού κομμουνισμού.

Η αυτοτελής δράση του ΚΚ διασφαλίζει πολιτική συμμαχιών που δεν υποθηκεύει τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της εργατικής τάξης, στο όνομα κάποιων πρόσκαιρων επιτυχιών. Οι συμμαχίες, αναπόσπαστο στοιχείο της στρατηγικής μας, προϋποθέτουν συμβιβασμούς, που όμως δε θα θίγουν την προώθηση της στρατηγικής του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Επιβεβαιώθηκε ότι η εργατική τάξη είναι η μόνη κοινωνική δύναμη που μπορεί να ηγηθεί και πολιτικά στον αγώνα για την απελευθέρωσή της και να εκφράσει τα δικαιώματα όλων των καταπιεζόμενων δυνάμεων. Η εργατική τάξη ήταν εκείνη που συσπείρωσε γύρω της τα μικρομεσαία στρώματα της πόλης και της υπαίθρου.
Ο πόλεμος διαμόρφωσε συνθήκες μεγάλης όξυνσης των κοινωνικοταξικών αντιθέσεων στο εσωτερικό κάθε χώρας. Το γεγονός ότι η αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας περιέχονταν στον αντιφασιστικό χαρακτήρα του πολέμου, η στρατηγική του Κομμουνιστικού Κινήματος έπρεπε να το πάρει υπόψη της, ώστε να αντιμετωπίσει και την επίλυση του προβλήματος της εξουσίας.
Η ιστορική εξέλιξη έχει αποδείξει, με οδυνηρό πολλές φορές τρόπο, πως αν ο αστικός κρατικός μηχανισμός δεν τσακιστεί από τις επαναστατικές δυνάμεις, η δυνατότητα οικοδόμησης της διάδοχης εξουσίας τίθεται υπό αίρεση. Η αστική τάξη στο ζήτημα αυτό έχει μεγάλη εμπειρία.

Η κατοχή τόσων χωρών από τον «Αξονα» δεν μπορούσε να ήταν μακρόχρονη. Αντίθετα, προβλεπόταν σύντομη. Μαζί με την προσπάθεια να νικήσει η πλευρά που κάθε μερίδα της αστικής τάξης είχε επιλέξει (με τη Γερμανία ή με τη Βρετανία), η σκέψη και ο στόχος όλων ήταν στραμμένα στις μεταπολεμικές – μετακατοχικές εξελίξεις. Η στρατηγική τους προσαρμόστηκε εξαρχής σε αυτή την κατεύθυνση, ιδιαίτερα όμως από το Φλεβάρη του 1943, μετά τη συντριβή των Γερμανών στο Στάλινγκραντ. Τότε άρχισε και η γρήγορη μαζικοποίηση των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, αλλά και η σχεδιασμένη δράση των αστικών δυνάμεων να εγκλωβίσουν τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα σε δικό τους ελεγχόμενο δρόμο.
Αποδείχτηκε ακόμη ότι οι εθνικές και ιστορικές ιδιαιτερότητες, που ασφαλώς υπάρχουν και πρέπει να παίρνονται σοβαρά υπόψη στην επεξεργασία της στρατηγικής, δεν αναιρούν τις νομοτέλειες του καπιταλισμού, της ταξικής πάλης και τελικά της σοσιαλιστικής επανάστασης. Στο όνομα των εθνικών ιδιομορφιών, οι κουλάκοι της Γιουγκοσλαβίας θεωρήθηκαν σύμμαχοι του ΚΚ για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, «επειδή δε συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς και διαπαιδαγωγήθηκαν στον αντιφασιστικό αγώνα». Αντίθετα, η απαλλοτρίωσή τους στη Σοβιετική Ενωση ονοματίστηκε «εθνική ιδιομορφία» της.

Στις «εθνικές ιδιαιτερότητες» στηρίχτηκαν κατά καιρούς διάφορες πολιτικές επιλογές οπορτουνιστικού χαρακτήρα, όπως το μεταπολεμικό ρεύμα του λεγόμενου «ευρωκομμουνισμού». Αποδείχτηκε, ωστόσο, ότι παρά τις ιδιαιτερότητες κάθε χώρας, η γραμμή του «ευρωκομμουνισμού» ήταν ίδια σε όλες: Ηταν η γραμμή της μεταρρύθμισης και της άρνησης της επαναστατικής πολιτικής. Ηταν η υιοθέτηση της οπορτουνιστικής κλασικής σοσιαλδημοκρατικής αντίληψης με κομμουνιστική εμφάνιση.
Το νέο ρεύμα του οπορτουνισμού, στις μεταπολεμικές συνθήκες, δεν αφορούσε μόνο στο κίνημα της καπιταλιστικής Ευρώπης. Συντέλεσε στη διαμόρφωση νέων δυσκολιών και πιέσεων στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
Η ταξική πάλη συνεχίζεται και οξύνεται και μετά την κατάκτηση της επαναστατικής εξουσίας. Το απέδειξε η πορεία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ενωση. Η παραγνώριση των ταξικών κοινωνικών αντιθέσεων αργότερα, οδήγησε στον υποκειμενισμό και στην κατασκευή ιδεολογημάτων που πληρώθηκαν ακριβά.

Οι ΗΠΑ έγιναν η πιο ισχυρή καπιταλιστική χώρα, αλλά και πρώτη δύναμη παγκόσμια, πριν από το ξεκίνημα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Αυτό στην πράξη υποχρεώθηκε να το αναγνωρίσει και η μέχρι τότε κοσμοκράτειρα Βρετανία, που από το 1940 είχε παραδώσει στις ΗΠΑ όσα στοιχεία διέθετε για την κατασκευή της ατομικής βόμβας.
Σε όλη τη διάρκεια του πολέμου οι ΗΠΑ δαπάνησαν 2 δισ. δολάρια για την κατασκευή της ατομικής βόμβας και τον Απρίλη του 1945 ήταν η μόνη κάτοχος.
Η χρήση της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι αποτελούσε την πιο εκκωφαντική επίδειξη ισχύος των ΗΠΑ και μέσον υπαγόρευσης των ιμπεριαλιστικών όρων στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής παγκόσμιας τάξης. Ηταν έκφραση ανοιχτής πρόκλησης, απειλής και εκβιασμού προς τη Σοβιετική Ενωση, αλλά και προειδοποίησης προς τυχόν επίδοξους καπιταλιστικούς ανταγωνιστές των ΗΠΑ.
Η ατομική βόμβα εντασσόταν στη στρατηγική υπονόμευσης του σοσιαλιστικού συστήματος. Ηταν μέσον ψυχολογικού πολέμου και αποσταθεροποίησης.

Το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα παρέμενε ισχυρό μετά τον πόλεμο, παρά την αναμφισβήτητη ενίσχυση των δυνάμεων του σοσιαλισμού με την απόσπαση από αυτό 9 χωρών (της Ανατολικής Ευρώπης και της Ασίας) και την κατακόρυφη άνοδο του διεθνούς πολιτικού και ηθικού κύρους της Σοβιετικής Ενωσης.
Ταυτόχρονα όμως, ενώ οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί της υλοποιούσαν την από τα χρόνια του πολέμου σχεδιασμένη νέα επίθεση, η Σοβιετική Ενωση προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές της, πραγματοποιώντας βεβαίως έναν ακόμη άθλο, εκείνον της ανοικοδόμησης.
Αμέσως μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου ο ιμπεριαλισμός, υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ, ξεκίνησε τον «ψυχρό πόλεμο», έχοντας χαράξει αποφασιστικά τη στρατηγική του: Υπονόμευση και ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος.
Το έναυσμα δόθηκε με την εμπρηστική ομιλία του Τσόρτσιλ στο Φούλτον των ΗΠΑ (5 Μάρτη 1946), όπου εγκαινίασε τον όρο «σιδηρούν παραπέτασμα» ως τον εχθρό του «ελεύθερου κόσμου».

Ο «ψυχρός πόλεμος» σήμαινε οργάνωση του ψυχολογικού πολέμου, ένταση των στρατιωτικών εξοπλισμών για να εξουθενωθεί οικονομικά η ΕΣΣΔ, δημιουργία τεράστιων δικτύων υπονόμευσης και φθοράς του σοσιαλιστικού συστήματος από μέσα, ανοιχτές προκλήσεις και υποδαύλιση αντεπαναστατικών εξελίξεων, διαφοροποιημένη οικονομική και διπλωματική πολιτική απέναντι στα νέα συμμαχικά προς την ΕΣΣΔ κράτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
Με το «σχέδιο Μάρσαλ» (9 Ιούνη 1947), το οποίο αποσκοπούσε στην οικονομική ανόρθωση της καπιταλιστικής Ευρώπης, οι ΗΠΑ, που δεν είχαν γνωρίσει τον πόλεμο στο έδαφός τους, έδωσαν διέξοδο στα συσσωρευμένα κεφάλαιά τους, ενίσχυσαν την επιρροή τους στην ευρωπαϊκή αγορά και γενικότερα. Συγκρότησαν νέους οργανισμούς διεθνούς δανεισμού (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, διεθνικές συμφωνίες εμπορίου). Με το «δόγμα Τρούμαν» ενίσχυσαν την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική τους επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο, στηρίζοντας οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά την αστική τάξη της Ελλάδας κατά του ΔΣΕ. Με το «δόγμα Τρούμαν» ενίσχυσαν και την αστική τάξη της Τουρκίας.

Οι ΗΠΑ και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί τους, με «πολιορκητικό κριό» το ΝΑΤΟ (4 Απρίλη 1949) και ειδικότερα την καπιταλιστική Ομοσπονδιακή Γερμανία, που την ανοικοδόμησαν σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, αξιοποίησαν κάθε αντικομμουνιστική δυνατότητα που υπήρχε στις Λαϊκές Δημοκρατίες. Υποκίνησαν αντεπαναστατικά γεγονότα, σε συμμαχία βεβαίως με τις εσωτερικές αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις, όπως για παράδειγμα στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία (1953) και την Ουγγαρία (1956).
Το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα ακολούθησε επεξεργασμένη στρατηγική και ευέλικτη τακτική διπλωματικών και οικονομικών σχέσεων απέναντι στα νέα εργατικά καθεστώτα, που είχε στόχο: Να διασπάσει τη συμμαχία τους με την ΕΣΣΔ. Να ενδυναμώσει τις προϋποθέσεις οπορτουνιστικής διάβρωσής τους, που θα οδηγούσε στην καπιταλιστική παλινόρθωση.

Σε αυτές τις συνθήκες, το Κομμουνιστικό Κίνημα στην Ευρώπη δεν κατόρθωσε να διαμορφώσει ενιαία στρατηγική απέναντι στη στρατηγική του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος. Αντίθετα, στις γραμμές πολλών ΚΚ κυριάρχησε η γραμμή που βασιζόταν στις «εθνικές ιδιομορφίες». Παράλληλα, υπερεκτιμήθηκαν οι δυνάμεις του σοσιαλισμού στην Ευρώπη, όπως και οι δυνατότητες που προσφέρει η κοινοβουλευτική πάλη. Η γραμμή της «ειρηνικής συνύπαρξης», όπως αναπτύχθηκε τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ως ένα βαθμό στο 19ο και κυρίως στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, επέτρεψε την καλλιέργεια ουτοπικών αντιλήψεων ότι είναι δυνατό ο ιμπεριαλισμός να παραιτηθεί από τον πόλεμο και τα στρατιωτικά μέσα, να δεχτεί μια νέα παγκόσμια τάξη που θα στηρίζεται στις αρχές του αμοιβαίου οφέλους και της ισότιμης συνεργασίας.
Εξαιρετικά αδύνατο ήταν και το ιδεολογικό μέτωπο κατά της σοσιαλδημοκρατίας, χρησιμοποιώντας και το διαχωρισμό ανάμεσα στη δεξιά και αριστερή της πτέρυγα.
Ετσι, σοσιαλδημοκρατικές και νέες οπορτουνιστικές δυνάμεις χρησιμοποιήθηκαν από τη διεθνή και εγχώρια αντίδραση ως εμπροσθοφυλακή υπονόμευσης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και της ανάπτυξης της επαναστατικής πάλης στην καπιταλιστική Δυτική Ευρώπη.

Οι αντιθέσεις ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες δεν είναι δυνατό να εξαλειφθούν. Μπορεί η στρατηγική τους κατά των λαών να είναι ενιαία, όμως ο ανταγωνισμός για την παγκόσμια κυριαρχία εντείνεται. Οξύνεται η διαμάχη για τη λεία ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΕ, όπως έδειξε και ο πόλεμος κατά του Ιράκ, παρά την κοινή δράση τους εναντίον των λαών και χωρών με πρόσχημα την τρομοκρατία. Οξύνονται οι αντιθέσεις ανάμεσα στις ηγετικές δυνάμεις της ΕΕ, αλλά και ανάμεσα σε περιφερειακές. Προωθείται η στρατιωτικοποίησή της με το λεγόμενο «ευρωσύνταγμα». Το σχέδιο των ΗΠΑ για τον «εκδημοκρατισμό των χωρών της Μέσης Ανατολής», οι απειλές κατά της ΛΔ Κορέας και της Κούβας, σε βάρος της οποίας συνεχίζονται ο εμπορικός αποκλεισμός και οι συνωμοσίες ανατροπής, προοιωνίζονται επικίνδυνες για τους λαούς εξελίξεις.
Εκρηκτική μπορεί να αποβεί και η κατάσταση στα Βαλκάνια, με τη νέα αλλαγή συνόρων, μετά και την απόφαση του ιμπεριαλισμού να ανεξαρτητοποιηθεί το Κοσσυφοπέδιο. Από την άλλη, οι αντιθέσεις ανάμεσα στην ελληνική και στην τουρκική αστική τάξη, για το μοίρασμα αγορών και τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου, οι νέες πιέσεις επιβολής του «σχεδίου Ανάν» στην Κύπρο, παρά και σε αντίθεση με το δημοψήφισμα υπέρ του «όχι», καθώς και η μη δίκαιη επίλυση του Παλαιστινιακού, αποτελούν τις πρώτες ύλες για μεγαλύτερη όξυνση σε ολόκληρη την περιοχή.

Ο λυσσαλέος ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός υπογραμμίζει ότι η ανθρωπότητα κάθε άλλο παρά έχει απαλλαγεί από τον κίνδυνο ενός νέου πιο γενικευμένου πολέμου.
Το εθνικό πεδίο πάλης παραμένει για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα ο κύριος χώρος δράσης και ανατροπής. Οσες πολιτικές δυνάμεις διακηρύσσουν ότι είναι ξεπερασμένο, είτε περιφρουρούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου, είτε έχουν παραιτηθεί και συμβιβαστεί, αρκούμενες στον εξωραϊσμό του καπιταλιστικού συστήματος. Ο συνεπής ταξικός αγώνας στην κάθε χώρα είναι η προϋπόθεση, για να υπάρχει συνεπής και αποτελεσματική διεθνής δράση.
Πολλά πράγματα στην ιστορική εξέλιξη επαναλαμβάνονται. Η πολιτική του «διαίρει και βασίλευε» αποτελεί πάγια ιμπεριαλιστική τακτική. Αποδείχτηκε αυτό και στις μέρες μας, στην προετοιμασία και διεξαγωγή των πολέμων στη Γιουγκοσλαβία, με την καλλιέργεια και αξιοποίηση του αναζωπυρωμένου εθνικισμού, του ρατσισμού, του θρησκευτικού φανατισμού και των φυλετικών διαφορών.
Δεν υπάρχει άλλη απάντηση από την πολιτική γραμμή που συμβάλλει στην ανάπτυξη του προλεταριακού διεθνισμού, της αντιιμπεριαλιστικής αλληλεγγύης και της κοινής δράσης, της διεθνούς ενότητας της εργατικής τάξης, της συσπείρωσής της με τα μικρομεσαία στρώματα της αγροτιάς και της πόλης.

Το ΚΚΕ έχει εμπιστοσύνη στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Και τώρα και τότε, στα χρόνια του πολέμου, το ΚΚΕ αναδείκνυε τη δύναμη που έχει ο λαός, όταν θελήσει να δράσει και να οργανώσει τον αγώνα του.
Τότε, όπως και σήμερα, οι αστικές πολιτικές δυνάμεις και τα όργανά τους προσπαθούσαν να ενσπείρουν στη λαϊκή συνείδηση την ηττοπάθεια, η «φρονιμάδα». Να πείσουν το λαό ότι οι χιτλερικές στρατιές ήταν αήττητες, πως η αναμέτρηση μαζί τους ισοδυναμούσε με τρέλα. Αποκοτιά, ανάμεσα σε άλλα, βαφτίζουν σήμερα την αντιιμπεριαλιστική πάλη. Επισείουν σαν φόβητρο τον «κίνδυνο να απομονωθεί η χώρα»!
Αποδείχτηκε, πως όταν υπάρχει μια πρωτοπορία έτοιμη και αποφασισμένη, η λαϊκή ανταπόκριση στο κάλεσμα θα έρθει. Ο συσχετισμός των δυνάμεων δε μένει παγωμένος.

Η ανάγκη θα φέρει και την οργή. Η εποχή μας είναι εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Ο 21ος θα είναι ο αιώνας της αναζωογόνησης του Κομμουνιστικού Κινήματος, ο αιώνας νέων κοινωνικών επαναστάσεων, που θα φέρουν με μεγαλύτερη ωριμότητα και σταθερότητα την εργατική τάξη και τις άλλες λαϊκές δυνάμεις στην πολιτική εξουσία, για να είναι η ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών κίνητρο της οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης.

Αθήνα,19/5/2005
Η ΚΕ του ΚΚΕ

ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΙΕΘΝΩΣ ΚΑΙ Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΠΤΩΣΗΣ ΤΟΥ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ*

 
του Κ. Κ. Θέκεδαθ

Ο καθηγητής Prabhat Patnajk, σε ένα διεισδυτικό άρθρο του, που αποτελεί την εισαγωγή στη δημοσίευση της Leftword του έργου του Λένιν «Ο ιμπεριαλισμός, το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», εξηγεί λεπτομερώς τα νέα χαρακτηριστικά του σημερινού καπιταλισμού και τη σχετικότητα με αυτά του βιβλίου του Λένιν. Τελειώνοντας το άρθρο του λέει ότι, ακόμα και στη νέα φάση της μεγαλύτερης ιμπεριαλιστικής ενότητας, οι διάφορες συγκρούσεις και πόλεμοι συνεχίζουν να είναι αποτέλεσμα όλων των έντονων αντιθέσεων που είχε απαριθμήσει. Αυτές, με τη σειρά τους, παράγουν κατά καιρούς συγκυρίες που ευνοούν την πρόοδο των αντιιμπεριαλιστικών αγώνων σε ορισμένες χώρες. Και παρατηρεί το εξής: «Η διατήρηση των κατακτήσεων που πραγματοποιήθηκαν με την πρόοδο αυτή σε ορισμένες χώρες, η δημιουργία γεφυρών ανάμεσα σε αυτούς τους αγώνες και τους αγώνες της εργατικής τάξης στη μητρόπολη, όπου η ανεργία, η στασιμότητα και οι περικοπές της ευημερίας έχουν γίνει πια φαινόμενα ενδημικά, απαιτεί και νέα θεωρητικά βήματα μπροστά. Μόνο αυτά μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για μια σωστή διατύπωση στρατηγικής και τακτικής».

Στο παρόν σημείωμά μου θα προσπαθήσω να συμβάλω ταπεινά στη διατύπωση μιας τέτοιας θεωρητικής προόδου. Κατά την άποψή μου, ο νόμος του Μαρξ σχετικά με την τάση μείωσης του μέσου ποσοστού κέρδους θα έπρεπε να αποτελέσει μια πολύτιμη συμβολή στην ανάπτυξη μιας τέτοιας θεωρίας.

Ο νόμος αυτός έχει απορριφθεί από όλους τους αστούς οικονομολόγους και ακόμα από πολλούς μαρξιστές μετά από τις αμφιβολίες που είχε προβάλει ο Πολ Σουίζι (Paul Sweezy). Ο καθηγητής Patnajk είναι επίσης -και αυτό προκαλεί έκπληξη- απολογητικός σε ό,τι αφορά το νόμο αυτό, για τον οποίο μιλάει σαν να μην ανήκει στον πυρήνα της θεωρίας του Μαρξ. Λέει, για παράδειγμα:

«… η ενότητα της σκέψης του Λένιν παρουσίαζε, παρ� όλο που βασιζόταν στο Μαρξ, μια περαιτέρω ανάπτυξη του Μαρξ. Μέσα στην ανάπτυξη αυτή έκανε, υπονοούμενα, μια διάκριση σε όλα τα γραπτά του Μαρξ, και μάλιστα ανάμεσα στον «πυρήνα» της σκέψης του Μαρξ, που μπορούμε να τον υιοθετήσουμε και ένα επιπρόσθετο οικοδόμημα γύρω από τον πυρήνα αυτό, που θα μπορούσε να αντικατασταθεί… Για παράδειγμα, ο Λένιν αναπτύσσοντας το δυναμισμό του καπιταλισμού, δεν αναφέρει την τάση μείωσης του ποσοστού κέρδους, για την οποία είχε μιλήσει ο Μαρξ…».

Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΠΤΩΣΗΣ ΤΟΥ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ

Πριν φτάσουμε στο ίδιο το θέμα μας δηλαδή, στην ανάλυση της δυναμικής του καπιταλισμού στη νέα φάση της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, θα πρέπει να εξετάσουμε εν συντομία το εργαλείο που προτείνουμε να χρησιμοποιηθεί, δηλαδή το νόμο της πτώσης του ποσοστού κέρδους. Γιατί, αν ο νόμος αυτός δε στέκει, τότε σαφώς δε μας βοηθάει η χρησιμοποίησή του. Η θέση μας είναι ότι ο νόμος αυτός είναι σωστός και ότι ανήκει στον πυρήνα της θεωρίας του Μαρξ.

Μπορούμε να βρούμε το νόμο της τάσης πτώσης του ποσοστού κέρδους, εκεί που ο Μαρξ πραγματεύεται το πρόβλημα της εφαρμογής των μηχανημάτων και την αντικατάσταση της εργασίας από μηχανήματα στη βιομηχανική παραγωγή. Ο Μαρξ ασχολείται με το νόμο αυτό σε διάφορα σημεία στο «Κεφάλαιο». Ιδιαίτερη σημασία έχει το κεφάλαιο με τίτλο «Ο νόμος της τάσης του ποσοστού κέρδους να πέφτει» στον τρίτο τόμο του «Το Κεφάλαιο».

Ο Λένιν εξήγησε το νόμο αυτό με τρόπο ουσιαστικό με τα εξής λόγια: «Μια αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας συνεπάγεται μια πιο γρήγορη αύξηση του σταθερού κεφαλαίου σε σύγκριση με το μεταβλητό κεφάλαιο. Και επειδή η υπεραξία αποτελεί λειτουργία του μεταβλητού κεφαλαίου και μόνο, είναι φανερό ότι το ποσοστό κέρδους (η σχέση της υπεραξίας προς το κεφάλαιο στο σύνολό του και όχι μόνο προς το μεταβλητό μέρος του κεφαλαίου) τείνει να πέφτει. Ο Μαρξ κάνει μια λεπτομερή ανάλυση αυτής της τάσης, καθώς και μερικών συνθηκών, οι οποίες τη συγκαλύπτουν είτε την αντιστρατεύονται…» […]

Υπάρχει στον καπιταλισμό μια μακροπρόθεσμη τάση μείωσης του μέσου ποσοστού κέρδους. Ας παραθέσουμε ορισμένα αποσπάσματα από το Μαρξ για να εγκυροποιήσουμε τη διατύπωση της τάσης μείωσης του ποσοστού κέρδους και να εμπεδώσουμε ορισμένους σημαντικούς προσδιορισμούς όρων.

Ο Μαρξ περιγράφει τη διαδικασία εφιστώντας την προσοχή στη σύνθεση του επενδυμένου κεφαλαίου, δηλαδή του σταθερού (πρώτες ύλες, μηχανήματα) και του μεταβλητού κεφαλαίου (μισθοί). Τη σχέση σταθερού προς μεταβλητό κεφάλαιο την ονομάζει οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Παρουσιάζουμε την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου στο εξής ως «ΟΣ». Ο Μαρξ διατυπώνει το νόμο της τάσης του ποσοστού κέρδους να πέφτει ως εξής: «… αν τώρα υποθέσουμε παραπέρα, ότι αυτή η βαθμιαία μεταβολή στη σύνθεση του κεφαλαίου δεν γίνεται μόνο σε ξεχωριστές σφαίρες παραγωγής, αλλά λίγο-πολύ σε όλες, ή, έστω στις αποφασιστικές σφαίρες παραγωγής, ότι λοιπόν περιλαβαίνει τις αλλαγές στην οργανική μέση σύνθεση του συνολικού κεφαλαίου, που ανήκει σε μια καθορισμένη κοινωνία, τότε πρέπει αυτή η βαθμιαία αύξηση του σταθερού κεφαλαίου, σε σχέση με το μεταβλητό κεφάλαιο, να έχει απαραίτητα σαν αποτέλεσμα μια βαθμιαία πτώση του γενικού ποσοστού κέρδους, όταν μένει αμετάβλητο το ποσοστό της υπεραξίας ή όταν μένει αμετάβλητος ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο».1 Αυτός είναι «Ο νόμος σαν τέτοιος».2

Στην παραπάνω παράθεση το ποσοστό της υπεραξίας είναι η αναλογία των δύο μερών της αξίας που παράγεται από τον εργάτη σε μια εργάσιμη ημέρα, δηλαδή η αναλογία της υπεραξίας που αυτός παράγει, σε σχέση με την αξία του ίδιου του μισθού του, που επίσης παράγεται από αυτόν στη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας. Επειδή όλη η αξία μπορεί να μετρηθεί σε χρόνο εργασίας, μπορούμε να παρουσιάσουμε, ας πούμε, την οχτάωρη εργάσιμη ημέρα γεωμετρικά με τεμάχια μιας γραμμής ΑΒ. Ενα μέρος του χρόνου του, ας πούμε τρεις ώρες, ο εργάτης το ξοδεύει δημιουργώντας μια αξία ίση με το μισθό του. Μπορούμε να το παρουσιάσουμε βάζοντας ένα σημείο Ρ ανάμεσα στο Α και το Β, έτσι ώστε το ΑΡ να αντιπροσωπεύει τις τρεις ώρες. Το μέρος που μένει, το ΡΒ αντιπροσωπεύοντας πέντε ώρες, αντιστοιχεί στην εργασία που παράγει υπεραξία και αυτό το μέρος το ιδιοποιείται ο καπιταλιστής* . Το ποσοστό της υπεραξίας είναι η αναλογία του ΡΒ προς το ΑΡ. Στην παρούσα περίπτωση το ΑΡ αντιπροσωπεύει τρεις ώρες εργασίας και το ΡΒ πέντε ώρες εργασίας. Επομένως η αναλογία της υπεραξίας είναι 5/3. Αυτή είναι η αναλογία του χρόνου που ο εργάτης δουλεύει για τον καπιταλιστή, σε σχέση με το χρόνο που δουλεύει για τον εαυτό του. Η αναλογία αυτή αντιπροσωπεύει το βαθμό εκμετάλλευσης του εργάτη από τον καπιταλιστή. Μπορούμε να γράφουμε το ποσοστό της υπεραξίας ως «ΠΥ».

Το ποσοστό κέρδους εξαρτάται από τις δύο αυτές αναλογίες. Θα γράφουμε το ποσοστό κέρδους ως «ΠΚ». Μην ξεχνάμε, ότι αναφερόμαστε σε ολόκληρη την οικονομία και ότι το ΠΚ αντιπροσωπεύει το μέσο ποσοστό κέρδους (ή γενικό ποσοστό κέρδους) και η ΟΣ αντιπροσωπεύει τη μέση οργανική σύνθεση του συνολικού κεφαλαίου μιας συγκεκριμένης κοινωνίας.

ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ ΝΑ ΠΕΦΤΕΙ

Από τότε που οι Dobb και Grossman έδωσαν μια προεξέχουσα θέση στο νόμο αυτό στην εξήγηση των κρίσεων, αστοί οικονομολόγοι άρχισαν να του επιτίθενται. Πρόκειται για μια επίθεση απ� όλες τις πλευρές. Στο βιβλίο του Paul Sweezy του 1949 «Η θεωρία της καπιταλιστικής ανάπτυξης», που άσκησε σοβαρή επίδραση, λέγεται ότι η διατύπωση του νόμου από το Μαρξ δεν ήταν πειστική και ότι ο Bortkiewicz είχε αντικρούσει αυτό το νόμο.

Μερικοί από αυτούς που επιτέθηκαν το νόμο χρησιμοποίησαν την περίπλοκη μαθηματική θεωρία της γραμμικής άλγεβρας για να δείξουν ότι ο νόμος ήταν εσφαλμένος. Ενας οικονομολόγος έφτασε στο σημείο να γράψει μια νεκρολογία αυτού του νόμου. Πρόκειται για την εργασία του Phillipe Parijs «Η θεωρία κρίσης της μείωσης του ποσοστού κέρδους: μια ορθολογική αναπαράσταση μέσω μιας νεκρολογίας», την οποία παραθέτουν πολύ συχνά. Μια σύντομη ανασκόπηση αυτών των επιθέσεων μπορείτε να βρείτε στο σημείωμά μου «Ακόμα μια φορά για τη μείωση του ποσοστού κέρδους».3 Θα πω μονάχα ότι μια θεωρία που χρειάζεται να τη σκοτώσουν μερικές φορές είναι μια θεωρία που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Στο πρόσφατα δημοσιευμένο έργο σε δύο τόμους «Μαρξική οικονομία, μια επανεκτίμηση»,4 μεγάλος αριθμός οικονομολόγων ασχολήθηκαν με αυτά τα ζητήματα. Ιδιαίτερα ο Alan Freeman έχει δείξει πως όλες αυτές οι επιθέσεις ενάντια στο νόμο του Μαρξ ήταν ατοπήματα και απόρροια μιας απόλυτης έλλειψης κατανόησης της ουσιωδώς δυναμικής ανάλυσης του Μαρξ.

Ολοι οι δυσφημιστές του νόμου χρησιμοποίησαν την άλγεβρα σαν εργαλείο. Ομως, αυτό που χρειαζόταν για μια βαθιά δυναμική ανάλυση του ζητήματος θα ήταν το μαθηματικό εργαλείο των εξισώσεων της διαφοράς ή των διαφορικών εξισώσεων.

Ο Freeman έδωσε μια γενικότερη μαθηματική απόδειξη του νόμου του Μαρξ για την τάση μείωσης του ποσοστού κέρδους, ξεκαθαρίζοντας με όλες τις προηγούμενες επιθέσεις στο νόμο. Κλείνει την εργασία του λέγοντας: «Επομένως διαπιστώνουμε, ότι – και πρόκειται για ένα εκπληκτικό και ωφέλιμο αποτέλεσμα αφού εκατό χρόνια είχαν διυλίσει τον κώνωπα σχετικά με την αρχική διατύπωση του Μαρξ του γενικού νόμου της μείωσης του ποσοστού κέρδους – αυτός ο νόμος όχι μόνο ισχύει αλλά είναι και επιστημονικά εξαιρετικά ακριβής».

Επειδή προτείνουμε να χρησιμοποιήσουμε το νόμο αυτό για να μελετήσουμε τη δυναμική του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου, θα δώσουμε και μερικά εμπειρικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν το νόμο. Ο παρακάτω πίνακας δίνει το ποσοστό κέρδους της βιομηχανικής παραγωγής στις ΗΠΑ στην περίοδο 1947-�77. Τα διαγράμματα έχουν παρθεί από το βιβλίο «Διεθνείς προοπτικές σχετικά με τις δυνατότητες κέρδους και με τη συσσώρευση». 5

Στον πίνακα βλέπουμε, ότι το ποσοστό της υπεραξίας ΠΥ και η σύνθεση του κεφαλαίου ΟΣ αυξάνονται με το χρόνο, ενώ το ποσοστό κέρδους ΠΚ είναι σε σταθερή πτώση. Στην γραφική παρουσίαση (σελ. …-…) βλέπουμε την τάση μείωσης του κέρδους σε οχτώ προηγμένες καπιταλιστικές χώρες σε χρονικό διάστημα τριών δεκαετιών.

ΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΚΕΡΔΟΥΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟΙ ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΣΤΙΣ ΗΠΑ (1947-1977)

ΠΥ ΟΣ ΠΚ

1947 1,40 3,58 0,22

1948 1,35 3,60 0,21

1949 1,50 3,81 0,22

1950 1,42 3,94 0,20

1951 1,44 3,78 0,22

1952 1,41 3,69 0,21

1953 1,35 3,56 0,20

1954 1,46 3,84 0,20

1955 1,51 3,85 0,21

1956 1,44 3,96 0,18

1957 1,50 4,08 0,18

1958 1,59 4,33 0,18

1959 1,61 4,14 0,19

1960 1,62 3,11 0,19

1961 1,68 4,18 0,19

1962 1,71 4,07 0,20

1963 1,71 3,99 0,21

1964 1,73 3,92 0,21

1965 1,73 3,92 0,21

1966 1,72 3,91 0,21

1967 1,72 4,03 0,19

1968 1,69 4,02 0,19

1969 1,62 4,07 0,17

1970 1,61 4,29 0,15

1971 1,71 4,50 0,15

1972 1,67 4,37 0,16

1973 1,59 4,39 0,14

1974 1,55 5,13 0,11

1975 1,71 5,39 0,12

1976 1,66 5,15 0,12

1977 1,63 5,03 0,12

ΠΣ: Ποσοστό υπεραξίας = υπεραξία / μεταβλητό κεφάλαιο

ΟΣ: Οργανική Σύνθεση του κεφαλαίου = σταθερό κεφάλαιο / μεταβλητό κεφάλαιο

ΠΚ: Ποσοστό κέρδους

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗΣ

Η μείωση του ποσοστού κέρδους αποτελεί μια πτυχή της αιτίας των καπιταλιστικών κρίσεων. Ο νόμος αυτός υπογραμμίστηκε από μας, γιατί έχει αγνοηθεί από τους περισσότερους σημερινούς οικονομολόγους στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν τις κρίσεις του καπιταλισμού. Υπογραμμίστηκε η άλλη κύρια αιτία των κρίσεων που είχε αναφέρει ο Μαρξ, δηλαδή το πρόβλημα της πραγματοποίησης. Οι κρίσεις έχουν τις ρίζες τους στη δυσκολία μετατροπής των παραχθέντων εμπορευμάτων σε χρήμα, μέσω πωλήσεων στην αγορά. Η δυσκολία αυτή της πραγματοποίησης της αξίας των εμπορευμάτων σε χρήμα, που οφείλεται σε μια έλλειψη ζήτησης, γίνεται φανερή σε περιόδους που πέφτουν απότομα οι τιμές. Αυτό το λέμε κρίση πραγματοποίησης.

Στον καπιταλισμό η αγοραστική και καταναλωτική δύναμη των μαζών είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Η κοινωνική κατανάλωση καθορίζεται από την «καταναλωτική δύναμη πάνω στη βάση ανταγωνιστικών σχέσεων διανομής, που περιορίζουν την κατανάλωση των μεγάλων μαζών της κοινωνίας σε ένα μίνιμουμ, που μπορεί να μεταβάλλεται μόνο μέσα σε λίγο-πολύ στενά όρια».6

Οπως μας λέει ο Μαρξ: «Το πιο γενικό και φανερό φαινόμενο των εμπορικών κρίσεων είναι η απότομη και γενική πτώση στις τιμές των εμπορευμάτων». Οι τιμές πέφτουν στη διάρκεια μιας κρίσης, επειδή έχει παραχθεί μια υπερβολική ποσότητα εμπορευμάτων. Δεν πρόκειται για ένα απόλυτο πλεόνασμα με την έννοια ότι υπερβαίνει την απόλυτη απαίτηση της κοινωνίας. Δεν ικανοποιούνται πλήρως οι ανάγκες της κοινωνίας. Αντίθετα, στις κρίσεις υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη από τρόφιμα και ντύσιμο για το λιμοκτονούντα πληθυσμό. Εχουμε ένα σχετικό πλεόνασμα με την έννοια ότι τα εμπορεύματα δεν μπορούν να πωληθούν σε μια τιμή που δίνει ένα καλό κέρδος. Υπάρχει καλύτερο παράδειγμα από τους θανάτους από πείνα σήμερα στην Ινδία από τη μια και την πληθώρα του σιταριού από την άλλη;

Εχουμε τις κρίσεις υπερπαραγωγής. Θα μπορούσαμε να τις λέμε και κρίσεις υποκατανάλωσης.

Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΕΫΝΣΙΑΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ

Η μεγάλη ύφεση του 1929-�33 ήταν η έκφραση μιας τέτοιας κρίσης του καπιταλισμού. Η παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή είχε πέσει κατά τουλάχιστον 38% ανάμεσα στο 1929 και το 1932. Στις καπιταλιστικές χώρες σε όλον τον κόσμο, αυξήθηκε επίσης η ανεργία, όπως σε όλες τις προηγούμενες κρίσεις. Ακόμα και οι αστοί στατιστικοί παραδέχθηκαν ότι συνολικά 35 εκατομμύρια ήταν άνεργοι, χώρια από τις οικογένειες των ανέργων και τα εκατομμύρια των αγροτών που περιήλθαν σε ένδεια. Στη Βρετανία τα 22% των εργαζομένων ήταν χωρίς δουλιά και στην Αμερική τα 34%. Σημειώνουμε, ότι στην ίδια περίοδο το επίπεδο της παραγωγής στην ΕΣΣΔ αυξήθηκε κατά 204%.

Η κρίση του 1929-�33 στον καπιταλιστικό κόσμο κλόνισε όσους θεωρητικούς είχαν προβλέψει ότι δε θα υπήρχαν άλλες κρίσεις στον καπιταλισμό. Η πλήρης αντίθεση με την ανάπτυξη στη Σοβιετική Ενωση αποτελούσε μια πρόκληση για το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Στις καπιταλιστικές χώρες οι εργαζόμενοι άρχισαν να επηρεάζονται ολοένα και περισσότερο από τις σοσιαλιστικές ιδέες. Απαιτούσαν κοινωνική ασφάλεια και δουλειές. Πώς να σωθεί το καπιταλιστικό σύστημα; Αυτή ήταν η κατάσταση, όταν ο John Maynard Keynes ήρθε με τις προτάσεις του για κρατική παρέμβαση ως μέσο αύξησης της αποτελεσματικής ζήτησης.

Πολλά έχουν γραφτεί για τις κεϋνσιανές συνταγές σχετικά με τη διαχείριση της ζήτησης και την κρατική παρέμβαση για τη δημιουργία μιας αποτελεσματικής ζήτησης. Αυτό που ονομάζεται Νέο Σύμφωνο ή και οικονομία της ευημερίας με τις επιδοτήσεις για την κοινωνική ασφάλεια, έγινε μέρος της στρατηγικής της άρχουσας τάξης στην προσπάθειά της να κρατήσει τη ζήτηση σε ψηλά επίπεδα. Το Νέο Σύμφωνο το αποτελούσε ένα πρόγραμμα μαζικών μέτρων ευημερίας με θέσεις εργασίας χρηματοδοτούμενες από την κυβέρνηση. Απαιτούσε μια γρήγορη αύξηση των κυβερνητικών δαπανών μέσω της χρηματοδότησης των ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους.

Ωστόσο, μεγάλο μέρος αυτής της προσπάθειας διατήρησης της ζήτησης σε ψηλά επίπεδα προερχόταν από τη βιομηχανία όπλων. Το 1971 τα 30% του ΑΕΠ των ΗΠΑ αγοράστηκε κατ� ευθείαν από το κράτος και είχε σχέση με τη στρατιωτικοποίηση. Από τη δεκαετία του �60 και μετά οι στρατιωτικές δαπάνες έγιναν σημαντικό μέρος των κρατικών προϋπολογισμών σε όλες τις ιμπεριαλιστικές χώρες. Το 1974 οι δαπάνες του ΝΑΤΟ ήταν εφτά φορές υψηλότερες απ� ό,τι το 1949. Σύμφωνα με το Πρόγραμμα του Κόμματός μας: «Η βιομηχανία όπλων έγινε συστατικό μέρος των προηγμένων καπιταλιστικών οικονομιών, κάτι το οποίο χρησιμεύει στο να κρατήσει στην επιφάνεια τη συνολική ζήτηση».

Πρέπει να κάνουμε την εξής ερώτηση: γιατί κατάρρευσε ο κεϋνσιανισμός; Από πολύ καιρό υπήρχαν στους αστικούς κύκλους θεωρητικές αντιστάσεις ενάντια στις κεϋνσιανές συνταγές. Για παράδειγμα, ο Friedman από τη Σχολή του Σικάγο και ο καθηγητής Hayek από την αυστριακή παράδοση κάτω από τον Von Mises αντιπροσώπευαν δύο γραμμές επίθεσης κατά του Keynes. Ωστόσο, οι άρχουσες τάξεις κατέστειλαν με σθένος αυτές τις εναλλακτικές θεωρίες, διότι οι συνταγές του Κέυνς τους βοήθησαν να έχουν σχεδόν τριάντα χρόνια καπιταλιστικής ανάπτυξης χωρίς μεγάλες κρίσεις.

Η κριτική μας στον Κέυνς πηγάζει από το γεγονός ότι προσπαθούσε να λύσει την κρίση του καπιταλισμού σε βάρος των εργαζομένων και αυτό μάλιστα χωρίς να κατανοεί τη φύση των προβλημάτων του καπιταλισμού. Θα μπορούσαμε να πούμε, ότι ο Κέυνς δε διάβασε ποτέ Μαρξ. Δεν ήταν σε θέση να καταλάβει το δάσκαλο. Σε μια διαβόητη επιστολή του το 1935 στον Bernard Shaw, ο οποίος τον είχε πιέσει να διαβάσει Μαρξ, έγραφε: «Την περασμένη βδομάδα έκανα άλλη μια προσπάθεια με τον Καρλ Μαρξ διαβάζοντας την αλληλογραφία του με τον Ενγκελς, που μόλις κυκλοφόρησε. Προτιμώ τον Ενγκελς από τους δύο. Καταλαβαίνω ότι εφεύραν μια ορισμένη μέθοδο και επίσης έναν πρόστυχο τρόπο γραφής. Οι διάδοχοί τους διατήρησαν πιστά και τα δύο. Αν μου πεις, όμως, ότι έχουν βγάλει άκρη με το οικονομικό αίνιγμα, τότε καταθέτω τα όπλα – δε βρίσκω τίποτ� άλλο από ξεπερασμένες διενέξεις».

Αυτές ήταν οι θεωρητικές αποσκευές του Κέυνς το 1935, όταν έγραφε τη «Γενική Θεωρία» του (δημοσιεύθηκε το 1936). Ομως, ο Κέυνς ήξερε ότι ο Μαρξ είχε επισημάνει το πρόβλημα της ανεπαρκούς ζήτησης ως παράγοντα-κλειδί στην καπιταλιστική κρίση μέσω της υποκατανάλωσης. Αναγνωρίζει στο Μαρξ ότι ήταν ο πρώτος που κοίταξε την πλευρά της ζήτησης στην παραγωγή, ενώ οι ακαδημαϊκοί οικονομολόγοι επικεντρώνονταν συνεχώς στην πλευρά της προσφοράς. Η φιλοφρόνησή του προς το Μαρξ δεν ήταν όμως και πολύ γενναιόδωρη και μάλιστα άκομψη διότι είπε ότι ο Μαρξ ανήκει στον υπόκοσμο της οικονομίας.

Ο Κέυνς στράφηκε στο πρόβλημα της ζήτησης αγνοώντας τις ευρύτερες αναφορές του Μαρξ στις καπιταλιστικές κρίσεις. Για παράδειγμα, ο John Strachey, ο οποίος είχε διαβάσει εκτενώς το Μαρξ, έδειξε το βαθμό στον οποίο ο Κέυνς είχε πιάσει μόνο ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των καπιταλιστικών κρίσεων, την υποκατανάλωση. Η ανάλυση του Μαρξ, είπε, εμπεριείχε επίσης μια μακροπρόθεσμη τάση η αυξανόμενη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου να προκαλεί τη δομική ανεργία, καθώς και μια βασική δυσαναλογία ανάμεσα στους διαφορετικούς τομείς και τις διαφορετικές περιφέρειες της καπιταλιστικής οικονομίας.

Οι δύο πλευρές της αιτίας των κρίσεων, δηλαδή, το πρόβλημα της πραγματοποίησης και το πρόβλημα της μείωσης του ποσοστού κέρδους μπορούν να θεωρηθούν οι δύο πόλοι μιας διαλεκτικής ενότητας. Αν κοιτάξουμε τη γεωμετρική παρουσίαση της ημέρας εργασίας ΑΒ και τα δύο μέρη της ΑΡ και ΡΒ, τότε βλέπουμε ότι αυτά τα μέρη αντιπροσωπεύουν τις αξιώσεις των ανταγωνιστικών τάξεων. Το ΑΡ παρουσιάζει αυτό που είναι διαθέσιμο για τον εργάτη και το ΡΒ αυτό που το ιδιοποιείται ο καπιταλιστής. Αν η εργατική τάξη βρίσκεται σε ισχυρή θέση διαπραγμάτευσης, το σημείο Ρ μπορεί να πιεστεί, ώστε να γίνει πιο μεγάλο το μερίδιο του εργάτη. Ομως, η καπιταλιστική τάξη κυριαρχεί και επομένως το σημείο Ρ μπορεί να μετατοπιστεί προς Α, έτσι ώστε να μεγιστοποιηθεί το μερίδιο του καπιταλιστή. Με αυτή την έννοια, τα μέρη ΑΡ και ΡΒ αντιμετωπίζονται ως ανταγωνιστικά αντίθετα.

Σε μια καπιταλιστική κοινωνία η παραγωγή είναι κοινωνική, αλλά η ιδιοποίηση ιδιωτική. Ο μόνος στόχος του καπιταλιστή στη διαδικασία παραγωγής είναι να αυξήσει τα κέρδη του. Οποιοδήποτε σχέδιο μειώνει το ποσοστό κέρδους καταδικάζει το σύστημα σε κρίση. Από αυτή την άποψη, το πρόβλημα της κερδοφορίας συμβάλλει στην κρίση. Για να αποφευχθεί αυτό, πρέπει να αυξηθεί το τμήμα ΡΒ.

Στη διαδικασία της αύξησης κερδών συμπιέζεται το μερίδιο του εργάτη, διότι το ΡΒ μπορεί να αυξηθεί μόνο μειώνοντας το ΑΡ. Ομως, το σύνολο των μισθών των εργατών αποτελούν σημαντικό μέρος της αποτελεσματικής ζήτησης στην οικονομία. Γι� αυτό, η μείωση του ΑΡ συμβάλλει στη μείωση της συνολικής ζήτησης και έτσι παραβιάζει την οικονομία υπό τη μορφή μιας κρίσης πραγματοποίησης. Συνεπώς, τα δύο χαρακτηριστικά γνωρίσματα της καπιταλιστικής παραγωγής, το πρόβλημα της πραγματοποίησης και το πρόβλημα της αποδοτικότητας σε κέρδη, κόβουν το σύστημα από αντίθετες πλευρές, όπως οι δύο λεπίδες ενός ψαλιδιού. Αν αφήσεις τη μία λεπίδα, σε πετσοκόβει η άλλη. Αυτό συνέβη με τον κεϋνσιανισμό.

Η εφαρμογή των συνταγών του Κέυνς, όπως οι κρατικές δαπάνες για την επίλυση του προβλήματος της αποτελεσματικής ζήτησης, είχε στηριχθεί σε μια άνευ προηγουμένου επέκταση των φόρων και του δημόσιου χρέους σε όλα τα επίπεδα, καθώς και σε μια γρήγορη αύξηση της κυκλοφορίας των χαρτονομισμάτων, που είχε σαν αποτέλεσμα μια μακροπρόθεσμη αύξηση του πληθωρισμού.

Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ το εθνικό χρέος ανήλθε σε 1 δισεκ. δολάρια μέχρι το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τον Απρίλη του 1975, όμως, είχε αυξηθεί και ανήλθε σε 538 δισ. δολάρια. Στο δημοσιονομικό έτος 1974-�75, το σύνολο των τόκων που πλήρωσε η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανήλθε σε 33 δισ. δολάρια. Ο Κέυνς είχε τη γνώμη ότι το μέγεθος του δημόσιου χρέους δε θα προκαλούσε δυσχέρειες όσο η αποτελεσματική ζήτηση διατηρείτο σε ψηλά επίπεδα. Εδώ ο κεϋνσιανισμός προσπαθούσε να διατηρήσει τη ζήτηση, δηλαδή να επιλύσει το πρόβλημα της πραγματοποίησης αγνοώντας, ταυτόχρονα, το πρόβλημα του ποσοστού κέρδους.

Παρόλο που το ψηλό επίπεδο των δαπανών διατήρησε προσωρινά την αποτελεσματική ζήτηση και την απασχόληση, όπως το ήθελε ο Κέυνς, μακροπρόθεσμα όμως οδήγησε σε μείωση των κερδών και της συσσώρευσης. Οι φόροι και τα δάνεια είναι τελικά μια αφαίμαξη από την υπεραξία που την έχουν ιδιοποιηθεί οι καπιταλιστές.

Μια ματιά στα διαγράμματα των κερδών των οχτώ πιο αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών από τη δεκαετία του �60 μέχρι τη δεκαετία του �80 μας αποκαλύπτει, πώς η επίγεια τάση της μείωσης του ποσοστού κέρδους, επιβαρύνεται και άλλο από τα φορολογικά μέτρα. Ετσι, στον Καναδά, στη Γαλλία και στις ΗΠΑ τα κέρδη μετά τους φόρους είναι πολύ χαμηλότερα από τα προ φόρων κέρδη.

Η αντίσταση στον κεϋνσιανισμό, η οποία έως τώρα ήταν θεωρητική και προερχόταν από τη Σχολή του Σικάγο του Milton Friedman, απόκτησε όλο και περισσότερο την υποστήριξη των κυρίαρχων τάξεων, ιδίως από τον τομέα του χρηματιστικού κεφαλαίου, που κυριαρχούσε πια.

Η μείωση του ποσοστού κέρδους οδηγεί στην επιβράδυνση των ρυθμών της οικονομίας, καθώς και στη μεταφορά του κεφαλαίου από τη σφαίρα της παραγωγής στη σφαίρα του χρήματος (συμφέροντα και κερδοσκοπία). Καμιά φορά ισχυρίζονται ότι η επικράτηση του κερδοσκοπικού κεφαλαίου οδηγεί στην επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης των καπιταλιστικών οικονομιών. Πρέπει να αντιληφθούμε την ουσιώδους σημασίας σύνδεση ανάμεσα στη βασική τάση μείωσης του ποσοστού κέρδους, την κεϋνσιανική διαχείριση της ζήτησης, την επιβράδυνση του παραγωγικού κεφαλαίου και την αύξηση του κερδοσκοπικού χρηματιστικού κεφαλαίου από τη μία πλευρά, και το αντίστροφο αποτέλεσμα που έχει αυτό για το ίδιο το παραγωγικό κεφάλαιο. Η ουσία αυτής της κίνησης αποκαλύπτεται στη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στις δύο αντιθετικές πλευρές (τα μέρη) του χρόνου εργασίας, των μισθών και της υπεραξίας, που την ιδιοποιούνται, καθώς και των αντίστοιχων πηγών των κρίσεων, όπως αντιπροσωπεύονται από το πρόβλημα υποκατανάλωσης και το πρόβλημα της αποδοτικότητας σε κέρδη. […]

Θα κλείσουμε αυτό το μέρος με την παρατήρηση ότι μπορείς να αγνοήσεις τη μείωση του ποσοστού κέρδους, αλλά τότε θα πρέπει να αρκείσαι σε μια φαινομενικο-λογική εξήγηση της κατάρρευσης του κεϋνσιανισμού μονάχα, χωρίς να αποκτήσεις κατανόηση της ουσιώδους διαλεκτικής διαδικασίας που αποτελεί την ουσία πίσω από το φαινόμενο.

Λέμε εδώ, ότι ακριβώς λόγω του κερδοσκοπικού χαρακτήρα του (καυτές ροές χρήματος) και της έλλειψης βάσης παραγωγής, το σημερινό χρηματιστικό κεφάλαιο πατάει στο αδύνατο πόδι του και ο σημερινός ιμπεριαλισμός έχει την κρίση έμφυτη.

Ας εξετάσουμε τώρα τη φύση των κερδοσκοπικών κερδών. Ολο το κέρδος, όπως όλη η αξία, δημιουργείται από εργασία. Σε τελευταία ανάλυση είναι η εργασία στην παραγωγή που αποτελεί την πηγή κάθε καινούργιας αξίας και γι� αυτό και της υπεραξίας. Στην κυκλοφορία δεν μπορεί να δημιουργηθεί αξία, αλλά μπορεί να μεταφερθεί η υπάρχουσα αξία στον τομέα της κυκλοφορίας.

Τα μονοπωλιακά κέρδη και τα κερδοσκοπικά κέρδη πηγάζουν όλα από τη συνολική υπεραξία που παράγεται στην κοινωνία. Τραβάνε από το μέσο ποσοστό κέρδους. Ο Μαρξ διαχωρίζει ανάμεσα στο μεταβλητό κεφάλαιο (εργατική δύναμη, μισθοί) και το σταθερό κεφάλαιο, κάνοντας μια δήλωση σχετικά με την κερδοσκοπία και τη διακύμανση των τιμών. Στον πρώτο τόμο του «Το Κεφάλαιο» (κεφάλαιο VΙ) θα πει: «Η έννοια του σταθερού κεφαλαίου δεν αποκλείει με κανέναν τρόπο μιαν επανάσταση στην αξία των συστατικών μερών του. Ας υποθέσουμε ότι μια λίβρα μπαμπάκι κοστίζει σήμερα 6 πένες και ότι αύριο λόγω της καταστροφής μιας σοδιάς μπαμπακιού η αξία του ανεβαίνει σε 1 σελίνι. Το παλιό μπαμπάκι που εξακολουθεί η κατεργασία του, είχε αγοραστεί προς 6 πένες, προσθέτει όμως τώρα στο προϊόν ένα μέρος αξίας 1 σελινιού. Και το κλωσμένο πια μπαμπάκι, που ίσως να κυκλοφορεί κιόλας σαν νήμα στην αγορά, προσθέτει επίσης στο προϊόν το διπλάσιο της αρχικής του αξίας. Βλέπουμε ωστόσο ότι οι αλλαγές αυτές στην αξία είναι ανεξάρτητες από την αξιοποίηση του μπαμπακιού μέσα στο ίδιο το προτσές που κλώθει. Αν το παλιό μπαμπάκι δεν είχε μπει ακόμα καθόλου στο προτσές εργασίας, θα μπορούσε τώρα να ξαναπουληθεί προς 1 σελίνι αντί προς 6 πένες. Αντίστροφα. Οσο λιγότερα προτσές εργασίας έχει διατρέξει το μπαμπάκι, τόσο πιο σίγουρο είναι αυτό το αποτέλεσμα. Γι� αυτό είναι νόμος της κερδοσκοπίας σε περιπτώσεις τέτοιων επαναστάσεων στην αξία να σπεκουλάρει με την πρώτη ύλη στη λιγότερο κατεργασμένη μορφή της, επομένως, μάλλον με το νήμα παρά με το υφαντό, και μάλλον με το ίδιο το μπαμπάκι παρά με το νήμα. Εδώ η αλλαγή στην αξία ξεπηδάει από το προτσές που παράγει μπαμπάκι και όχι από το προτσές όπου το μπαμπάκι λειτουργεί σαν μέσο παραγωγής και επομένως σαν σταθερό κεφάλαιο. Αν και η αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται από την ποσότητα της εργασίας που περιέχεται σ� αυτό, ωστόσο αυτή η ίδια η ποσότητα είναι κοινωνικά καθορισμένη. Αν έχει αλλάξει ο χρόνος εργασίας που είναι κοινωνικά αναγκαίος για την παραγωγή του -και η ίδια λ.χ. ποσότητα μπαμπάκι παρασταίνει, όταν η σοδιά δεν είναι καλή, μεγαλύτερη ποσότητα εργασίας, παρά όταν είναι καλή- τότε έχουμε αντίχτυπο στο παλιό εμπόρευμα που ισχύει πάντα απλώς σαν ένα ξεχωριστό αντίτυπο του είδους του, που η αξία του μετριέται πάντα με την κοινωνικά αναγκαία εργασία, και επομένως, πάντα με την εργασία που είναι αναγκαία κάτω από τις κοινωνικές συνθήκες της στιγμής».7

Δώσαμε αυτή την κάπως μεγάλη παράθεση από το Μαρξ, επειδή το ζήτημα της μεταβίβασης της αξίας αγνοήθηκε από τους περισσότερους σχολιαστές του Μαρξ και ακόμα από μαρξιστές επιστήμονες. Μόνο πολύ πρόσφατα έχει γίνει δεκτή επίσημα η ιδέα αυτή της μεταβίβασης της αξίας στη μαρξιστική αναλυτική θεωρία. Στην πραγματικότητα, τη μαθηματική έννοια της μεταβίβασης της αξίας, τη χρησιμοποίησαν μόλις πρόσφατα για την ανάλυση της θεωρίας του Μαρξ σχετικά με τη διαμόρφωση των τιμών. Βλέπετε το δοκίμιο του Alan Freeman, στο οποίο αναφερθήκαμε και πριν.

Η κύρια ιδέα που θέλουμε να αναδείξουμε, είναι ότι όλα τα κερδοσκοπικά κέρδη προέρχονται σε τελευταία ανάλυση από την παραγωγική διαδικασία. Οπως το νοίκι που πληρώνει ο καπιταλιστής στον ιδιοκτήτη της γης ή το επιτόκιο που πληρώνεται στο χρηματιστή και τα επιπρόσθετα κέρδη που παίρνει ο μονοπωλιακός καπιταλιστής, που αναζητεί το μέγιστο κέρδος, έτσι και το εισόδημα του κερδοσκόπου τραβιέται από τη συνολική υπεραξία που παράγεται στην κοινωνία. Ολα αυτά τα συστατικά μέρη πρέπει να αποκτηθούν σε τελευταία ανάλυση από την ίδια την παραγωγική διαδικασία. Το ποσοστό κέρδους μπορεί να βρίσκεται σε ψηλά επίπεδα σε κάποιον τομέα μόνο, επειδή αλλού το ποσοστό αυτό έχει συμπιεστεί κάτω από το μέσο ποσοστό κέρδους. Οταν πέφτει το ίδιο το μέσο ποσοστό κέρδους, η διαδικασία αυτή γίνεται πιο δύσκολη.

Το αρκετά σύγχρονο παράδειγμα κερδοσκοπικών κερδών, που θα δώσουμε παρακάτω, θα δείξει πώς πραγματοποιείται αυτή η διαδικασία της μεταβίβασης αξίας. Επίσης, δείχνει έναν τρόπο με τον οποίο δρουν οι κερδοσκόποι στην αγορά αξιών.

Οι κερδοσκόποι εφόσον έχουν επιλέξει μια συγκεκριμένη επιχείρηση ως αντικείμενο κερδοσκοπίας, αρχίζουν να διασκορπίζουν ψευδείς φήμες σχετικά με την οικονομική της κατάσταση. Οι μέτοχοι αρχίζουν πανικόβλητοι να πωλούν τις μετοχές τους. Σαν αποτέλεσμα επέρχεται απότομη πτώση στις τιμές αυτών των μετοχών. Οταν η τιμή έχει πέσει στο κατώτερο επίπεδο, οι κερδοσκόποι αγοράζουν μια τεράστια ποσότητα από αυτές.

Κατόπιν τούτου, πληροφορούν το κοινό ότι οι φήμες ήταν αβάσιμες και ότι η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης είναι ισχυρή. Οι τιμές ανεβαίνουν. Οταν φτάσουν στο ανώτερο επίπεδο, οι κερδοσκόποι πωλούν τις μετοχές. Με αυτό τον τρόπο το χρηματιστικό κεφάλαιο κάνει μεγάλα κέρδη. Ενα καλό παράδειγμα είναι η διαβόητη επιχειρηματική πράξη του Αμερικανού δισεκατομμυριούχου Richard Chandler Mellon. Τον Ιούλιο του 1961 ο Mellon πούλησε 400.000 μετοχές της εταιρίας του, Gulf Oil, δημιουργώντας πανικό στο χρηματιστήριο αξιών. Οι μέτοχοι, ωθούμενοι από τις φήμες της επερχόμενης χρεοκοπίας της εταιρίας, βιάστηκαν να ξεφορτωθούν τις μετοχές της Gulf Oil και ο Mellon τις αγόρασε φτηνές. Η πράξη αυτή του έδωσε ένα καθαρό κέρδος 16 εκατομμυρίων δολαρίων σε λίγες ώρες.

Ο Λένιν είχε αποδείξει ότι η στασιμότητα στην ιμπεριαλιστική εποχή είναι στενά συνδεδεμένη με την αύξηση του χρηματιστικού κεφαλαίου, το οποίο όλο και περισσότερο αποκλίνει από την προέλευσή του την παραγωγή. Αυτή η απόκλιση, που ουσιαστικά έχει γίνει ρήξη, είναι η βασική αιτία της τρωτότητας του παγκοσμιοποιημένου χρηματιστικού κεφαλαίου στο ζήτημα των κερδοσκοπικών κερδών. Το φαινόμενο της μείωσης του ποσοστού κέρδους δρα σαν ανώτατο όριο στην κίνηση του χρηματιστικού κεφαλαίου στη διαδικασία της συγκέντρωσης κερδοσκοπικών κερδών. Μια τέτοια πίεση από τη μείωση του ποσοστού κέρδους δρα αναπόφευκτα σαν φραγμός στην ανάπτυξη της ενδοϊμπεριαλιστικής συνεργασίας. […]

Την κίνηση του παγκοσμίου κερδοσκοπικού κεφαλαίου την κατέστησαν δυνατή οι νέες τεχνολογίες, όπως αυτή της επεξεργασίας πληροφοριών. Ωστόσο, η κίνηση αυτή δεν είναι απόλυτα ελεύθερη αλλά συναντάει αντιστάσεις που οφείλονται στη μείωση του ποσοστού κέρδους. Απλώς για να επικεντρωθούμε στη φιλοσοφική πλευρά, θα υπενθυμίσουμε στον αναγνώστη τα λόγια του Ενγκελς: «Δεν μπορεί να υπάρχει κίνηση χωρίς ύλη, όπως δεν μπορεί να υπάρχει ύλη χωρίς κίνηση». Και η προειδοποίηση του Λένιν: «Να σκέφτεσαι για την κίνηση χωρίς ύλη είναι σαν να σκέφτεσαι για το νου χωρίς σώμα». Η κίνηση είναι διαλεκτική και τα αντίθετά της πρέπει να αποκαλυφθούν σε κάθε μελέτη για την κίνηση.

Η κίνηση του παγκόσμιου κερδοσκοπικού κεφαλαίου αποτελεί μια πλευρά της κίνησης του κεφαλαίου που, παρόλο που μοιάζει να είναι ελεύθερη, στο βάθος συνδέεται με την παραγωγή. Επίσης συνδέεται με το έθνος-κράτος του ιδιοκτήτη του κάθε τμήματος του χρηματιστικού κεφαλαίου μέσω της κρατικής παρέμβασης.

Οσο και αν απαρνιόμαστε τη δυνατότητα της παλαιού τύπου κρατικής παρέμβασης στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου χρηματιστικού κεφαλαίου, το γεγονός παραμένει, ότι μεγάλη μερίδα του ΑΕΠ των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών – μέχρι και 30% στις ΗΠΑ – αγοράζεται από την κυβέρνηση για στρατιωτικοποίηση και την εγκατάσταση στρατιωτικών δομών στο διάστημα. Αλλά και με το καινούργιο καθεστώς του ΠΟΕ (Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου) δεν επιδοτούν τα προηγμένα καπιταλιστικά κράτη την επιχειρηματική δραστηριότητα, π.χ. στον τομέα της γεωργίας, σαν μέσο κατάκτησης των αγορών των χωρών του Τρίτου Κόσμου; Ενα παράδειγμα τέτοιου είδους κρατικής παρέμβασης ήταν η τεράστια επιδότηση, που εγκρίθηκε από το Κογκρέσο των ΗΠΑ, στις αεροπορικές εταιρίες αμέσως μετά την επίθεση στο Κέντρο Παγκοσμίου Εμπορίου.

Σε μια περίοδο, στην οποία το ποσοστό κέρδους πέφτει παντού στον κόσμο, το παγκόσμιο κερδοσκοπικό κεφάλαιο δεν μπορεί να θεωρείται μια ανεξάρτητη μονάδα ελεύθερη να πλανάται σε όλο τον κόσμο και εξίσου ελεύθερη να αποσυρθεί, για παράδειγμα, από εκείνες τις χώρες του Τρίτου Κόσμου, οι οποίες υιοθετούν φιλολαϊκές πολιτικές. Η επιθυμία να αποσυρθούν από μια οικονομία του Τρίτου Κόσμου μετριάζεται από την πραγματικότητα της πίεσης πάνω στο γενικό ποσοστό κέρδους, καθώς και από τη γενική νωθρότητα του παραγωγικού κεφαλαίου.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η ιδέα, που έχουν ορισμένοι, ότι η σημερινή σιωπή των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων μπορεί να στρώσει το δρόμο για την εμφάνιση ενός παγκοσμίου ιμπεριαλιστικού υπερκράτους, που να υπερασπίζεται τα συμφέροντα του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου και να προστατεύει σε όλο τον κόσμο την κίνησή του, απορρέει από μια εσφαλμένη κατανόηση της διαλεκτικής της κίνησης του κεφαλαίου.

Παρόλο που η παγκόσμια κινητικότητα του χρηματιστικού κεφαλαίου έγινε δυνατή εξαιτίας της τεχνολογίας και παρακινείται από τη νωθρότητα του παραγωγικού κεφαλαίου, η κινητικότητα αυτή υπάγεται σε ορισμένους νόμους, τους οποίους πρέπει να ανακαλύψουμε. Να αγνοήσουμε τη δυνατότητα ύπαρξης παραγόντων αντίθετων ως προς την κινητικότητα αυτή θα σήμαινε ότι υπερβάλλουμε τη δυνατότητα του καπιταλισμού να ξεπεράσει την κρίση του. Για να ανακαλύψουμε και να ξεσκεπάσουμε το «βάθος των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων» πρέπει να δούμε προσεκτικά τη βασική αντίθεση του καπιταλισμού. Το ξεσκέπασμα της ληστρικής φύσης του ιμπεριαλισμού δεν κάνει τον ιμπεριαλισμό τρωτό, παρόλο που μας βοηθάει σημαντικά στην επαναστατική δουλειά μας. Η τρωτότητά του απορρέει μέσα από την ίδια τη δομή του. Απορρέει από την αντίφαση ανάμεσα στην αυξανόμενη κοινωνικοποίηση της παραγωγής και τις ανάγκες της ιδιωτικής ιδιοποίησης μέσω κερδών στα σημερινά πλαίσια μιας οξείας μείωσης του ποσοστού κέρδους σε όλο τον κόσμο. Μπορούμε να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε αυτή την αντίφαση, προσπαθώντας να αναδείξουμε τη διαλεκτική, τις αντίθετες τάσεις, που αποτελούν τη βάση των νόμων κίνησης του χρηματιστικού κεφαλαίου. Αυτό πρέπει να γίνει μέσα στα πλαίσια της μαρξιστικής θεωρίας με ειδική αναφορά στο νόμο της τάσης μείωσης του ποσοστού κέρδους.

————————————————————–

* Απόσπασμα άρθρου με τίτλο «Η παγκοσμιοποίηση του χρηματιστικού κεφαλαίου και ο νόμος του Μαρξ της πτώσης του ποσοστού κέρδους» από το περιοδικό του ΚΚ Ινδίας (Μ) «The Marxist», XIX 2c, Απρίλης – Ιούνης 2003. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στα πλαίσια σχετικής συζήτησης μαρξιστών οικονομολόγων και δημοσιεύεται από την ΚΟΜΕΠ ως κείμενο σοβαρού προβληματισμού και όχι αδιαμφισβήτητων θέσεων.

Ο Κ. Κ. Θέκεδαθ είναι μέλος της Επιτροπή Πολιτείας Μαχαράστρα του ΚΚ Ινδίας (Μ) και εκδότης του Teachers World.
1. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 3ος, σελ. 268.
2. Ομώνυμος τίτλος του 13ου κεφαλαίου στον 3ου τόμο, «Το Κεφάλαιο» του Κ. Μαρξ.
* Σημείωση ΚΟΜΕΠ: Α — Ρ —– Β. (ΑΡ = αναγκαία εργασία, ΡΒ=υπερεργασία).
3. «Ο κοινωνικός επιστήμονας», Μάης-Ιούνης 2001.
4. Ricardo Bellofiore. Εκδόσεις «Macmillan», 1998.
5. Fred Mosely και Edward Wolff, εκδόσεις «Elgar», 1992.
6. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 3ος, σελ. 309.